Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Αρα γιορτάζει και ο μπαμπάς μου


Τον έχω καμαρώσει σαν ζεστό χαμόγελο, σαν όμορφο άντρα, σαν δίκαιο, σαν ευφυέστατο, σαν γνώστη της ιστορίας, σαν πετυχημένο, σαν τολμηρό επιχειρηματία… Έχω χαρεί και μάτια να τον καμαρώνουν κι αυτό με γέμιζε περηφάνια. Για πολλά τον καμάρωσα και πάντα θα τον καμαρώνω. Και πάντα θα τον ακούω να λέει «τζιν-φις, τζιν-φις»...
  
γράφει η Ρέα Βιτάλη

Γιορτή του Πατέρα και δεν θα γράψω για τον δικό μου; Που ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου! Τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, θόλωσε βέβαια η άτιμη η εικόνα του.Και σίγουρα στερήθηκα, το πώς είναι να «καθαρίζει» για σένα μπαμπάς. Μου έμεινε όμως μια αίσθηση. Κι ένας άγγελος καπαρωμένος, δικός μου, καταδικός μου. Και αποσπάσματα ζωής, πολύτιμα θραύσματα.

Να μια εικόνα. Καθόμουν οκλαδόν στο κρεβάτι τους και τους χάζευα να ντύνονται για μια δεξίωση. Τη δεκαετία του ’70 γινόντουσαν δεξιώσεις κυρίως για να κτίζουν οι γυναίκες κάτι κότσους, μα τι κότσους! Η μαμά μου φορούσε μια μάξι τουαλέτα και ο μπαμπάς μου ένα σμόκιν. Ήταν κούκλα και ήταν λίγο πιο κούκλος. Προσέξατε το λίγο παραπάνω; Ήταν που του είχα αδυναμία. Έτσι δεν συμβαίνει με τις κόρες; Κι ενώ έμοιαζε σοβαρός κύριος και καθρεπτίστηκε και σβέλτα, όπως οι άνδρες του τότε, είπε στη μαμά μου «Και θα πιώ κι ένα τζιν-φις». Ο μπαμπάς μου δεν έπινε, παρά μόνο για να πει ό,τι κάτι ήπιε. Και μάλλον του φάνηκε αστεία η λέξη «τζιν-φις», γι΄αυτό και άρχισε να την επαναλαμβάνει «τζιν-φις, τζιν-φις, τζιν-φις» και τον θυμάμαι να γελάει και να κάνει σαν μικρό παιδί. Και μπήκα και ‘γω στη χαρά του και φώναζα «τζιν-φις, τζιν-φις».

Ο μπαμπάς μου πέθανε από καρκίνο όταν ήταν μόλις 39 ετών. Εγώ ήμουν 14. Με πόνεσε πολύ. Χρόνια δεν έκλεινε η πληγή κι ας θόλωνε η εικόνα του, όπως προείπα. Αυτό μπορεί και να πονάει πιο πολύ. Κάποτε «Του» αφιέρωσα ένα βιβλίο. Σε εκείνον, στη σχέση μας, στη μάνα μου, στα χρόνια που ζήσαμε, στη γενιά τη δική τους και τη δική μου. Το πρώτο μου βιβλίο,το «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο», μετά απ’ αυτό νομίζω ότι ησύχασα. Τον έχω καμαρώσει σαν ζεστό χαμόγελο, σαν όμορφο άντρα, σαν δίκαιο, σαν ευφυέστατο, σαν γνώστη της ιστορίας, σαν πετυχημένο, σαν τολμηρό επιχειρηματία… Έχω χαρεί και μάτια να τον καμαρώνουν κι αυτό με γέμιζε περηφάνια.

Για πολλά τον καμάρωσα και πάντα θα τον καμαρώνω. Μια πλευρά του όμως είχα αδικήσει. Τώρα πια, το Ρεάκι των 56 ετών, την αξιολόγησε αλλιώς. Τον «έχω» να χορεύουμε καζατζόκ και να χοροπηδάει, τον «έχω» να με ξενυχιάζει στο ταγκό και να λέει «Ωχ! Ρεάκι μου ωχ!», τον έχω να λέει «τζιν-φις, τζιν-φις, τζιν-φις!» και να γελάει πολύ. Ο μπαμπάς μου, εκείνος ο σοβαρός επιχειρηματίας, είχε και πλάκα! Είχε ένα μεγάλο κομμάτι «παιδί» μέσα του, που το διαφύλαξε και το ξαμόλαγε σαν με ποδήλατο! Ναι, αυτό πολύ του αγάπησα και του το πήρα όλο. Ο μπαμπάς της Ρέας-Ρεάκι, ο Κώστας-Κωστάκης, είχε πολύ «παιδί» μέσα του! Και τι νομίζεις; Και η ζωή ολόκληρη… Τι ολόκληρη μωρέ; Τόσο μικρή η ζωή… Μια πλάκα!…Όσο να πεις δυο τρεις φορές «Τζιν-φις» και τελείωσε.   

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *