Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Από «ορόσημο» σε «ορόσημο» δίχως σηματωρό


Του Παντελή Μπουκάλα

Δ​​εν έχουν μετρημό τα «ορόσημα», οι «τελικές ημερομηνίες» και οι «ντεντ λάινς» στους πολλούς βαλτωμένους μήνες των διαπραγματεύσεων για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Κάθε δεκαήμερο και το δικό του «ορόσημο», αν όχι κάθε εβδομάδα. Πάντοτε χαμογελαστή η προαναγγελία του και πάντα σιωπηρό το προσπέρασμά του, και με τους δείκτες ολοένα επιδεινούμενους. Και δεν εννοώ τόσο τους δείκτες της οικονομίας, ατομικής και συνολικής, όσο τους δείκτες της ψυχικής και πνευματικής μας αντοχής σ’ αυτό το βασανιστικό διαρκές εξεταστήριο, που τους όρους του πολύ λίγο τους γνωρίζουμε και ελάχιστα τους επηρεάζουμε. Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα λοιπόν, λίγο μετά τα Χριστούγεννα, στο έμπα του 2017, την 20ή Φεβρουαρίου, την 20ή Μαρτίου, την 25η Μαρτίου για λόγους συμβολικούς, το Πάσχα, επίσης συμβολικά.

Από το ένα Γιουρογουόρκινγκ γκρουπ στο επόμενο, από τη μια σύνοδο πρωθυπουργών στην άλλη. Με τους «θεσμούς» να εναλλάσσονται στους ρόλους του σκληρού και του πολύ σκληρού, τη λαϊκή μυθολογία του Κακού να προσθέτει και την κ. Βελκουλέσκου δίπλα στον κ. Σόιμπλε, την κυβέρνηση να πελαγοδρομεί ανάμεσα στο «θέλω» και το «μπορώ» και την αντιπολίτευση να μην ξέρει τι ακριβώς να ευχηθεί και υπέρ ποίου να συμπολεμήσει, εξαιρουμένων εννοείται των ωμών και κατεπειγομένων, τύπου Αδωνη Γεωργιάδη: «Να μη σώσει να κλείσει η αξιολόγηση, για να επιστρέψουμε εμείς στα πράματα και να ολοκληρώσουμε το αγαθό έργο μας». Θα το έλεγαν και κυνισμό οι αρχαίοι, που τόσο αγαπά να τους εμπορεύεται ο ασυγκράτητος αντιπρόεδρος, ένας ακροδεξιός εκφραστής του «κεντροδεξιού ανοίγματος».

Κι όταν λοιπόν θα ’ρθει κάποια στιγμή το κλείσιμο, πιθανόν λίγο πριν από την ασφυξία, θα το ακούσουμε και δεν θα το πιστέψουμε. Και γιατί να θέλουμε να το πιστέψουμε άλλωστε. Μήπως ό,τι συμφωνηθεί θα ’ναι για το καλό μας, το οικονομικό και κοινωνικό, και προς τιμήν μας; Τι τιμητικό θα μπορούσε να κομίσει οτιδήποτε προκύπτει διά της μεθόδου του εξαναγκασμού, περιτυλιγμένου με κάποια χαμόγελα και σποραδικά λόγια συμπάθειας από τον κ. Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ή τον κ. Πιερ Μοσκοβισί. Ακόμα κι αυτοί γνωρίζουν ότι δεν είναι ο δικός τους λόγος εκείνος που θα μετρήσει στο τέλος, οπότε έχουν το περιθώριο να ρίξουν τα άσφαιρα πυρά τους κατά των εμμονικών της λιτότητας.

Κατά βάθος (όχι και πολύ μεγάλο βάθος είναι η πικρή αλήθεια, ελάχιστα κάτω από τη φλούδα των επίσημων, καθωσπρέπει λεγομένων τους), οι ευφημισμένοι «θεσμοί», ευρωπαϊκοί και υπερατλαντικοί, πιστεύουν για τους Νοτιοευρωπαίους ό,τι ακριβώς πιστεύει και ο κ. Γερούν Ντάισελμπλουμ: πως επί δεκαετίες έμαθαν να σπαταλούν τα δάνειά τους, τον ιδρώτα των Βορείων δηλαδή, «στα τσιγάρα, στα ποτά και στα ξενύχτια» – και στις γυναίκες. Ειδικά δε όσον αφορά εμάς τους Ελληνες, οι ενάρετοι φίλοι μας είναι πεπεισμένοι ότι τυγχάνουμε οι πιο Νότιοι από τους Νότιους, εκμεταλλευόμενοι αναιδώς την καλή τους την καρδιά, αλλά και την ευλογία της φύσης και όλων των θεοτήτων. Ταμένοι ανέκαθεν στο ηλιοθεραπευτικό ραχατλίκι, στο «όξω ντέρτια και καημοί» και στο «μια ζωή την έχουμε, κι αν δεν τη γλεντήσουμε»... Ποιος Παρθενώνας. Ο Επικούρειος Απόλλων είναι ο καθεδρικός ναός της μνήμης και της νοοτροπίας μας. Σκέτος ο επικούρειος – και παρερμηνευμένος. Κι αν τύχει ν’ ακούσουν στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο ή στη Νέα Υόρκη πόσο βαριά είναι πια η καθημερινότητα για τη μέση ελληνική οικογένεια, αυτήν που δεν της περίσσευαν ποτέ ώστε να της περισσέψουν τώρα, και η οποία ουδέποτε «τα ’φαγε μαζί» με τους πάγκαλους ηγέτες της· αν τύχει να πληροφορηθούν ότι τα νοσοκομεία δεν διαθέτουν καν τα χρειώδη ή ότι υπάρχουν ακόμα σχολεία σε λυόμενα, θα τ’ ακούσουν βερεσέ. Και θα ξαναπούν: Μεταρρυθμίσεις! Περισσότερες μεταρρυθμίσεις! Και θ’ ακουστεί πάραυτα η ηχώ τους («Μεταρρυθμίσεις! Περισσότερες μεταρρυθμίσεις!») από την Ελλάδα· από την πλευρά όσων κυβέρνησαν ή συγκυβέρνησαν δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια, αλλά απασχολημένοι να ρυθμίζουν Ολυμπιάδες, Χρηματιστήρια, δομημένα ομόλογα και «αγορές του αιώνα», δεν πρόκαμαν να μεταρρυθμίσουν. Και μας κληροδότησαν σαν σπουδαιότερη ίσως μεταρρυθμιστική τους μέριμνα τον νόμο περί ανευθυνότητας υπουργών.

Σημείωσα λίγο παραπάνω πως η κυβέρνηση πελαγοδρομεί ανάμεσα στο «θέλω» και το «μπορώ». Πιο σωστό θα ήταν να ειπωθεί πως είναι βραχυκυκλωμένη ανάμεσα στο «δεν θέλω» και το «δεν μπορώ». Ξέρει τι δεν θέλει να υπογράψει και να θέσει σε εφαρμογή, ξέρει ότι δεν θέλει την ιδιοκτησία του «μεταρρυθμιστικού προγράμματος», ξέρει όμως πια, το έμαθε έστω και αργοπορημένα, ότι δεν μπορεί να επιβάλει ούτε το ένα εκατοστό της ισχνής θέλησής της: δεν έχει ιδιαίτερα ισχυρούς συμμάχους στην Ευρώπη, αφού η «συμμαχία του Νότου» αποδείχτηκε ψευδαίσθηση, όπως ψευδαίσθηση αποδείχτηκε η πεποίθηση ότι κάποιο «παράλληλο πρόγραμμα» θα έφερνε στο πλευρό της, αγωνιστικό, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας.

Τώρα, όπως γράφεται, σημειώνονται αναταράξεις στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της μοίρας που φαίνεται πως έχει γραφτεί για τη ΔΕΗ, και η οποία σηματοδοτεί την κορύφωση των υποχωρήσεων. Λογικό. Λογικότατο. Ή μάλλον το λογικό, το λογικότατο, θα ήταν να μην είναι οι αναταράξεις αυτές σκόρπιες, αποσπασματικές, ατομικές ή –θα συμβαίνει κι αυτό– σιωπηρές, αλλά ηχηρές, μαζικές και επίμονες. Επειδή έχει και η ιδεολογική αυτοακύρωση τα όριά της. Ορια έχει επίσης το ασήμαντα παρηγορητικό αντεπιχείρημα ότι οι «άλλοι» είχαν ήδη συμφωνήσει για χειρότερα μέτρα και ότι αν επιστρέψουν στην εξουσία, θα υπογράψουν για τρισχειρότερα, με το άλλοθι μάλιστα της «καμένης γης» που θα παραλάβουν.

Και λοιπόν; Το τι έπραξαν οι άλλοι και το τι εικάζεις ότι θα πράξουν στο μέλλον δεν μπορεί να σε ξελασπώνει εσαεί, αν σε ξελάσπωσε ποτέ. Για τον απλούστατο λόγο ότι πολιτεύτηκες και διεκδίκησες ψήφο εξουσίας βροντοφωνάζοντας πως δεν είσαι ίδιος κι όμοιος με τους άλλους, τους φθαρμένους, αλλά έρχεσαι φρέσκος από διαφορετικό κόσμο και σχεδιάζεις έναν επίσης διαφορετικό. Πως θυμάσαι και τιμάς τις διακηρύξεις σου, για τα μικρά και τα μεγάλα. Και δεν τις τσαλακώνεις σε μπαλάκι, για να δοκιμάσεις τρίποντο από το ύψος του θώκου προς το καλάθι των αχρήστων. Αν το μόνο που σου έχει απομείνει είναι να εξωραΐζεις τις αλλεπάλληλες αυτοανατροπές σου και να γκρινιάζεις ότι σε πολεμούν (μα τι περίμενες; ία στην κεφαλή σου και ιάμβους υπέρ σου;), μήπως και συγκρατήσεις τους τελευταίους των Μοϊκανών, δεν έχει νόημα.






 kathimerini.gr

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου