Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Το τίμημα του ΣΥΡΙΖΑ – Μετά τις αποδοκιμασίες έρχεται η κάλπη




Το Μακεδονικό έχει ήδη αρχίσει να βάζει βαθιά τη σφραγίδα του στην πολιτική σκηνή. Πριν μερικούς μήνες, τα ογκώδη συλλαλητήρια επέφεραν μία αλλαγή στο πολιτικό κλίμα και μάλιστα σε μία περίοδο που το δημοσκοπικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ έδειχνε να έχει σταθεροποιηθεί και να εμφανίζει μία ελαφρά ανοδική τάση και με το αντίστοιχο της ΝΔ να κινείται σαφώς σε υψηλότερα επίπεδα, αλλά να επιδεικνύει μία κόπωση.

Για λόγους που συνδέονται συνδυαστικά και ταυτοχρόνως με ασφυκτικές δυτικές πιέσεις, με υποσχέσεις για ευνοϊκότερη στάση του ευρωιερατείου στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους και του μεταμνημονιακού καθεστώτος, καθώς επίσης και με τις ιδεοληψίες του ΣΥΡΙΖΑ, οι Τσίπρας και Κοτζιάς προχώρησαν και ολοκλήρωσαν τη διαπραγμάτευση. Μπορεί η κυβερνητική και κομματική προπαγάνδα να έκανε φιλότιμες προσπάθειες για να στιγματίσει ιδεολογικά (εθνικιστές, ακροδεξιοί κλπ) τους διαμαρτυρόμενους πολίτες, αλλά το Μαξίμου έλαβε εν μέρει το δυσοίωνο μήνυμα.

Αρχικά, στο κυβερνητικό επιτελείο δεν πίστευαν πως το Μακεδονικό μπορεί να προκαλέσει σοβαρή κοινωνική αντίδραση. Στην Αριστερά, άλλωστε, έχουν την τάση να θεωρούν πως οι λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας είναι δικός τους προνομιακός χώρος. Υποτίμησαν, λοιπόν, τα υπόγεια κοινωνικά ρεύματα και κυρίως δεν υπολόγισαν ότι η κάθε είδους και αιτίας υποφώσκουσα κοινωνική οργή θα διοχετευθεί στην κοίτη του Μακεδονικού, με αποτέλεσμα να μετατρέψει την αντίδραση για τη συμφωνία σε χείμαρρο.

Κοινωνική οργή υπάρχει κυρίως λόγω των Μνημονίων, τα οποία ανέτρεψαν τις σταθερές του βίου εκατομμυρίων Ελλήνων. Οι πολίτες επιχείρησαν να αντιδράσουν με τις μαζικές αντιδράσεις των Αγανακτισμένων, αλλά η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου τότε, όμηρος των δανειστών, δεν είχε ανταποκριθεί. Έτσι, τα πληττόμενα μικρομεσαία στρώματα διοχέτευσαν την αντίδρασή τους στην κάλπη. Στις εκλογές του 2012, προέκυψαν τεκτονικές αλλαγές. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ από το 44% έπεσε στο 12% και κάτι. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ, που πάντα αγωνιζόταν να υπερβεί το όριο του 3% και να εισέλθει στη Βουλή, βρέθηκε αξιωματική αντιπολίτευση, σε μικρή απόσταση από τη ΝΔ.

Οι άρχουσες ελίτ και το λαϊκό σώμα

Τα γεγονότα από εκεί και πέρα είναι γνωστά. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές τον Ιανουάριο του 2015 και σχημάτισε κυβέρνηση. Πολιτικά ανέτοιμος και γεμάτος αυταπάτες προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τους δανειστές, προκήρυξε δημοψήφισμα, το οποίο κέρδισε με το εντυπωσιακό 62% και τελικώς υπέκυψε, υπογράφοντας το 3ο Μνημόνιο. Μαζί του υπέκυψε και το κοινωνικό ρεύμα αντίστασης στη μνημονιακή λαίλαπα.

Παραλλήλως με την οικονομική και κοινωνική βία που τους ασκήθηκε, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν και την κλιμάκωση των τουρκικών επεκτατικών πιέσεων. Σε μεγάλο βαθμό «καταπίνουν» τις προκλήσεις του Ερντογάν, θεωρώντας δικαιολογημένα ότι η Ελλάδα είναι στα γόνατα και ως εκ τούτου δεν την συμφέρει να σηκώσει το γάντι, διακινδυνεύοντας μία θερμή σύγκρουση. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, οι πολίτες δεν έβλεπαν τον λόγο, για τον οποίο η Ελλάδα έπρεπε να τηρήσει υποχωρητική στάση και στο Μακεδονικό.

Από την αρχή της δεκαετίας του 1990, οι εγχώριες άρχουσες ελίτ είχαν την τάση να αποδεχθούν τον σφετερισμό της ονομασίας Μακεδονία και των παραγώγων της από τους Σλαβομακεδόνες. Και μόνο επειδή αντιδρούσε το «πόπολο», υιοθέτησαν την πολιτική «άντε να βάλουμε έναν οποιονδήποτε επιθετικό προσδιορισμό να τελειώνουμε». Αντιδρώντας στην τάση των αρχουσών ελίτ, το λαϊκό σώμα προσχώρησε στη θέση «ούτε Μακεδονία ούτε παράγωγα» που είχαν τότε σερβίρει κάποιοι συντηρητικοί κύκλοι.

Αυτό φάνηκε στα ογκώδη συλλαλητήρια της δεκαετίας του 1990, και επιβεβαιώθηκε στα επίσης ογκώδη συλλαλητήρια των προηγουμένων μηνών. Διαψεύσθηκε ο Κώστας Μητσοτάκης που έλεγε ότι «σε 10 χρόνια οι Έλληνες θα έχουν ξεχάσει το ζήτημα», αλλά και η κυβέρνηση Τσίπρα που το προηγούμενο φθινόπωρο θεωρούσε πως δεν θα συναντούσε αξιόλογη κοινωνική αντίδραση.

Μετατόπιση της ατζέντας με Novartis

Όπως είναι γνωστό, για να μετατοπίσει το κέντρο βάρους του πολιτικού ενδιαφέροντος των πολιτών, η κυβέρνηση πυροδότησε την υπόθεση Novartis. Ο ελιγμός ήταν επιτυχής, γεγονός που επέτρεψε στους Τσίπρα και Κοτζιά να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις και να φθάσουμε στη συμφωνία των Πρεσπών. Αυτή τη φορά, οι λαϊκές αντιδράσεις δεν προσέλαβαν τη μορφή συλλαλητηρίων. Και όσοι νόμισαν ότι «είναι κάθε μέρα του Αγιαννιού» διαψεύσθηκαν.

Προς το παρόν, η αντίδραση του λαϊκού σώματος εκδηλώνεται στοιχειακά με αποδοκιμασίες και ενίοτε με επεισόδια σε βάρος βουλευτών της συμπολίτευσης. Μη μπορώντας να αποδεχθούν ότι απλοί πολίτες στρέφονται ενεργητικά εναντίον τους, το Μαξίμου και ο ΣΥΡΙΖΑ αποδίδουν αυτού του είδους τις εκδηλώσεις σε χρυσαυγίτες και ακραίους νεοδημοκράτες. Με άλλα λόγια, λένε ό,τι ακριβώς έλεγαν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ όταν δέκτες τέτοιων αποδοκιμασιών ήταν δικά τους στελέχη. Τα απέδιδαν σε ομάδες κρούσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Προφανώς τότε, σε τέτοια επεισόδια συμμετείχαν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και τώρα συμμετέχουν μέλη της ΝΔ και της Χρυσής Αυγής. Από πολιτικής απόψεως, όμως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι ποιος θα ξεστομίσει την πρώτη βρισιά, αλλά η στάση του «χορού», δηλαδή των απλών ανθρώπων που παρακολουθούν τη σκηνή. Αποδοκιμάζουν όσους επιτίθενται στους πολιτικούς, ή αντιθέτως τους επιδοκιμάζουν και συμμετέχουν και οι ίδιοι;

Αυτό ήταν το ερώτημα που έπρεπε να θέσουν στον εαυτό τους οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ το 2011, το ίδιο ερώτημα πρέπει να θέσει σήμερα στον εαυτό της η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε οι μεν το έθεσαν, ούτε η δε το θέτει. Όπως και τότε έτσι και τώρα οι κυβερνώντες κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους για να αποφύγουν αυτό που δεν αντέχουν: την αυτοκριτική.

Ραντεβού στις κάλπες

Όπως συνέβη τότε, μετά από τους Αγανακτισμένους και τις εκδηλώσεις αποδοκιμασίας και ενίοτε προπηλακισμού κυρίως «πράσινων» στελεχών, η υπερχειλίζουσα λαϊκή αντίδραση διοχετεύθηκε στις κάλπες. Έτσι, όπως προαναφέραμε, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε από το 44% το 2009 στο 12% και κάτι το 2012 και κάτω από 5% το 2015. Όλα δείχνουν ότι κάτι αντίστοιχο θα συμβεί και τώρα, αν και επουδενί στην ίδια έκταση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, θα πληρώσει σημαντικό εκλογικό κόστος κυρίως στη βόρειο Ελλάδα κι όχι μόνο.

Μπορεί στο Μαξίμου ακόμα να ελπίζουν σε μία εκλογική νίκη, αλλά και εάν πριν τη συμφωνία υπήρχε ένα τέτοιο μειονοτικό ενδεχόμενο, οι πιθανότητες τώρα είναι αμελητέες, αν όχι μηδενικές. Είναι αληθές ότι ο Μητσοτάκης δεν δείχνει να τραβάει πολιτικά-εκλογικά. Είναι, επίσης, αληθές πως το αφήγημα της εξόδου από τα Μνημόνια και της ελάφρυνσης του χρέους βρίσκει κάποια απήχηση, επειδή οι Έλληνες έχουν ανάγκη να ελπίσουν ότι θα ξημερώσουν καλύτερες ημέρες.

Από την άλλη πλευρά, όμως, όπως προαναφέραμε, το Μακεδονικό λειτουργεί σαν κοίτη, όπου διοχετεύεται η κάθε είδους και αιτίας υποφώσκουσα κοινωνική οργή. Το απέδειξαν τα συλλαλητήρια, το επιβεβαιώνει το βαρύ -αν όχι εκρηκτικό- κλίμα που επικρατεί αυτές τις ημέρες ειδικά στη βόρειο Ελλάδα. Οι επόμενες δημοσκοπήσεις θα είναι μία πρώτη ένδειξη για το εκλογικό κόστος που θα υποστεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το χειρότερο γι’ αυτόν είναι ότι αρκετά στελέχη του, που εμφορούνται από την εθνομηδενιστική ιδεοληψία, συμπεριφέρονται λες και παίρνουν κάποια ρεβάνς από την «εθνικιστική» κοινωνία. Πριν πολλά χρόνια, όταν το κόμμα τους ήταν στο πολιτικό περιθώριο, οι ίδιοι υπέγραφαν κείμενα, με τα οποία ζητούσαν το γειτονικό κράτος να ονομάζεται «Μακεδονία» και οι κάτοικοί του «Μακεδόνες». Σήμερα δεν τολμούν να πουν τα ίδια, αλλά η συχνά προκλητική ρητορική τους ρίχνει λάδι στο φωτιά. Εξοργίζει τους πολίτες που νοιώθουν εθνικά ταπεινωμένοι και κατ’ αυτό τον τρόπο τροφοδοτεί την κοινωνική οργή.

    

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου