Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Το Airbnb σαρώνει τοπικές κοινωνίες και συνεργατική οικονομία





Η Airbnb, η πλατφόρμα βραχυχρόνιας μίσθωσης κατοικιών για τουριστική χρήση, που κατά τις Βρυξέλλες είναι ένα από τα πλέον επιτυχημένα εγχειρήματα της οικονομίας του διαμοιρασμού ή συνεργατικής οικονομίας, ασκεί τεράστιες πιέσεις στους ευρωπαϊκούς θεσμούς προκειμένου να εξασφαλίσει τη διατήρηση της πλήρους απορρύθμισης αυτής της επικερδέστατης αγοράς.

Μέσα από το λόμπι της, την Ευρωπαϊκή Ενωση Κατοικιών για Διακοπές (European Holiday Home Association – ΕΗΗΑ) ασκεί σημαντική επιρροή έτσι ώστε οι σχετικές ευρωπαϊκές αποφάσεις να διασφαλίζουν τα συμφέροντά της, όπως καταγγέλλει πρόσφατη έκθεση του Παρατηρητηρίου της Ευρώπης των Πολυεθνικών (CEO).

Η έκθεση με τίτλο «UnFairbnb», λογοπαίγνιο με την αγγλική λέξη «unfair» -άδικος- και το «airbnb», προειδοποιεί πως στόχος αυτών των επιχειρήσεων είναι να συνεχίζουν να θεωρούνται τμήμα της συνεργατικής οικονομίας ώστε να μπορούν να αποφύγουν συγκεκριμένες ρυθμίσεις, όπως το να υπάρξει έλεγχος παράνομων δραστηριοτήτων στην πλατφόρμα τους.

Μέσα σε δύο χρόνια (2015-2016) οι δαπάνες της Airbnb για λόμπινγκ στην Ε.Ε. πενταπλασιάστηκαν φτάνοντας τα 500.000 ευρώ.

Από τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η απρόσκοπτη κερδοφορία για τις διαδικτυακές πλατφόρμες βραχυπρόθεσμων τουριστικών μισθώσεων, ένας τομέας της συνεργατικής οικονομίας του οποίου οι συναλλαγές στην Ε.Ε. έφτασαν τα 15 δισ. ευρώ το 2016, με πρωταθλητή του τομέα την Airbnb, πλατφόρμα μέσα από την οποία πέρσι έγιναν συναλλαγές ύψους 2,6 εκατ. δολαρίων με την εταιρεία να κερδίζει 93 εκατ. δολάρια.

Η επιχείρηση έφτασε μάλιστα μέσω του λόμπι της να υποβάλει καταγγελία κατά πόλεων, όπως η Βαρκελώνη, το Βερολίνο, το Παρίσι και το Αμστερνταμ, κατηγορώντας τες ότι τα μέτρα που θεσπίζουν παραβιάζουν τους κανόνες της ενιαίας αγοράς, μια διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και να έχει επιπτώσεις και στην Ελλάδα, που έχει υιοθετήσει ανάλογους περιορισμούς.

Ποια είναι αυτά τα μέτρα που «παρεμποδίζουν» την ελεύθερη επιχειρηματική δράση της Airbnb; Στη Βαρκελώνη, το 2014 ανεστάλη η δυνατότητα βραχυχρόνιας εκμίσθωσης στο κέντρο της, στην ιστορική Παλαιά Πόλη, και το 2015 έπαψαν να δίνονται νέες τουριστικές άδειες, ενώ έχουν ήδη επιβληθεί πρόστιμα ύψους 600.000 ευρώ στην Airbnb και τη HomeAway.

Στο Παρίσι, περιορίστηκε η δυνατότητα ενοικίασης στις 120 ημέρες ετησίως και καθιερώθηκε υποχρεωτικό μητρώο αυτών των κατοικιών, όπως ακριβώς και στο Αμστερνταμ, όπου ο συνολικός χρόνος ενοικιάσεων δεν μπορεί να ξεπερνά τις 60 ημέρες τον χρόνο.

Το δε Βερολίνο απαγόρευσε τις νέες άδειες για τουριστική μίσθωση και σύμφωνα με υπολογισμούς του δήμου, «επιστράφηκαν» 8.000 σπίτια στην αγορά της κατοικίας.

Το λόμπι της Airbnb έχει πετύχει σημαντικές παραχωρήσεις, όπως δείχνει ψήφισμα της 15ης Ιουνίου 2017 του Ευρωκοινοβουλίου σχετικά με μια ευρωπαϊκή ατζέντα για τη συνεργατική οικονομία, το οποίο καταλήγει να «καταδικάζει τους κανονισμούς τους οποίους επιβάλλουν ορισμένες δημόσιες αρχές, για τον περιορισμό της προσφοράς τουριστικών καταλυμάτων μέσω της συνεργατικής οικονομίας».

Είναι αυτό συνεργατική οικονομία;
Ως συνεργατική οικονομία η Κομισιόν ορίζει κάθε μοντέλο όπου κυρίως οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν μια ανοιχτή αγορά για την προσωρινή χρήση αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχουν ιδιώτες. Σ’ αυτή μετέχουν ως ομότιμοι εταίροι οι πάροχοι των υπηρεσιών ή αγαθών, οι χρήστες τους και οι ενδιάμεσοι που -μέσω διαδικτυακών πλατφορμών- διευκολύνουν τις συναλλαγές.

Πώς το εκμεταλλεύονται
Η Airbnb γεννήθηκε στις ΗΠΑ και δεν πρόκειται απλά, όπως αυτοδιαφημίζεται, για μια πλατφόρμα που επιτρέπει σε κάποιους (συνταξιούχοι, άνεργοι ή άνθρωποι που χρειάζονται ένα επιπλέον εισόδημα) να εκμισθώνουν ένα κενό δωμάτιο του σπιτιού τους.

Αν κάποιοι εμπίπτουν σε αυτό το προφίλ, πολλοί άλλοι έχουν στήσει μεγαλοεπιχειρήσεις μέσω της πλατφόρμας: Στο Λονδίνο υπάρχει «ιδιώτης» που νοικιάζει μέσω Airbnb 881 ιδιοκτησίες οι οποίες του αποφέρουν ετήσια έσοδα 15,6 εκατ. δολάρια, άλλος στο Μπαλί διαθέτει 504 σπίτια (και 15,5 εκατ. δολάρια έσοδα) κι ένας τρίτος στη σοσιαλιστική Αβάνα εκμισθώνει 132 σπίτια και καρπώνεται έσοδα ύψους 6,9 εκατ. δολαρίων.

Οπως δείχνει η έκθεση τoυ CEO από έρευνα σε 18 ευρωπαϊκές χώρες, στις 15 τα καταλύματα που μισθώνονται μέσω Airbnb κατά συντριπτική πλειονότητα (51%-87%) δεν είναι δωμάτια αλλά ολόκληρα σπίτια και στις 13 είναι διαθέσιμα όχι για μικρό διάστημα αλλά για όλο τον χρόνο (57%-94,4%). Το δε 38,1% των ιδιωτών εκμισθώνει περισσότερες από μία ιδιοκτησίες του.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι «η συνεργατική οικονομία συμβάλλει ώστε το οικονομικό σύστημα να είναι όχι μόνο περισσότερο αποδοτικό αλλά και κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμο» και πως αυτή θα πρέπει να θεωρείται και «νέα μορφή ολοκλήρωσης μεταξύ της οικονομίας και της κοινωνίας».

Αντίθετα, όπως καταδεικνύει η έκθεση του CEO, η Airbnb κι άλλοι κολοσσοί του τομέα «ενοικίασης καταλυμάτων από ιδιώτη σε ιδιώτη» δεν έχουν ούτε θετικές ούτε βιώσιμες επιπτώσεις στις πόλεις, ο κοινωνικός τους αντίκτυπος είναι αρνητικός και αντιστρέφονται βασικές αρχές της Κ.ΑΛ.Ο.

Εκτός από την υπερσυγκέντρωση σε τμήματα της πόλης, συμβάλλουν στη φθορά και την περιβαλλοντική της υποβάθμιση, την αποικιοποίηση του δημόσιου χώρου, τη δημιουργία «γκέτο διασκέδασης» και τη μεταμόρφωση γειτονιών σε θεματικά πάρκα, την εκδίωξη των κατοίκων από αυτές τις ζώνες, την αύξηση των τιμών ενοικίων και την αγορά ολόκληρων κτιρίων από επενδυτικά και κερδοσκοπικά ταμεία με συνακόλουθη τη ραγδαία επιδείνωση του προβλήματος της έλλειψης προσιτής στέγης.

Μπορεί η Κομισιόν να κωφεύει, αλλά αυτή την πραγματικότητα αναγνωρίζει και γνωμοδότηση (2) της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οικονομία του διαμοιρασμού και αυτορρύθμιση» (EESC Opinion 2016/C 303/05), όπου αναφέρεται πως οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις της συνεργατικής οικονομίας ανήκουν στις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που δεν διέπονται από τις προηγούμενες αρετές και οι οποίες συχνά οδηγούν σε αυξημένα κοινωνικά κόστη, επισφαλή απασχόληση και χαμηλά στάνταρντ σε θέματα εργασιακών δικαιωμάτων.

»Ενώ τονίζεται ότι απαιτείται αυστηρή διάκριση των επιχειρηματικών προτύπων που, αντί για συναλλαγές ανάμεσα σε ομότιμους (P2P) εφαρμόζουν συναλλαγές επιχειρήσεων προς καταναλωτές (B2C) «χρησιμοποιώντας καταχρηστικά την ονομασία για να διαφύγουν ρυθμίσεις που είναι εφαρμοστέες στην περίπτωσή τους».   






0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου