Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Ακρίτας Καϊδατζής για προανακριτική και Τριαντόπουλο: Εκ του πονηρού η πρόταση, γεννά ακυρότητα


 

γράφει ο Ακρίτας Καϊδατζής*

 

Με απόφαση της ολομέλειας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 86 του Συντάγματος και του νόμου περί ευθύνης υπουργών (ν. 3126/2003), η Βουλή συγκρότησε ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης της πρότασης άσκησης δίωξης κατά του πρώην υφυπουργού κ. Τριαντόπουλου.

 

Αποστολή της επιτροπής είναι να εξετάσει αν συντρέχουν ενδείξεις ενοχής του κ. Τριαντόπουλου και να υποβάλει πόρισμα στην ολομέλεια, προκειμένου αυτή να αποφασίσει αν θα του ασκήσει δίωξη ή όχι. Αν ασκηθεί δίωξη, συγκροτείται δικαστικό συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου που απαρτίζεται από τρεις αρεοπαγίτες και δύο συμβούλους της Επικρατείας. Το συμβούλιο διεξάγει κύρια ανάκριση, η οποία διέπεται από την αρχή της μυστικότητας, προκειμένου να αποφασίσει αν θα παραπέμψει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Ειδικού Δικαστήριο.

 

Σε μια πρωτοφανή κίνηση, ο κ. Τριαντόπουλος ζητά να παρακαμφθεί η διαδικασία ενώπιον της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, δηλαδή να μη διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, και να εισαχθεί η εναντίον του κατηγορία απευθείας στο δικαστικό συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου, προφανώς μετά από απόφαση που θα λάβει η ολομέλεια της Βουλής για την άσκηση δίωξης. Κυβερνητικά στελέχη φέρεται να επικαλούνται, προς υποστήριξη του αιτήματός του, την αρχή του «φυσικού δικαστή». Παραβλέπουν όμως ότι «φυσικός δικαστής» για την άσκηση δίωξη κατά υπουργού είναι η ολομέλεια της Βουλής, η οποία κατά την αρμοδιότητά της αυτή ενεργεί ως εισαγγελέας.

 

Το αίτημα του κ. Τριαντόπουλου είναι εξωφρενικό. Και, κυρίως, είναι εκ του πονηρού. Ούτε λίγο ούτε πολύ ζητά από τη Βουλή να ασκήσει την αρμοδιότητά της, δηλαδή να του ασκήσει ποινική δίωξη, χωρίς να έχει προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση και, επομένως, χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι συντρέχουν ενδείξεις ενοχής. Μια τέτοια δίωξη είναι αυτόχρημα άκυρη, διότι της άσκησής της δεν προηγήθηκε η συνταγματικά επιβεβλημένη προδικασία. Αυτό είναι το πρώτο –και τελευταίο– που θα αποφασίσει το δικαστικό συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου, αν η υπόθεση φτάσει ενώπιόν του κατ’ αυτό τον τρόπο.

 

 

Το αίτημα του κ. Τριαντόπουλου συνιστά βαρύτατο ευτελισμό της Βουλής, μέλος της οποίας είναι και ο ίδιος. Δεν σέβεται την ψήφο των συναδέλφων του στην ολομέλεια, που ψήφισαν τη συγκρότηση επιτροπής για να διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση. Και δεν σέβεται τους συναδέλφους του που ορίστηκαν μέλη μιας επιτροπής, της οποίας την αρμοδιότητα ευθέως αμφισβητεί. Ταυτόχρονα, το αίτημά του συνιστά βαρύτατο ευτελισμό του Συντάγματος, καθώς γελοιοποιεί την, ήδη προβληματική και πολλαπλά βεβαρημένη, διαδικασία του άρθρου 86.

 

Παρότι παντελώς αδικαιολόγητο, το αίτημα του κ. Τριαντόπουλου είναι πάντως εξηγήσιμο. Σε βάρος του εκκρεμεί κατηγορία για τη διάπραξη, έστω, πλημμελήματος. Αυτό που είναι ακατανόητο και θεσμικά σοκαριστικό είναι η ενθουσιώδης υιοθέτηση του αντιθεσμικού και αντισυνταγματικού αυτού αιτήματος από τον πρωθυπουργό και κυβερνητικούς κύκλους, που φτάνουν μάλιστα να βαφτίζουν «γενναίο βήμα» την πρόταση ευτελισμού του Συντάγματος και της Βουλής.

 

Το αν θα σταματήσει ο θεσμικός κατήφορος από τις πρωτοφανείς αυτές ενέργειες επαφίεται πλέον στον πρόεδρο της Βουλής, ο οποίος οφείλει να αρνηθεί να συγκαλέσει την ολομέλεια χωρίς πόρισμα της επιτροπής. Αυτό θα είναι ένα πρώτο κρας τεστ για τον νέο πρόεδρο, που καλείται να αποδείξει αν αντιλαμβάνεται εαυτόν ως πολιτειακό παράγοντα ή ως κομματικό εγκάθετο.

 

*Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

 

Ανωτάτη Βουλευτική του Κωστή Χατζηδάκη

 


γράφει η Λώρη Κέζα

 

Δεν έχουν πολιτική εμπειρία, γκρινιάζετε. Έχουν μακρά κοινοβουλευτική εμπειρία, γκρινιάζετε. Για όλους κάτι στραβό θα βρείτε: ο ένας είναι γόνος και κληρονόμησε την έδρα, ο άλλος βγαίνει στην τηλεόραση και είναι εκτός ανταγωνισμού, ο τάδε βάζει γκολ και δεν ξέρει να διαβάσει προϋπολογισμό, ο δείνα είναι τεχνοκράτης χωρίς ψυχή, χωρίς αισθήματα.

 

Τί θέλετε πιά; Τον Κωστή τον Χατζηδάκη τον θέλετε;

 

 

Τον Κωστή Χατζηδάκη ο λαός τον θέλει, τον ψηφίζει, τον ξαναψηφίζει, τον επαναψηφίζει. Από τα εσωκομματικά μέχρι το εθνικό Κοινοβούλιο ανέβηκε σκαλί-σκαλί την ιεραρχία. Από το αμφιθέατρο της Νομικής μέχρι τη θέση Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, με διορισμό ή με ψήφο κάθισε σε πολλές καρέκλες παίρνοντας ειδικότητα στο πολιτεύεσθαι.

 

Να βάλουμε τις χρονολογίες σε μια σειρά, να δούμε αν πρόλαβε να δουλέψει. Το 1984 μπήκε στη Νομική Αθήνας και κατόπιν έκανε μεταπτυχιακό στο Κεντ. Επέστρεψε από τη Μεγάλη Βρετανία το 1992, με τα πτυχία του και με κομματική εμπειρία καθώς διετέλεσε γραμματέας των φοιτητών του κόμματος. Από το 1992 και για δύο χρόνια ήταν πρόεδρος της Οργάνωσης Νέων Νέας Δημοκρατίας. Σε ηλικία 29 ετών είχε τα πανεπιστήμια, λογικά είχε ξεμπλέξει με το στρατιωτικό του, είχε τα ένσημα ως κομματάρχης και εξελέγη πρώτη φορά ευρωβουλευτής.

 

Εξελέγη αλλά δεν ψηφίστηκε, με την έννοια ότι δεν πήρε σταυρούς για την Ευρωβουλή. Τον διόρισε ο τότε πρόεδρος του κόμματος, ο Μιλτάδης Έβερτ καθώς η εκλογή γινόταν με λίστα, με προκαθορισμένη τη σειρά εκλογής υποψηφίων. Ήταν τιμητική διάκριση και έτσι συνυπήρχε στη λίστα με τον Τάκη Λαμπρία και τη Νάνα Μούσχουρη. Να θυμηθούμε τα κοσμογονικά γεγονότα που μετέτρεψαν αυτήν την πρώτη θητεία σε διδακτορικό πολιτικής εμπειρίας. Είχε καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση, είχε ψηφιστεί η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η μικρή Ευρωπαϊκή Κοινότητα των 12 κρατών διευρυνόταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Ο Κωστής Χατζηδάκης έλαβε το χρίσμα δυο ακόμη φορές και έζησε στις Βρυξέλλες 13 χρόνια. Από αυτά τα ωραία χρόνια ας κρατήσουμε μια υποσημείωση για τις απολαβές του. Όλο αυτό το διάστημα είχε ετήσιο εισόδημα περίπου 8 φορές το μέσο ετήσιο εισόδημα των Ελλήνων. Κάτι οι μισθοί και τα επιδόματα, κάτι οι κληρονομιές, κάτι οι επενδύσεις, τα νούμερα βγαίνουν όταν διαβάζουμε ότι πλέον δηλώνει στην εφορία 27 ακίνητα και μετρητά και απ’ όλα.

 

Η καριέρα συνεχίστηκε στο Εθνικό Κοινοβούλιο. Από το 2007 ως σήμερα εκλέγεται αδιάλειπτα. Δηλαδή 13 χρόνια στην ευρωβουλή συν 18 χρόνια στην πλατεία Συντάγματος, κάνει μόνο αυτό. Ενίοτε με αυξημένες ευθύνες, ως υπουργός Ανάπτυξης, υπουργός Μεταφορών, ξανά υπουργός Ανάπτυξης. Με τούτα και με τα άλλα, δεν έχει βγει στην αγορά εργασίας, δεν έχει ιδρύσει επιχείρηση, δεν ξέρει τι είναι η πιάτσα, δεν ξέρει τι πάει να πει να μαζεύεις ένσημα, να πληρώνεις ασφάλιση υπαλλήλου, να παρακαλάς τις τράπεζες, να ασφυκτιάς από τη φορολόγηση. Έχει άραγε σημασία να έχει ζήσει ένας πολιτικός σαν απλός άνθρωπος; Και δεν λέμε «απλός» ως συνώνυμο του φτωχός ούτε αποτελεί εγγύηση αν κάποιος έχει μείνει άνεργος ή αν δυσκολεύτηκε. Εντούτοις κάποιος που επί δεκαετίες είναι μόνο στο κόμμα, μόνο σε στασίδι, ζει σε παράλληλο σύμπαν.

 

Δεν μπαίνουμε σήμερα στην ανάλυση του τί έκανε ή τί δεν έκανε ο Κωστής Χατζηδάκης στην άσκηση των καθηκόντων του. Ένα ερώτημα μόνο να αρθρώσουμε. Θεωρείται λογικό για έναν πολιτικό να μην έχει κάνει τίποτε άλλο στη ζωή του, να κινείται από τη μια κομματική θέση στην άλλη, από το ένα έδρανο στο άλλο; Αν είναι αυτό αποδεκτό, να ιδρύσουμε σχολή, την Ανωτάτη Βουλευτική και να τον διορίσουμε Πρύτανη.

 

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

Η Ζωή που «τα λέει έξω από τα δόντια»

 

Η Κωνσταντοπούλου είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας συνολικής πολιτικής παρακμής που δεν συναντάται μόνο στη χώρα μας, για την οποία ευθύνη έχουν όσοι την ανέδειξαν ως πολιτική περσόνα και τώρα βλέπουν την πλάτη της στις δημοσκοπήσεις…

 

γράφει ο Γιάννης Παντελάκης

 

Αγκαλιάστηκε με τη Ραχήλ Μακρή, στάθηκε απέναντι σε ό,τι πιο θετικό ψήφισε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, τη Συμφωνία των Πρεσπών, έκλεισε το μάτι σε πολλούς από τους ακραίους απέναντι και μοιάζει με μια πολιτικά ταλαντευόμενη παρουσία που κινείται από τη μια άκρη ως την άλλη και μπορεί να ταιριάξει σε κάθε περίσταση.

ΠΟΛΛΑ ΣΤΕΛΕΧΗ ΚΟΜΜΑΤΩΝ της αριστεράς για αρκετό καιρό είναι σχεδόν θλιμμένα και αυτό δεν συμβαίνει μόνο εξαιτίας των γνωστών και πολυσυζητημένων λόγων που αφορούν τις χαμηλές επιδόσεις τους στις δημοσκοπήσεις οι οποίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Το ίδιο νομίζω συμβαίνει και με στελέχη του ΠΑΣΟΚ, το οποίο δεν αδυνατεί απλώς να εισπράξει ένα αξιοσημείωτο ποσοστό από τη μεγάλη φθορά της ΝΔ αλλά αγκομαχεί κάθε φορά για να μη χάσει την δεύτερη θέση σε ό,τι αφορά την επιρροή του στην κοινωνία. Η θλίψη, ο φόβος και ο προβληματισμός μετατράπηκαν σε ανησυχία λίγες ημέρες πριν, όταν μια εταιρεία δημοσκοπήσεων (MRB) ανέδειξε την Πλεύση Ελευθερίας, πιο γνωστή ως «κόμμα της Ζωής», στην τρίτη θέση με ποσοστό 9%, μια ανάσα (μόλις 2,5 μονάδες) από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ.

 

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου όμως δεν χαμογέλασε πλατιά εκείνη την ημέρα μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Οι πολίτες την έφερναν στην πρώτη θέση σε ό,τι αφορά τη στάση των πολιτικών αρχηγών για το έγκλημα (όπως εκτιμά το 72,5% των πολιτών ότι πρέπει να χαρακτηριστεί) των Τεμπών. Εκτίμησαν ιδιαίτερα την παρουσία της στη Βουλή όταν συζητήθηκε το θέμα, τις αντιπαραθέσεις που είχε σχεδόν με όλους, τη φωνή που ύψωνε και ακουγόταν δυνατά. Ακόμα και φανατικοί επικριτές της έλεγαν πως εκείνες τις ημέρες η Ζωή Κωνσταντοπούλου έκανε ιδιαίτερη αίσθηση. Με θετικό ή αρνητικό τρόπο, σίγουρα σήκωσε πολλή σκόνη.

 

Η Κωνσταντοπούλου, ο Βελόπουλος, η Λατινοπούλου θεωρούνται και ονομάζονται αντισυστημικοί. Ένα μείγμα καθολικής απόρριψης και  ισοπεδωτικής γενίκευσης των πάντων με έντονες και ισχυρές δόσεις λαϊκισμού και συχνά αγοραίες πολιτικές εκφράσεις ονομάζεται αντισυστημισμός. Μια ιδεολογική θολούρα η οποία λειτουργεί με έναν γκροτέσκο τρόπο και περισσή αυτοαναφορικότητα ονομάζεται αντισυστημισμός.

Τι λένε πολλοί γι’ αυτήν; Πως είναι μαχητική, έχει πολιτικό τσαμπουκά, τα λέει έξω από τα δόντια, χύμα και τσουβαλάτα, δεν ορρωδεί προς ουδενός, εμφανίζεται στα δικαστήρια, στη Βουλή, στα πρωινάδικα, στους δρόμους και στις διαδηλώσεις με περίσσιο δυναμισμό και μιλάει για όλα, κάνει φασαρία, οργίζεται και μιλάει σκληρά σε όσους βρίσκονται απέναντί της – αν γραφτεί ότι αρκετοί φοβούνται να αντιπαρατεθούν μαζί της γιατί δεν ξέρουν τι θα ακούσουν, δεν θα είναι υπερβολή. Η Ζωή είναι αυτό που με μια λέξη χαρακτηρίζεται τόσο εσφαλμένα στην εποχή μας «αντισυστημική». Το κομμάτι του εκλογικού σώματος που αυτοχαρακτηρίζεται έτσι, σύμφωνα με μια τελευταία δημοσκόπηση, αγγίζει το 37,4% (Φεβρουάριος 2025, GPO). Και η Πλεύση Ελευθερίας έχει και εκεί μια εξαιρετική επίδοση.

 

 

Στη χώρα που οι πολιτικοί ορισμοί έχουν πάρει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που πραγματικά, και ιστορικά, έχουν, η Κωνσταντοπούλου, ο Βελόπουλος, η Λατινοπούλου και διάφοροι άλλοι με μικρότερη επιρροή και εμβέλεια πολιτικοί θεωρούνται και ονομάζονται αντισυστημικοί. Ένα μείγμα καθολικής απόρριψης και μέσα από αυτήν ισοπεδωτικής γενίκευσης των πάντων με έντονες και ισχυρές δόσεις λαϊκισμού και συχνά αγοραίες πολιτικές εκφράσεις ονομάζεται αντισυστημισμός. Μια εύθραυστη ισορροπία που λειτουργεί σαν πολιτικό εκκρεμές, απόλυτα ασαφής και με απροσδιόριστες ιδεολογικές αναφορές ονομάζεται αντισυστημισμός. Μια πολιτική συμπεριφορά που στηρίζεται κατά βάση στη διαμαρτυρία χωρίς ιδεολογική θεώρηση του υποκειμένου, η οποία εκδηλώνεται και στηρίζεται κυρίως στο συναίσθημα, στην οργή, στο μίσος και στις ακατέργαστες αντιδράσεις που προκαλούνται από τις συχνά βίαιες συνθήκες επιβίωσης ονομάζεται αντισυστημισμός. Μια ιδεολογική θολούρα η οποία λειτουργεί με έναν γκροτέσκο τρόπο και περισσή αυτοαναφορικότητα αυτόν τον χαρακτηρισμό παίρνει.

 

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν είναι η μοναδική και σίγουρα όχι η κύρια υπεύθυνη γιατί κερδίζει πόντους και παγιώνει την παρουσία της στο πολιτικό σκηνικό. Βρήκε πολύτιμο ζωτικό χώρο, ένα κύμα δυσαρέσκειας, αποϊδεολογικοποίησης και απαξίωσης της αριστεράς όπως την εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα τα χρόνια της εξουσίας του, το οποίο καβάλησε και πορεύεται με έναν επιτυχημένο και αποτελεσματικό τρόπο. Χωρίς το βάρος της ψήφισης ενός μνημονίου που θεωρήθηκε διαβατήριο «αριστεροσύνης», παράλληλα αγκαλιάστηκε με τη Ραχήλ Μακρή, στάθηκε απέναντι σε ό,τι πιο θετικό ψήφισε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, τη Συμφωνία των Πρεσπών, έκλεισε το μάτι σε πολλούς από τους ακραίους απέναντι και μοιάζει με μια πολιτικά ταλαντευόμενη παρουσία που κινείται από τη μια άκρη ως την άλλη και μπορεί να ταιριάξει σε κάθε περίσταση. Έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό μόρφωμα το οποίο προσφέρεται και είναι ελκυστικό για να υποδεχτεί την ψήφο όποιου θεωρεί τον εαυτό του αντισυστημικό.

 

Η Κωνσταντοπούλου, που τα πάει τόσο καλά, είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας συνολικής πολιτικής παρακμής που δεν συναντάται μόνο στη χώρα μας, για την οποία ευθύνη έχουν όσοι την ανέδειξαν ως πολιτική περσόνα και τώρα βλέπουν την πλάτη της στις δημοσκοπήσεις…

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Είναι ο Τραμπ ο Χίτλερ των ημερών μας;

 

Εκατομμύρια πολίτες σε όλο τον κόσμο αναρωτιούνται αν όσα συμβαίνουν μετά την εκλογή του είναι πραγματικά ή πρόκειται για έναν κακό εφιάλτη. Όλα δείχνουν ότι έχουν πολλούς και βάσιμους λόγους γι’ αυτό.

 

γράφει ο Γιάννης Παντελάκης


«Αυτός που σώζει τη χώρα του δεν παραβιάζει κανένα νόμο», έγραψε στην πλατφόρμα του ο Τραμπ. Ποιος άλλος, άραγε, σκεφτόταν έτσι;

  

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ 2003 ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ένα βιβλίο το οποίο προκαλεί μεγάλη φασαρία. Τίτλος του, The plot against America, και συγγραφέας ο Φίλιπ Ροθ*. Έχει μια ιστορία που μοιάζει να παραπέμπει στις μέρες μας. Ο ήρωας της Αμερικανικής Αεροπορίας Τσαρλς Λίντμπεργκ (που το 1927 διέσχισε μόνος του με ένα μονοθέσιο αεροπλάνο τον Ατλαντικό και αργότερα εγκωμίασε τον Χίτλερ και τιμήθηκε από τη ναζιστική Γερμανία) βάζει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του 1940 και κερδίζει τον Φραγκλίνο Ρούσβελτ. Παρακολουθούμε την εξέλιξη του μυθιστορήματος μέσα από τη ζωή μιας οικογένειας Εβραίων που ζει στο Νιου Τζέρζι και βιώνει τη μεταστροφή της αμερικανικής κοινωνίας, η οποία αρχίζει να αποδέχεται τον αντισημιτισμό, ενώ εμφανίζονται παντού οι λευκές κουκούλες της Κου Κλουξ Κλαν, η σβάστικα του Χίτλερ, η βία και το μίσος. Ο Λίντμπεργκ, εκλεγμένος Πρόεδρος πια, με ένα διάγγελμά του προς τον αμερικανικό λαό κατηγορεί τους Εβραίους ότι ωθούν την Αμερική να αναμειχθεί σε ένα άσκοπο πόλεμο κατά της ναζιστικής Γερμανίας και υπογράφει ένα σύμφωνο «εγκάρδιας συνεννόησης» με τον Αδόλφο Χίτλερ στο οποίο δείχνει να αποδέχεται τις κατακτητικές βλέψεις του Χίτλερ στην Ευρώπη.

 

Με άλλα λόγια, ο Ροθ καταγράφει πώς θα ήταν η Αμερική αλλά και ολόκληρος o κόσμος σε περίπτωση νίκης του ακροδεξιού Λίντμπεργκ. Έχει ο Τραμπ ιδεολογικές αναφορές αντίστοιχες του Λίντμπεργκ; Υπερβάλλουν όσοι βλέπουν ότι στις πρώτες εβδομάδες της θητείας του φέρνει τις ΗΠΑ, αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, σε παλιές, σκοτεινές εποχές;

 

Ο Τραμπ μοιάζει πια πολύ με τον Χίτλερ και τις μεθόδους του: αμφισβητεί νόμους και το Σύνταγμα, απολύει δημόσιους υπαλλήλους ικανούς να του σταθούν εμπόδιο, «πυροβολεί» τις τέχνες.

Στα τέλη του Οκτωβρίου της περασμένης χρονιάς πολλοί Αμερικάνοι άκουσαν τις δηλώσεις που έκανε ο στρατηγός εν αποστρατεία και πρώην προσωπάρχης του Λευκού Οίκου στην πρώτη προεδρία Τραμπ (2017-2019), Τζον Κέλι. Λίγες ημέρες πριν από τις κρίσιμες αμερικανικές εκλογές ο άνθρωπος που γνώριζε, λόγω της στενής τους συνεργασίας, πολύ καλά τον Τραμπ έλεγε στους «New York Times» πως «ο Τραμπ ταιριάζει στον γενικό ορισμό του φασίστα και ήθελε το είδος των στρατηγών που είχε ο Χίτλερ». Οι δηλώσεις Κέλι όξυναν την προεκλογική περίοδο, το επιτελείο Τραμπ διέψευσε ότι ο υποψήφιος Πρόεδρος έχει απόψεις σαν αυτές του Χίτλερ και κάπου εκεί φάνηκε ότι τελείωσε η ιστορία.

 

 

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν στις ΗΠΑ πολιτικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι για να καταγράψουν όσα συνέβαιναν στη χώρα δεν υπήρχαν λέξεις όπως «φασισμός» ή «Χίτλερ»· έμοιαζαν σχεδόν εντελώς ξένες και παράταιρες. Μερικές εβδομάδες μετά την εκλογή Τραμπ, τα πράγματα έχουν αλλάξει, οι ΗΠΑ μοιάζουν με μια εντελώς διαφορετική χώρα, εκατομμύρια πολίτες σε όλο τον κόσμο αναρωτιούνται αν όσα συμβαίνουν είναι πραγματικά ή πρόκειται για έναν κακό εφιάλτη και πολλοί, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν όσα γίνονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, χρησιμοποιούν λέξεις και έννοιες σαν κι αυτές τις απεχθείς που προαναφέραμε. Όλα δείχνουν ότι έχουν πολλούς και βάσιμους λόγους γι’ αυτό.

 

Πριν από λίγες ημέρες, ο αρθρογράφος της «Monde», Philippe Bernard, έγραψε ότι «οι πρώτες εβδομάδες του Τραμπ ως Προέδρου ήταν αρκετές για να δώσουν στον εφιάλτη της στροφής της Αμερικής στον φασισμό μια αίσθηση πραγματικότητας». Ο Robert Paxton, ένας κορυφαίος Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός με ειδίκευση τον φασισμό στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αρχικά απόφευγε να συνδέσει τον Τραμπ με τον φασισμό, μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο δήλωσε: «Αναθεώρησα κάθε αντίρρησή μου περί φασιστικής ταμπέλας». Και παραθέτει πολλές ομοιότητες μεταξύ Χίτλερ και Τραμπ. «Όπως ο Χίτλερ κατέκτησε στην αρχή το ραδιόφωνο, ο Τραμπ κατέκτησε τα ηλεκτρονικά μέσα, π.χ. το Τwitter, και τη μεγαλύτερη τηλεοπτική αλυσίδα, το Fox. Όπως οι φασίστες ηγέτες, ο Τραμπ κατανοεί τη βαθιά δυσαρέσκεια τμημάτων της κοινωνίας για τους παραδοσιακούς ηγέτες, όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, έτσι κι αυτός εμφανιζόταν ως το μόνο αποτελεσματικό προπύργιο ενάντια σε μια αριστερά που κέρδιζε έδαφος και εμφανιζόταν ακόμα πιο τρομακτική καθώς προσλάμβανε τη μορφή του φεμινισμού, της μαύρης δύναμης, των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων» («Newsweek», 11.1.2012).

 

Ο Τραμπ μοιάζει πια πολύ με τον Χίτλερ και τις μεθόδους του: αμφισβητεί νόμους και το Σύνταγμα, απολύει δημόσιους υπαλλήλους ικανούς να του σταθούν εμπόδιο, «πυροβολεί» τις τέχνες. Όπως ο Χίτλερ κατέβασε από γερμανικά μουσεία έργα που θεωρούσε «εκφυλισμένα», έτσι και ο Τραμπ άλλαξε τη διοίκηση του κέντρου παραστατικών τεχνών και επεμβαίνει στα έργα· ο πρώτος επιδίωκε τον εκφοβισμό και την επικράτηση του φόβου, και ο Τραμπ τον μιμείται. «Αυτός που σώζει τη χώρα του δεν παραβιάζει κανένα νόμο», έγραψε στην πλατφόρμα του ο Τραμπ. Ποιος άλλος, άραγε, σκεφτόταν έτσι;

 

*Στη χώρα μας κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Πόλις.

 

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

 

Μετά τον Μητσοτάκη, τι;



γράφει ο Παύλος Γερουλάνος*

 

Η ομιλία του Πρωθυπουργού στο κλείσιμο της συζήτησης για την πρόταση δυσπιστίας ήταν ένα εξαιρετικό αποτύπωμα πολιτικού που έχει χάσει κάθε μέτρο. Περιείχε ωστόσο, σε μία φράση, τον πυρήνα της πολιτικής του πρότασης που του έχει απομείνει για την Ελλάδα: «Να φύγει αυτή η Κυβέρνηση, να φύγει ο Πρωθυπουργός. Και να έρθει ποιος;».

 

Δεν είναι μόνο ότι τέτοια φράση εκστομίζεται αποκλειστικά από μυαλό εμποτισμένο στην αλαζονεία. Είναι ότι έρχεται και σε απόλυτη αντίθεση με αυτό που είπε ο ίδιος πριν λίγες μέρες στο υπουργικό συμβούλιο, τα μοναδικά σωστά λόγια που έχουν βγει από το στόμα του, εδώ και πολύ καιρό: «Στη Δημοκρατία, δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Ακριβώς. Ειδικά όταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είναι το αδιέξοδο.

 

Τώρα λοιπόν, που ξεκαθαρίζει η εικόνα μη αναστρέψιμης κατάρρευσης της Κυβέρνησης, αρχίζει να φαίνεται ο ελέφαντας στο δωμάτιο. Και έρχεται ταχύτατα η ώρα για να απαντηθεί πιεστικά το ερώτημα: «Μετά τον Μητσοτάκη, τι;»

 

Απαντώ: Στην εξωτερική πολιτική, μετά τον Μητσοτάκη, μία Κυβέρνηση που θα αποκαταστήσει το κύρος της χώρας μας στο εξωτερικό. Παρούσα παντού. Ενεργητική παντού. Γέφυρα λαών και πολιτισμών. Με αυτόν τον τρόπο θα αποκαταστήσουμε την πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική, που υπηρέτησαν όλες οι Κυβερνήσεις από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου και ύστερα, εκτός της σημερινής. Μόνο έτσι, θα μπορέσουμε να κάτσουμε και πάλι, ισότιμα, στο τραπέζι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να διεκδικήσουμε περισσότερα για την Πατρίδα μας. Και για την ίδια, την Ένωση.

 

Στην οικονομία, μετά τον Μητσοτάκη, μία Κυβέρνηση που θα αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή, δίνοντας μάχη με κάθε είδους κοινωνική, γεωγραφική και διαγενεακή ανισότητα. Μία Κυβέρνηση που θα δώσει έμφαση στη δημόσια παιδεία και δημόσια υγεία, ενώ θα πρέπει να επενδύσει στον σύγχρονο πολιτισμό. Μία Κυβέρνηση που θα αξιοποιήσει όλα τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας για να αλλάξουμε το παραγωγικό μοντέλο της πατρίδας μας: Ένα φορολογικό σύστημα που φορολογεί το εισόδημα και όχι το επάγγελμα. Ένα τραπεζικό σύστημα που λειτουργεί για όλους και όχι μόνο για τους λίγους. Μια δημόσια περιουσία που θα επιστρέψει στα χέρια αυτών, που μπορούν να την αξιοποιήσουν: δηλαδή στις Περιφέρειες και τους Δήμους ώστε με λογοδοσία και κατεύθυνση, να επενδύσουν στα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Και μια αναδιανομή των χρημάτων που μας έρχονται από το εξωτερικό, για να διαχυθούν όσο περισσότερο γίνεται μέσα στην κοινωνία, από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Για να διευρυνθεί η παραγωγική μας βάση και να χτίσουμε, αυτό το οποίο ονομάζω «Πατριωτική Οικονομία».

 

Σε επίπεδο θεσμών, μετά τον Μητσοτάκη, μία Κυβέρνηση που θα αποκαταστήσει το κύρος που τόσο υπονόμευσε η σημερινή Κυβέρνηση. Μια Κυβέρνηση, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως παράδειγμα δικαιοσύνης: Θέτοντας πρώτα τον εαυτό της, αλλά και κάθε άλλη εξουσία, σε κρίση και έλεγχο. Μια Κυβέρνηση που μπορεί να μιλάει για αξιολόγηση, γιατί την εφαρμόζει πρώτη στον εαυτό της, στα στελέχη της. Που μπορεί να μιλάει για αξιοκρατία, γιατί πρώτη δίνει το παράδειγμα. Μια Κυβέρνηση που συμπεριφέρεται σε κάθε Ελληνίδα και Έλληνα, ισότιμα. Γιατί το ρουσφέτι διαλύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Κρατάει τα παιδιά μας στην ξενιτιά και ενίοτε, σκοτώνει.

 

Η επόμενη Κυβέρνηση, μετά τον Μητσοτάκη, οφείλει να κηρύξει πόλεμο στο «πάμε κι όπου βγει». Να κηρύξει πόλεμο στη μετριότητα, στον συμβιβασμό με την Ελλάδα στον πάτο των κοινωνικών και θεσμικών δεικτών. Αντιμετωπίζοντας με θάρρος τα λάθη της, όχι μόνο για να τιμωρηθούν οι όποιοι υπεύθυνοι, αλλά κυρίως για να μην τα επαναλάβει. Διάφανα και δίκαια.

 

Υπάρχει τέτοια Κυβέρνηση; Αλίμονο αν στη Δημοκρατία δεν υπήρχαν επιλογές. Άλλωστε, ο ίδιος ο κύριος Μητσοτάκης, το έχει παραδεχτεί, στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Για εμένα, η επιλογή είναι ξεκάθαρη. Ένα κόμμα με πείρα, σοβαρότητα και θεσμικότητα και αυτό είναι το ΠΑΣΟΚ. Αλλά στη Δημοκρατία δεν μετράει η γνώμη του ενός. Μετράει η γνώμη όλων. Αυτή είναι η δύναμή της. Για αυτό κάνουμε εκλογές. Όσο το συντομότερο, λοιπόν, τόσο το καλύτερο.

 

 

*Ο Παύλος Γερουλάνος είναι βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού. 

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Καρυστιανού σε βουλευτές Νέας Δημοκρατίας / «Είστε όλοι υπόλογοι, θα δώσετε λόγο στον ελληνικό λαό»

 


«Αποδείξατε πλέον ΟΛΟΙ ότι αγαπάτε ΜΟΝΟ τις καρέκλες σας» λέει η Μαρία Καρυστιανού στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που απέρριψαν την πρόταση δυσπιστίας, την Παρασκευή, μετά από τρεις μέρες συζήτηση στη Βουλή.

 

«Το χειροκρότημα των βολεμένων στην καρέκλα τους Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας για την απόρριψη της πρότασης δυσπιστίας, επισφράγισε τη συμμετοχή τους στα όσα σκανδαλώδη απο τη πρώτη στιγμή οργανώνει, μεθοδεύει και διαπράττει ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί τους» τονίζει η Μαρία Καρυστιανού σε ανάρτησή της.

 

Και συνέχισε:

 

«Κανένας από αυτούς δεν είχε την ευθιξία, το φιλότιμο, τις αρχές να διαχωρίσει τη θέση του από την Κυβέρνηση που εν γνώσει του Υπουργού της, Κωνσταντίνου Καραμανλή, έστειλε τα παιδιά μας στον θάνατο και από τα ατελείωτα εγκλήματα που στη συνέχεια όλοι μαζί οργανωμένα έχουν διαπράξει για να μην βγει η αλήθεια στο φως, έχοντας βέβαια συνεργούς επίορκους λειτουργούς.

 

Αποδείξατε πλέον ΟΛΟΙ ότι αγαπάτε ΜΟΝΟ τις καρέκλες σας και όχι τους Έλληνες και τη ψυχή τους, που ανίερα την προδώσατε.

 

Είστε όλοι ΥΠΟΛΟΓΟΙ.

 

Θα δώσετε λόγο στον Θεό και στον Ελληνικό Λαό.».

 

πηγή 

 

Ο νέος ακροδεξιός κόσμος

 


Ο λαϊκιστικός και ακροδεξιός λόγος εγκλωβίζει τους ψηφόφορους σε λογικές μίσους και μισαλλοδοξίας, τους πείθει ότι για την επιδείνωση των όρων της ζωής τους ευθύνονται οι καταραμένοι που ήρθαν από μακριά.

 

γράφει ο Γιάννης Παντελάκης

 

Στη Γερμανία δεν συνέβη κάτι θεαματικά διαφορετικό, δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κατέρρευσε, η ακροδεξιά αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Εικονογράφηση: bianka/ LIFO

  

ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΩ ΟΤΙ στη μία χώρα μετά την άλλη η ακροδεξιά –σε ποικίλες πολιτικές εκφράσεις, αλλά σίγουρα όλες επικίνδυνες– αποκτά μεγάλη επιρροή, όπως συνέβη τώρα στη Γερμανία, θυμάμαι μια μικρή ιστορία. Την έχει γράψει ο σπουδαίος Ντιντιέ Εριμπόν και αφορά τους γονείς του, που ζούσαν στη Ρενς στις δεκαετίες του ’50, του ’60, του ’70 και αργότερα.

 

Αυτή η ιστορία λέει ότι οι γονείς του ήταν φτωχοί και αριστεροί∙ ο πατέρας ήταν εργάτης σε εργοστάσιο από τα 14 έως τα 56 του χρόνια, οπότε τον έθεσαν, χωρίς να ζητήσουν τη γνώμη του, σε καθεστώς πρόωρης συνταξιοδότησης, και η μητέρα εργαζόταν για πολλά χρόνια κυρίως ως ανασφάλιστη καθαρίστρια. Και οι δυο, όπως και η πλειονότητα των κατοίκων της πόλης, είχαν ενταχθεί πολιτικά, με έναν σχεδόν ακατέργαστο αλλά σοφό τρόπο, στην αριστερά. Το πανίσχυρο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας ήταν ο πολιτικός εκπρόσωπός τους. Αυτό εκπροσωπούσε την τάξη τους.

 

«Η ψήφος», γράφει ο Εριμπόν, «ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή συλλογικής κατάφασης του εαυτού και του πολιτικού βάρους καθενός και καθεμίας. Και όταν το βράδυ των εκλογών ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα, ξεχείλιζαν από θυμό που νίκησε πάλι η δεξιά, ξεσπώντας κατά των απεργοσπαστών εργατών που “ψήφισαν γκολιστές” και επομένως εναντίον τους».

 

Η ακροδεξιά Μελόνι, η πιο προνομιούχος συνομιλήτρια σήμερα του Τραμπ, ήρθε στην εξουσία με τη στήριξη μεγάλου μέρους της εργατικής τάξης της εποχής μας· οι άνθρωποι που παραδοσιακά εκφράζονταν από το Δημοκρατικό Κόμμα το εγκατέλειψαν μαζικά και στράφηκαν σε αυτήν.

Τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν και το κυριότερο πολιτικό χαρακτηριστικό σε αυτές ήταν οι εναλλαγές συντηρητικών ή κεντροαριστερών κυβερνήσεων στην εξουσία. Οι τελευταίες απογοήτευαν. Οι γονείς του Εριμπόν, όπως και εκατομμύρια άλλοι Γάλλοι, βρέθηκαν σε ένα πολιτικό κενό. «Ποιος εκπληρώνει πλέον τον ρόλο που έπαιζε το “Κόμμα”; Σε ποιον μπορούν να στραφούν οι μη έχοντες, τα θύματα της εκμετάλλευσης, για να νιώσουν ότι εκφράζονται, ότι βρίσκουν στήριξη; Ποιος λογαριάζει ποιοι είναι, τι βιώνουν, τι πιστεύουν;».

  

Η απάντηση είναι «κανένας»∙ για πολλά χρόνια δεν υπήρχε κανένας. Τα αριστερά κόμματα είχαν αρχίσει να μοιάζουν με τα συντηρητικά, μεταλλάχθηκαν και «βάλθηκαν να διαγράψουν καθετί αριστερό από την αριστερά. Επήλθε ουσιαστικά μια γενική και μεγάλη μεταμόρφωση του ήθους και των διανοητικών αναφορών της».

 

Το τέλος της ιστορίας της οικογένειας του Εριμπόν, όπως και εκατομμυρίων ακόμα Γάλλων, ήταν να αρχίσουν να απενοχοποιούν τον πατέρα Λεπέν, πολύ πιο σκληρό ακροδεξιό από την κόρη του. «Όσοι τον ψήφιζαν δεν ήθελαν να βγει, στον δεύτερο γύρο ψηφίζαμε κανονικά», έλεγε η μητέρα του Εριμπόν στον γιο της όταν δειλά ψήφισε για πρώτη φορά τον ακροδεξιό Λεπέν.

 

Τέτοιες ιστορίες, όπου η δεξαμενή της ακροδεξιάς γίνεται μεγαλύτερη και υποδέχεται ολοένα και περισσότερους ψηφοφόρους, που βλέπουν σε αυτή την εκπροσώπησή τους, υπάρχουν πολλά εκατομμύρια σε πολλές χώρες της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια. Και σχεδόν πάντα ακολουθείται η ίδια πορεία: απογοητεύονται από τα κόμματα της αριστεράς ή της σοσιαλδημοκρατίας και μετατρέπονται σε θύματα των πιο αποκρουστικών λογικών.

 

Κάποιοι με λαϊκιστικό και ακροδεξιό λόγο τούς παγιδεύουν, τους εγκλωβίζουν σε λογικές μίσους και μισαλλοδοξίας, τους πείθουν ότι για την επιδείνωση των όρων της ζωής τους ευθύνονται αυτοί οι καταραμένοι που ήρθαν από μακριά στις δικές τους χώρες να τους πάρουν το ψωμί, όπως τους είπαν, και αυτοί το πίστεψαν. Παρότι το ψωμί που έπαιρναν οι καταραμένοι ήταν βρόμικο και κανένας άλλος δεν το ήθελε.

 

 

 Πώς διεκδικεί την πολιτιστική ηγεμονία η ακροδεξιά;

Η Ευρώπη είναι γεμάτη από τέτοιες ιστορίες. Η ακροδεξιά Μελόνι, η πιο προνομιούχος συνομιλήτρια σήμερα του Τραμπ, ήρθε στην εξουσία με τη στήριξη μεγάλου μέρους της εργατικής τάξης της εποχής μας∙ οι άνθρωποι που παραδοσιακά εκφράζονταν από το Δημοκρατικό Κόμμα το εγκατέλειψαν μαζικά και στράφηκαν σε αυτήν. Στο βιβλίο Από το κόκκινο στο μαύρο, ο Αλεσάντρο Πορτέλι, αφού μελέτησε για πολλά χρόνια την πολιτική συμπεριφορά των κατοίκων μιας εργατούπολης, του Τέρνι, που κάποτε ήταν βιομηχανική πόλη, κατέγραψε πολύτιμα συμπεράσματα όσον αφορά το γιατί και εκεί οι άνθρωποι στράφηκαν από το Δημοκρατικό Κόμμα στην ακροδεξιά. Απογοητεύτηκαν από την «κυβερνώσα αριστερά». Αυτός ήταν ο κύριος λόγος.

 

Στη Γερμανία δεν συνέβη κάτι θεαματικά διαφορετικό, δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κατέρρευσε, η ακροδεξιά αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση και μια έρευνα που έγινε πέρσι από το Ινστιτούτο του Μονάχου Ifo έδωσε μια καλή απάντηση στο ερώτημα γιατί κερδίζει το AfD: λόγω του αυξανόμενου χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Οι τελευταίοι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους άλλοτε πανίσχυρους σοσιαλδημοκράτες και την αναζήτησαν σε αυτούς «που μιλάνε τη γλώσσα τους». Για την ακρίβεια, έτσι νομίζουν. Μια ματιά στις έρευνες για το ποιοι επιλέγουν τους γηγενείς ακροδεξιούς θα πείσει ότι σε μικρό ή μεγάλο βαθμό αυτό συμβαίνει και στην Ελλάδα…

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

 

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

«Βόμβες» Τζαβάρα για τα Τέμπη και τη Δικαιοσύνη

 


Το μπάζωμα «αλλοίωσε τα ίχνη του εγκλήματος» • Θα έπρεπε να έχουν ασκηθεί κακουργηματικές διώξεις • «Δεν μπορεί να γίνεται λόγος στην Ελλάδα περί ανεξάρτητης δικαιοσύνης», αναφέρει μεταξύ άλλων ο πρώην υπουργός της Νέας Δημοκρατίας • Πώς σχολίασε τη διαγραφή Σαμαρά

«Απασφάλισε» ο πρώην υπουργός και πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Κώστας Τζαβάρας σε σημερινή του συνέντευξη στην εφημερίδα «Πατρίς» της Ηλείας, σχολιάζοντας τις εξελίξεις στο έγκλημα των Τεμπών, τους χειρισμούς της κυβέρνησης στην υπόθεση, αλλά και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης συνολικά.

 

Ο πρώην «γαλάζιος» βουλευτής εμφανίστηκε βέβαιος πως «η αποκαλούμενη "αποκατάσταση" του χώρου της σύγκρουσης των τρένων εξαφάνισε πληθώρα κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων και αλλοίωσε τα ίχνη του εγκλήματος, ώστε πλέον η Δικαιοσύνη να αδυνατεί να προσεγγίσει με ασφάλεια την αλήθεια», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε.

 

Ο Κώστας Τζαβάρας σχολίασε πως δικαιολογημένα η εισαγγελέας εφετών Λαρίσης αναφέρει ότι εξαιτίας των ανεπίτρεπτων παρεμβάσεων στον τόπο του συμβάντος «καθίσταται δυσχερής, αν όχι αδύνατη, η πλήρης συγκέντρωση και αξιοποίηση όλων των ευρημάτων προκειμένου να εντοπιστούν οι αιτίες του δυστυχήματος και συνακόλουθα οι πράξεις και παραλείψεις των υπαιτίων που αιτιακά οδήγησαν σε αυτό», επιβεβαιώνοντας επί της ουσίας το «μπάζωμα» του χώρου.

 

«Αντί όμως για τις κακουργηματικές διώξεις που θα έπρεπε να έχουν ασκηθεί, η υπόθεση των Τεμπών οδηγείται σήμερα δυστυχώς σε δίκη μόνο με τον χαρακτηρισμό της πλημμεληματικής εξ αμελείας ανθρωποκτονίας 57 ανθρώπων, που οφείλεται στο "ανθρώπινο λάθος" ενός σταθμάρχη», υπογράμμισε εμφατικά ο πρώην υπουργός εκθέτοντας όσους χειρίστηκαν την υπόθεση.

 

Για τη Δικαιοσύνη

Ο πρώην υπουργός και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας ξεκαθάρισε πως «όσο ο εκάστοτε πρωθυπουργός έχει το δικαίωμα να διορίζει στις ανώτατες θέσεις της Δικαιοσύνης όποιο πρόσωπο επιθυμεί, χωρίς να δεσμεύεται από κανένα αξιοκρατικό κριτήριο, δεν μπορεί να γίνεται λόγος στην Ελλάδα περί ανεξάρτητης δικαιοσύνης».

 

«Το ισχύον συνταγματικό καθεστώς διορισμού της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση είναι αναχρονιστικό», εξήγησε. «Διευκολύνει την εξάρτηση και τον επηρεασμό της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία. Παράλληλα, η πρακτική που τις τελευταίες δεκαετίες εφαρμόζεται με τον διορισμό των ανωτάτων δικαστών σε θέσεις προεδρείων ανεξαρτήτων δικαστικών αρχών, έχει οδηγήσει στη δημιουργία ενός κλίματος "συναλλαγής", που διαβρώνει την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης», πρόσθεσε ο Κώστας Τζαβάρας «φωτίζοντας» μερικές από τις παθογένειες του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα.

 

Τέλος, ο πρώην «γαλάζιος» βουλευτής εξέφρασε την αντίρρησή του με την απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να διαγράψει τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. «Κατά την προσωπική μου άποψη, η διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία είναι λανθασμένη απόφαση [...] Δεν μπορεί να διαγράφεται από το κόμμα του επειδή διατύπωσε -με σκληρή ομολογουμένως κριτική κατά της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη- τις απόψεις του και την αγωνία του, τόσο για τα εθνικά θέματα όσο και για τα ζητήματα λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών», συμπλήρωσε.




Στρατής Ηλιάκης

 

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

Ο Οδυσσέας εμπιστεύεται την δικαιοσύνη…

Ξετυλίγεται σιγά σιγά το κουβάρι της εσωκομματικής αναταραχής στο ΠΑΣΟΚ με τους βουλευτές που αντέδρασαν για την δήλωση Ανδρουλάκη για τη Δικαιοσύνη.

  


Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε δηλώσει ότι έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη του στην Δικαιοσύνη και δέχθηκε τα πυρά της κυβέρνησης για το ότι ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης εκφράζει τέτοια άποψη για την δικαστική εξουσία. Βέβαια το γεγονός ότι 70-80% των πολιτών λένε στις δημοσκοπήσεις ότι δεν την εμπιστεύονται δεν αφορά κανέναν μάλλον.

 

Στο υπόλοιπο 20-30% που εμπιστεύεται την δικαιοσύνη δεν είναι μόνο η κυβέρνηση αλλά και ο αντιπρόεδρος της Βουλη΄ς και ηγετικό στέλεχος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στον Νίκο Ανδρουλάκη, Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος.

 

 

“Έχω εμπιστοσύνη στην δικαιοσύνη. Επίορκοι υπάρχουν σε πολλούς χώρους. Η δικαιοσύνη δεν πρέπει να δικάζει ούτε με βάση τις δημοσκοπήσεις, ούτε με βάση τις διαδηλώσεις. Πρέπει να δικάζει ανεξαρτήτως, με βάση τα στοιχεία και πρέπει να έχει την προσοχή της να απαντά σε αυτά που «βγαίνουν» προς τα έξω γιατί η κοινωνία έχει ανάγκη από διαφάνεια και ενημέρωση. Σε αυτό έχει μεγάλη ευθύνη, ώστε να μην επιτρέπει να γίνονται συνωμοσιολογίες. Αν δεν συνδέονται τα γεγονότα δεν πρέπει να τα συνδέουμε. Στη διαδικασία που αφορά τα Τέμπη η κυβέρνηση έχει την μεγάλη ευθύνη που κάλυψε τον Υπουργό της, τον κ. Καραμανλή και δεν τον άφησε να πάει στον δικαστή” ανέφερε σήμερα στο ΣΚΑΙ.

ps: Μήπως έφτασε η ώρα ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να πάρει σημαντικές αποφάσεις για όλους αυτούς που ακυρώνουν την προσπάθεια όλων μας για να κτίσουμε από την αρχή την  μεγάλη Δημοκρατική παράταξη ? Μήπως όσο πιο γρήγορα τους στείλει εκεί που ανήκουν πραγματικά... καθαρίσει το τοπίο και αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των Πολιτών στο χώρο που παραδοσιακά ανήκαν, χωρίς αμφισημίες - "ήξεις" "αφίξεις"...και διφορούμενα μηνύματα?

 

  

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025

Ποια ακριβώς Δημοσιογραφία

 


Να συμφωνήσουμε πως ο Τύπος έχει βαθιά υποχρέωση, δομική, να ερευνά σε όλες τις πτυχές τους τις υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της Δημοκρατίας και των σύγχρονων κεκτημένων της πολιτείας. Τέτοιες δε υποθέσεις επειδή ακριβώς είναι εν κινήσει, εμπλουτίζονται και εξετάζονται διαρκώς – παρά το γεγονός πως κάποιοι προφανώς εμπλεκόμενοι δεν θα ήθελαν. Αθροίζονται δε […]

 

γράφει ο Δημήτρης Ν. Μανιάτης

 

Να συμφωνήσουμε πως ο Τύπος έχει βαθιά υποχρέωση, δομική, να ερευνά σε όλες τις πτυχές τους τις υποθέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα της Δημοκρατίας και των σύγχρονων κεκτημένων της πολιτείας. Τέτοιες δε υποθέσεις επειδή ακριβώς είναι εν κινήσει, εμπλουτίζονται και εξετάζονται διαρκώς – παρά το γεγονός πως κάποιοι προφανώς εμπλεκόμενοι δεν θα ήθελαν. Αθροίζονται δε στοιχεία και από τη δημοσιογραφική έρευνα η οποία επίσης έχει υποχρέωση να σχολιάζει, αλλά και όταν η υπόθεση καθαυτή έχει πάει στη Δικαιοσύνη, από τα αντίδικα μέρη.

 

Στοιχειώδες θα πει κάποιος. Και θα αναρωτηθεί: γιατί δίνετε σήμερα στο κυρίως κομμάτι της στήλης σας χώρο για θέματα που είναι λυμένα στα πρώτα έτη δημοσιογραφικών σχολών; Γιατί με αφορμή το σκάνδαλο των υποκλοπών και του τερατώδους μηχανισμού του Predator – που επιπροσθέτως δεν αφορά απλώς παρακολουθήσεις αλλά και χειραγώγηση υλικού και απόλυτη κατάλυση κάθε ιδιωτικού δεδομένου – κάποιοι θεωρούν πως ο Τύπος πρέπει να μην έχει λόγο και να μη θέτει ερωτήματα.

 

Προφανώς ορισμένοι τζογάρουν είτε στον κυνισμό και την παθητικοποίηση της κοινής γνώμης με μια λογική του «όλοι παρακολουθούν όλους», είτε με εκφοβισμό των δημοσιογράφων που έχουν επιλέξει να ερευνήσουν το θέμα. Μια στρατηγική που καταγράφεται στο δεύτερο σκέλος είναι αυτή των αλλεπάλληλων αγωγών αλλά και των SLAPPS. Και άρα του προληπτικού φόβου για τον κάθε δημοσιογράφο που επιχειρεί να ψηλαφίσει το θέμα και τις πολιτικές του ή ακόμη και πολιτειακές του προεκτάσεις.

 

Εδώ τώρα φαίνεται πως μετακινούμαστε σε ένα ακόμη πιο επικίνδυνο σημείο με τα πρόστιμα που πέσαν στο κανάλι του Mega από το ΕΣΡ για τις υποκλοπές. Οχι απλώς δεν θα γράψεις, δεν θα πεις κάτι για την υπόθεση, αλλά δεν θα παρουσιάσεις και τα στοιχεία για τους φερόμενους μετόχους και δράστες της υπόθεσης. Δεν έχεις δικαίωμα ως Τύπος να παρουσιάζεις βήμα-βήμα και σημείο-σημείο την υπόθεση που είναι εν κινήσει και άρα σε καθεστώς διερεύνησης και σε καθεστώς είτε εμπλουτισμού της ίδιας της προδικασίας της, ή ακόμη και αναίρεσης ή απόρριψης στοιχειών για αυτήν.

 

Μα το Predator, οι υποκλοπές – που απασχολούν σταθερά τρία χρόνια και ορθά τη δημόσια σφαίρα – έχουν και πολιτικές προεκτάσεις. Πυροδότησαν παραιτήσεις ανώτατων πολιτικών επιτελικών στελεχών σαν του τέως γ.γ. της κυβέρνησης, που λόγω και της θέσης του στο νομοθετημένο επιτελικό κράτος είχε κομβική θέση στις κυβερνητικές στρατηγικές. Ακόμη και σε προτάσεις μομφής οδήγησαν στη Βουλή έπειτα από πόρισμα της ΑΔΑΕ (Ιανουάριος του 2023).

 

Τις υποκλοπές δεν τις πολιτικοποίησε ο Τύπος. Το ίδιο το πολιτικό σύστημα αναζήτησε στην πολύκροτη υπόθεση και πολιτικές ευθύνες. Αυτές ακριβώς τις αντιθέσεις, κυρίαρχες στο πολιτικό τοπίο, είχε υποχρέωση και ο Τύπος, ηλεκτρονικός και μη, να καταγράψει. Αλίμονο αν όπως και στα Τέμπη τώρα, δεν παρακολουθούσε την εξέλιξη των ερευνών, δεν αναδείκνυε αντιφάσεις και νέα ευρήματα. Αλίμονο αν δεν έβαζε τίτλους και δεν έθετε ερωτήματα. Ποιος θα ήταν ο ρόλος του;

 

ΥΓ. Ολα αυτά τα γράφουμε γιατί το ΕΣΡ έκρινε ότι το Mega παραβίασε κατ’ εξακολούθηση τις διατάξεις περί «υποχρέωσης σεβασμού της προσωπικότητας αναφερομένου σε εκπομπές προσώπου» και έριξε πρόστιμο ύψους 90.000 ευρώ στο κανάλι μετά την προσφυγή που είχε κάνει ο Γρηγόρης Δημητριάδης με αφορμή τα ρεπορτάζ του καναλιού για το σκάνδαλο των υποκλοπών.




 

Πηγή:ΤΑ ΝΕΑ

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

Ο ιππότης της αποκαλύψεως…

 


γράφει ο Πέτρος Μανταίος

 

Προσωπικά, θεωρώ ότι ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης αν και επιθυμεί να δείχνει πότε πότε ότι αλλάζει γραμμή και πιάνει τον σφυγμό των γεγονότων ή τον αγγίζουν οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης, στην πραγματικότητα, ως κατεξοχήν καιροσκόπος πολιτικός, ταμπλό αλλάζει· η γραμμή είναι ίδια κι απαράλλαχτη· ίσως με επιβραδύνσεις ή επιταχύνσεις, ενίοτε με ελάχιστες, άνευ σημασίας, παρεκκλίσεις, αλλά πάντα ίδια.

 

Δεν θεωρώ, επομένως, ότι μετά τη συνέντευξη στον Σρόιτερ, όπου μας «διάβασε» και δυο αποσπάσματα υποτιθέμενης μεταμέλειας από το «Λογική και ευαισθησία» (δεν κυριολεκτώ, ασφαλώς!), «επέστρεψε στην αρχική γραμμή» (χθεσινή «Συντακτών») με τη συνέντευξή του στην «Καθημερινή της Κυριακής». Αλλωστε, στο επίμαχο θέμα των Τεμπών, αφήνει καλού-κακού κι ένα περιθώριο νέας «αλλαγής γραμμής»: «…εφόσον επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους», λέει αναφερόμενος στα μεταχρονολογημένα βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας.

 

Το θέμα είναι ότι, ευκαιρίας (των βίντεο) δοθείσης, επιτίθεται λάβρος στην αντιπολίτευση, περίπου συμπούρμπουλη (βρήκαμε παπά να θάψουμε καμπόσους!), υπεραμυνόμενος θεσμών, δημοκρατίας, δικαιοσύνης, πατρίδας, ιερών και οσίων, μόνος αυτός, ως άλλος ιππότης της αποκαλύψεως (δεν λέω Δον Κιχώτης, διότι τιμώ απεριόριστα τον ήρωα του Θερβάντες και της εφηβείας μου), εναντίον Αγαρηνών, Πομερανών και Βησιγότθων.

 

Να δούμε τώρα, ενδεικτικά, και τη μεγάλη «μπαγαποντιά»: Η, κατά Μητσοτάκη, «αμφισβήτηση των θεσμών» από την αντιπολίτευση περιλαμβάνει «από τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δικαιοσύνη μέχρι τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας». Εδώ τα χαλάμε, κ. πρωθυπουργέ! Είναι άλλο ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας, που ουδείς τον αμφισβήτησε, και άλλο το συγκεκριμένο πρόσωπο που επελέγη και εξελέγη –όπως επελέγη και εξελέγη– Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που τον αμφισβήτησαν και τον αμφισβητούν οι πάντες, πλην της πλειοψηφίας μιας μειοψηφίας που τον εξέλεξε.

 

Αν αυτό δεν είναι –έμπρακτη πλέον– αμφισβήτηση θεσμού, κυρίως διασυρμός του κορυφαίου θεσμού ενότητας του έθνους (τολμάει και μιλάει για «διχασμό» ο κ. Μητσοτάκης!), τότε να πάμε να πνιγούμε όλοι στο Φάληρο!

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *