Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Οι Έλληνες πολίτες είναι οι πρώτοι «δανειστές» του ελληνικού κράτους


Του Νίκου Σταθόπουλου*

Ένα από τα ισχυρότερα στερεότυπα που επικρατεί στην κοινή γνώμη είναι ότι το καλοκαίρι του 2015 «αναγκαστήκαμε» να υποχωρήσουμε για να πάρουμε ένα δάνειο, αναγκαίο για να σωθεί η χώρα. Ας εξετάσουμε αυτόν τον ισχυρισμό με την απλή λογική. Και ας ξεκινήσουμε με μια αναφορά στο πρώτο δάνειο, που πήραμε το 2009. Τότε το πρωτογενές έλλειμμα ήταν 24 δισ. €, δηλαδή σχεδόν ο μισός προϋπολογισμός. Αν δε παίρναμε δάνειο (110 δισ. ευρώ τότε), ακόμα και αν δεν πληρώναμε τα χρωστούμενα (άλλα 12 δισ. και συνολικό έλλειμμα 36 δισ. για έναν κρατικό προϋπολογισμό περίπου 58 δισ.), θα έπρεπε τις επόμενες βδομάδες ή το πολύ κάποιους μήνες, να κλείσουμε τα μισά νοσοκομεία και σχολεία, να μην πληρώσουμε τις μισές συντάξεις κοκ.

Το καλοκαίρι του 2015 αντιθέτως, το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα ήταν πρακτικά ισοσκελισμένο. Γιατί λοιπόν να δανειστούμε, και μάλιστα το εξαιρετικά υψηλό ποσό των 82 δισ. ευρώ; Προφανώς για έναν και μοναδικό λόγο: για να αποπληρώσουμε τα χρωστούμενα. Με απλά λόγια, οι δανειστές αποφάσισαν να μας δώσουν στο ένα χέρι αυτό που τους επιστρέφουμε με το άλλο. Στην πράξη, δεν πρόκειται για «δανεισμό», με την έννοια ότι δεν υπάρχει για μας δυνατότητα αξιοποίησης αυτών των χρημάτων. Στην πραγματικότητα πρόκειται μόνο για μια παράταση αποπληρωμής προηγούμενου χρέους. Αντί το δάνειο να αποπληρωθεί σε «χ» χρόνο, θα αποπληρωθεί σε «χ+ψ» χρόνο, όπου «ψ» είναι ο πρόσθετος χρόνος του νέου δανείου.

Συνεπώς, το καλοκαίρι του 2015 θα μπορούσε κάλλιστα να αποφασιστεί η παράταση της αποπληρωμής του μέχρι τότε δανείου, από χρόνο «χ» σε χρόνο «χ+ψ». Γιατί δεν έγινε με αυτόν τον απλό τρόπο και πήρε τη μορφή «νέου δανείου»; Για τρεις  λόγους. Ο πρώτος και σημαντικότερος είναι ότι με τον τρόπο αυτό οι δανειστές είχαν την ευκαιρία να επιβάλλουν νέα μέτρα, με τη λογική «νέο δάνειο - νέο μνημόνιο». Ο δεύτερος είναι ότι η συζήτηση του χρόνου αποπληρωμής κινδύνευε να τους οδηγήσει στη συνολικότερη διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του χρέους, κάτι που θέλουν να αποφύγουν πάσει θυσία. Και ο τρίτος είναι ότι ο δανεισμός εμφανιζόταν ως μια ακόμα «βοήθεια», μια ακόμη «σωτηρία».

Βοήθεια και σωτηρία ποιανού όμως; Εδώ πρέπει να ανατρέξουμε και πάλι στην απλή λογική. Τι θα γινόταν αν οι δανειστές αρνιόντουσαν παράταση πληρωμής (με οποιαδήποτε μορφή); Για την Ελλάδα θα υπήρχαν σίγουρα δυσάρεστες επιπτώσεις. Αλλά εξίσου σίγουρο είναι ότι οι δανειστές δεν θα έπαιρναν τα χρήματά τους πίσω! Διότι σωστά είχε πει στις αρχές 2015 ο πρωθυπουργός, ότι πρώτα θα καλυφθούν οι δημοσιονομικές υποχρεώσεις του κράτους και μετά θα πληρωθούν οι δανειστές. Αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί, αλλά κυρίως να εξηγηθεί στη βάση της λογικής, της ηθικής ακόμα και της νομικής με την έννοια της φιλοσοφίας του Δικαίου.

Οι συντάξεις δεν είναι μια «παροχή» που δίνεται στους συνταξιούχους, αλλά στην κυριολεξία ένα χρέος που οφείλει να αποπληρώσει το κράτος προς ανθρώπους οι οποίοι, πολλά χρόνια πριν και  επί δεκαετίες, «δάνειζαν» το κράτος. Το ίδιο ισχύει και για την υγεία, την παιδεία κοκ. Οι πολίτες, με τους φόρους τους, εμπιστεύονται χρήματα, τα οποία έχει δεσμευτεί το Κράτος, βάσει Συντάγματος και Νόμων, να επιστρέψει υπό μορφή υπηρεσιών, που καλύπτουν τις ζωτικές ανάγκες της κοινωνίας. Πρώτος «δανειστής» του Ελληνικού Κράτους, δεν είναι η ΕΚΤ ή το ΔΝΤ, αλλά η Ελληνική Κοινωνία. Το Κράτος έχει βέβαια την υποχρέωση να αποπληρώσει όλους τους δανειστές, αλλά με την συγκεκριμένη σειρά προτεραιότητας. Άρα, de facto, επιβάλλεται η παράταση αποπληρωμής σε ΕΚΤ και ΔΝΤ, ως απαράβατη υποχρέωση κάθε Ελληνικής Κυβέρνησης.

Αυτό μπορούσε και έπρεπε, κατά την άποψή μου, να θέσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ως επιλογή στους δανειστές το καλοκαίρι του 2015. Να παρατείνουν την προθεσμία αποπληρωμής, συνοδεύοντάς την μάλιστα με αναπτυξιακά μέτρα, ώστε να είναι η βραχύτερη δυνατή, ή να το αρνηθούν με αρνητικές συνέπειες για όλους. Σύμφωνα και με την ορολογία της μόδας: «win-win» ή «lose-lose».

Η αναδρομή στο θέμα αυτό δεν γίνεται εδώ για λόγους ιστορικούς. Αλλά διότι το θέμα έχει μπει πάλι στην ατζέντα και μάλιστα με έναν επιθετικό τρόπο από τους δανειστές. Πράγματι, από τη μια πλευρά βάζουν στο τραπέζι την επιβολή νέων μέτρων, ενώ από την άλλη αρνούνται επίμονα να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους για ελάφρυνση του χρέους. Με την απόφαση του πρόσφατου Eurogroup, βάλανε τις βάσεις νέου μνημονιακού σχήματος για μετά το 2018 και τραβάνε σε μάκρος τις διαπραγματεύσεις με ορίζοντα τον Ιούλιο, όπου η κυβέρνηση θα κληθεί να κόψει συντάξεις και κοινωνικές υπηρεσίες ή να μην πληρώσει τη δόση των 7 δισ. ευρώ.

Και το ερώτημα είναι: ποιους «δανειστές» θα αποφασίσει η κυβέρνηση να αποπληρώσει πρώτους;



*Ο Νίκος Σταθόπουλος έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στον Καναδά.    


efsyn.gr

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου