Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Ο παρασκηνιακός ρόλος της Δύσης σε Αθήνα και Σκόπια




Με ποταμό επαίνων για την πολιτική τόλμη των δύο πρωθυπουργών υποδέχθηκαν οι δυτικές κυβερνήσεις, το ΝΑΤΟ, η ΕΕ και τα κατεστημένα Μίντια τη συμφωνία ανάμεσα σε Αθήνα και Σκόπια. Η Δύση ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την ουσία της μακρόχρονης διένεξης. Αυτό που την ενδιέφερε ήταν να βρεθεί συμφωνία για να αρθεί η εκκρεμότητα που εμπόδιζε το “σφράγισμα” της περιοχής των δυτικών Βαλκανίων από τη ρωσική επιρροή. Η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και η έναρξη της ενταξιακής πορείας της προς την ΕΕ είναι ένα αποφασιστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, το οποίο ουσιαστικά θα ενισχύσει την πίεση στην “περιχαρακωμένη” Σερβία να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.

Τώρα, που η συμφωνία έχει υπογραφεί, επιβεβαιώνονται οι πληροφορίες για τον παρασκηνιακό ρόλο του αμερικανικού παράγοντα, σε συντονισμό με το Βερολίνο και τους θεσμούς της ΕΕ. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο αρμόδιος για την περιοχή Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Γουές Μίτσελ, επικουρούμενος από τους Αμερικανούς πρεσβευτές στην Αθήνα και στα Σκόπια. Παραλλήλως και προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, αλλά και παράγοντες της ΕΕ.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η Ουάσιγκτον κατέστησε σαφές και στον Τσίπρα και στον Κοτζιά ότι εάν από την πλευρά τους πράξουν ό,τι απαιτείται για να λυθεί το Μακεδονικό και κατ’ επέκτασιν για να ενταχθεί η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, θα διευκολυνθεί καθοριστικά η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στο πλαίσιο του δυτικού στρατηγικού σχεδιασμού. Το ίδιο ακριβώς μήνυμα έχει σταλεί και για την επίλυση των εκκρεμοτήτων στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Όπως είναι γνωστό, οι σχετικές διαπραγματεύσεις βρίσκονται στο τελικό στάδιο. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κοτζιάς άνοιξε ταυτοχρόνως και τα δύο αυτά διπλωματικά μέτωπα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας δεν είναι μία υπόσχεση χωρίς αντίκρισμα. Ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση οι προβληματικές σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας και το γεγονός ότι παρά τις προσπάθειες της αμερικανικής διπλωματίας ο Ερντογάν αρνείται να επιστρέψει στο δυτικό “μαντρί”. Αν και οι προσπάθειες συνεχίζονται ολοένα και περισσότερο ενισχύεται στα αμερικανικά κέντρα αποφάσεων η τάση αναβάθμισης της Ελλάδας από χώρα δεύτερης γραμμής, που ήταν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε χώρα πρώτης γραμμής.

Πιέσεις και υποσχέσεις
Προφανώς, δεν είναι η συμφωνία για το Μακεδονικό που θα καθορίσει το νέο γεωπολιτικό καθεστώς της Ελλάδας στο δυτικό στρατηγικό σύστημα. Οι Αμερικανοί, όμως, βρήκαν την ευκαιρία να πιέσουν και ταυτοχρόνως να δελεάσουν τους Τσίπρα και Κοτζιά. Τα μηνύματα είχαν δοθεί από την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον. Και βεβαίως δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος που η κυβέρνησή του θα πιστωθεί πολιτικά την επίλυση του Μακεδονικού, παρότι η παρέμβασή της ήταν παρασκηνιακή, αλλά γνωστή στους “παροικούντες την Ιερουσαλήμ”.

Οι αμερικανικές πιέσεις συνδυάσθηκαν με γερμανικές και ευρωπαϊκές υποσχέσεις για εποικοδομητική προσέγγιση αναφορικά με την ελάφρυνση του χρέους και το μεταμνημονιακό καθεστώς. Αν και ο Τσίπρας το διέψευσε –και δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς– έχουμε δημοσιεύσει σ’ αυτές εδώ τις στήλες τη σχετική πληροφορία από τις από τις αρχές του 2018. Και γεγονότα που μεσολάβησαν από τότε της προσέδωσαν πρόσθετη αξιοπιστία.

Στο σημείο αυτό, ωστόσο, είναι απαραίτητο να υπογραμμισθεί πως ούτε οι Αμερικανοί ούτε οι Ευρωπαίοι υπεισήλθαν σε λεπτομέρειες. Με άλλα λόγια, δεν άσκησαν πιέσεις στον Κοτζιά να αποδεχθεί το όνομα “Μακεδόνες” και “μακεδονική” γλώσσα. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν να βρεθεί λύση κι όχι το περιεχόμενό της. Το γεγονός ότι τα Σκόπια όχι μόνο δέχονταν ακόμα πιο ασφυκτικές δυτικές πιέσεις, αλλά και τα ίδια επείγονταν να πάρουν το εισιτήριο για το ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, τα μετέτρεπε στην αδύνατη πλευρά των διαπραγματεύσεων. Η κυβέρνηση Τσίπρα, ωστόσο, δεν εκμεταλλεύθηκε το διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα, αφενός επειδή ήθελε να δείξει καλή διαγωγή, αφετέρου, επειδή υποτιμά τη σημασία του εθνικού αυτού θέματος και ήθελε να ξεμπερδεύει.

Για τους δικούς τους λόγους η καθεμία, η Μόσχα και η Άγκυρα επιδιώκουν τον τορπιλισμό της συμφωνίας, κυρίως μέσω του προέδρου Ιβανόφ και του Γκρουέφσκι, οι οποίοι αξιοποιούν τον εθνικισμό του VMRO. Η μεν Μόσχα επιδιώκει να εμποδίσει την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, η δε Άγκυρα επιδιώκει να διατηρήσει την επιρροή που ασκούσε στα Σκόπια, εμφανιζόμενη σαν υποστηρικτής-προστάτης τους στο πλαίσιο της διένεξης για το όνομα.   

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου