Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Όταν το γυαλί ράγισε: Η κατάργηση του νόμου Glass - Steagall και η μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε επιχείρηση χρηματοπιστωτικού τζόγου

Είναι 12 Νοέμβρη του 1999 και ο Λευκός Οίκος των Ηνωμένων Πολιτειών γιορτάζει. Μαζί του πανηγυρίζουν χιλιάδες επενδυτές και τραπεζίτες στην Αμερική, αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι η μέρα που υπογράφεται ο νόμος για την... “Μοντερνοποίηση του Οικονομικών Υπηρεσιών”, ή αλλιώς Gramm-Leach-Bliley Act.



Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Δημοκρατικός Μπιλ Κλίντον, ο τελευταίος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών που βομβάρδισε ευρωπαϊκό έδαφος. Από τον Μάρτιο του 1999 όλα τα μέσα ενημέρωσης του πλανήτη στρέφονται στην Σερβία, το Μαυροβούνιο και το Κόσοβο, για τον πόλεμο των 77 ημερών που, όπως ανακοίνωσαν ο Μπιλ Κλίντον και ο Τόνι Μπλερ, αποτέλεσε έναν “ανθρωπιστικό πόλεμο για την προστασία αμάχων από την εθνοκάθαρση του Σέρβου Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς”.

Την ίδια στιγμή στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, σχηματιζόταν ένας κολοσσός τερατωδών διαστάσεων. Ήταν Οκτώβριος του 1998 και λίγο πριν τα ΝΑΤΟϊκά αεροσκάφη σφυροκοπήσουν το Βελιγράδι και δεκάδες ακόμη πόλεις και χωριά, σχηματιζόταν το... “too big to fail” μεγαθήριο που ακούει στο όνομα Citigroup.

Η εμπορική τράπεζα Citicorp ανακοινώνει τη συγχώνευση της με την ασφαλιστική κοινοπραξία Travelers Group και το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα: Να ακυρώσει μία από τις μεγαλύτερες συγχωνεύσεις στην ιστορία της αμερικανικής οικονομίας ή να κάνει τα στραβά μάτια.

Το 2008 ο Άλαν Γκρίνσπαν, πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδιακή τράπεζας από το 1987 ως το 2006 δηλώνει σε τηλεοπτική του συνέντευξη ότι “η FED είναι υπεράνω του νόμου. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορούν να παρέμβουν στο έργο της. Όσοι την διοικούν είναι υπόλογοι μονάχα στον ίδιο τους τον εαυτό”.

10 χρόνια πριν, το 1998, ο Άλαν Γκρίνσπαν από τη θέση του προέδρου της FED λαμβάνει μία απόφαση που θα σημαδέψει την παγκόσμια οικονομία για την επόμενη δεκαπενταετία: την προσωρινή παύση του νόμου Glass - Steagall, για την διευκόλυνση της δημιουργίας του τραπεζικού κολοσσού της Citigroup.


Πίσω στο μακρινό 1932 οι ΗΠΑ, αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης, βρίσκονται υπό την απειλή της ολοκληρωτικής διάλυσης. Η οικονομική κρίση που μαστίζει την παγκόσμια οικονομία έχει βυθίσει την Ευρώπη στη σκιά του φασισμού και του ναζισμού, την ώρα που η Αμερική βιώνει ένα πρωτοφανές και άνευ προηγουμένου χρηματοπιστωτικό κραχ. Η ανεργία ξεπερνά κάθε φαντασία και η κατάσταση μοιάζει μη αναστρέψιμη.

Είχαν ήδη συμπληρωθεί τρία χρόνια από την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου της Wall Street. Ένα κενό αναπτυξιακό ράλι 9 συνεχόμενων ετών σταμάτησε στις 24 Οκτώβρη του 1929. Ήταν η “Μαύρη Πέμπτη” της αμερικανικής οικονομίας, όταν μέσα σε μία μόλις μέρα εξαφανίστηκε το 11% της συνολικής αξίας των μετοχών. Είχε προηγηθεί η κατάρρευση του βρετανικού χρηματιστηρίου, υπό το βάρος συγκλονιστικών αποκαλύψεων διαφθοράς στις τάξεις μερικών από τους μεγαλύτερους επενδυτές της εποχής.

Η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην αμερικανική αγορά χάθηκε. Όλα τα χρηματιστήρια της Δύσης βλέπουν τις αξίες των μετοχών να εξαφανίζονται και την πραγματική τους οικονομία να μετατρέπεται σε άχρηστα χαρτιά.


Το χάος των τριών χρόνων της κρίσης, έρχονται να καλύψουν δύο νομοσχέδια σχεδιασμένα από τους Δημοκρατικούς Carter Glass και Henry Steagall. Το Τραπεζικό νομοσχέδιο του 1932 επιτρέπει στην Αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα την άμεση έκδοση χρήματος με εγγυητή το αμερικανικό κράτος και τα αποθέματα χρυσού του, αλλά και τον άμεσο δανεισμό έως και 5 εκατομμυρίων δολαρίων των συστημικών ή μικρότερων τραπεζών, κάτω από σχετικά ευνοϊκές συνθήκες.

Επειδή, όμως, το χρηματιστηριακό τζογάρισμα της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα έδωσε στην αμερικανική ηγεσία ένα πολύ καλό μάθημα διαχείρισης ακραίων καταστάσεων οικονομικής κρίσης, ο νομοθέτης παίρνει μία ακόμη πολύ σημαντική απόφαση. Να διαχωρίσει τις εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες. Καμία εμπορική τράπεζα δεν θα έχει πλέον το δικαίωμα να κερδοσκοπεί με τα λεφτά των καταθετών της.

Είναι η αρχή του λεγόμενου New Deal, της απόφασης του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Φράνκλιν Ρούσβελτ, να προχωρήσει σε τεράστιες κρατικές επενδύσεις μετατρέποντας την, μέχρι τότε, ασταθή αμερικανική οικονομία, σε παγκόσμιο κυρίαρχο.

Κάποιοι λένε ότι ο νόμος Glass - Steagall κέρδισε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι Αμερικανοί οικονομικοί παράγοντες και τραπεζίτες βλέπουν να γεννιέται μπροστά τους ένα καινούριο αμερικανικό θαύμα ανίκανοι να απλώσουν τα χέρια τους μέχρι εκεί που επιθυμούν.


Το 1956 ο Τραπεζικός νόμος του 1932, σκληραίνει κι άλλο. Οι περιορισμοί επεκτείνονται και οι εταιρίες που έχουν στην κατοχή τους πάνω από δύο τράπεζες, απαγορεύεται να προχωρούν σε οποιασδήποτε άλλης φύσης επιχειρηματικές κινήσεις, ενώ τους απαγορεύεται επίσης η δυνατότητα να εξαγοράσουν τράπεζες σε άλλες πολιτείες.

Οι τραπεζίτες αλλά και οι λομπίστες του επενδυτικού κόσμου ψάχνουν τρόπους για να κερδοσκοπήσουν. Ασκούν συνεχόμενες πιέσεις και καταφέρνουν να εξασφαλίσουν στα μέσα στη δεκαετία του 1960, τη δυνατότητα τραπεζικής συναλλαγής ομολόγων των δήμων της χώρας, ενώ τη δεκαετία του 1970 τα επενδυτικά κεφάλαια ρίχνουν για πρώτη φορά στην αγορά λογαριασμούς όψεως προσφέροντας αυξανόμενα, αλλά κυμαινόμενα, επιτόκια, έκδοση επιταγών αλλά και χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες.


Τον Δεκέμβριο του 1986 το συμβούλιο της FED “επανερμηνεύει” το άρθρο 20 του νόμου Glass - Steagall περί... “απαγόρευσης κάθε τράπεζας μέλους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, είτε πρόκειται για πολιτειακή είτε για εθνική τράπεζα, από το να συνδέεται με μια εταιρία που “ασχολείται κατά κύριο λόγο” με την έκδοση, διακίνηση, εγγύηση, δημόσια πώληση ή διανομή τίτλων”.

Η FED επιτρέπει, πλέον, στις τράπεζες να κατέχουν ένα 5% ακαθάριστων εσόδων από επενδυτικές συναλλαγές. Το πρώτο ρήγμα ενός τόσο εύθραυστου νόμου επετεύχθη 50 χρόνια μετά την ψήφισή του. Κλειδί στην αλλαγή του νόμου ήταν οι λέξεις “ασχολείται κατά κύριο λόγο” του άρθρου 20, οι οποίες θεωρήθηκε πως επιτρέπουν μικρές επενδυτικές συναλλαγές των εμπορικών τραπεζών, εφόσον αυτές δεν επηρεάζουν τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα τους.

Το μικρό αυτό ρήγμα άνοιξε την όρεξη στους πανίσχυρους, αλλά δίχως τα απαραίτητα εργαλεία, τραπεζίτες. Την άνοιξη του 1987, λίγους μόλις μήνες μετά την πρώτη αλλαγή του νομοσχεδίου, το διοικητικό συμβούλιο της FED με ψήφους 3 υπέρ και 2 κατά, αποφασίζει την ελαστικοποίηση των περιορισμών του Glass - Steagall. 

Παρά την άρνηση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Πολ Βόλκερ, το συμβούλιο αποδέχεται τις εισηγήσεις των Citicorp, JP Morgan και Bankers Trust να επιτραπεί στις εμπορικές τράπεζες να διαχειρίζονται ασφάλιστρα, εμπορικά χρεόγραφα, ομολογιακά δημοτικά κεφάλαια και ενυπόθηκους τίτλους.

Για τον τότε αντιπρόεδρο της Citicorp, τρία βασικά πράγματα είχαν αλλάξει από το μακρινό 1933: η αποτελεσματικότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι άψογα καταρτισμένοι επενδυτές και οι... “εξαιρετικά μελετημένοι οίκοι αξιολόγησης”.

Οι ορέξεις των Αμερικανών τραπεζιτών δεν έχουν όρια. Το πουλόβερ που άρχισε να ξηλώνεται από το 1986 τούς έδειξε το δρόμο, και οι συγκυρίες είναι τέτοιες, που κάθε τους αίτημα στην όλο και περισσότερο ελεγχόμενη FED, γίνεται πανηγυρικά αποδεκτό.


Τον Μάρτιο του 1987 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ εγκρίνει το αίτημα της Chase Manhattan για εμπλοκή της στη διαχείριση ασφαλίστρων, βασιζόμενη στην ίδια ακριβώς απόφαση που ελήφθη για λογαριασμό της Bankers Trusts.

Παρά το γεγονός ότι το διοικητικό συμβούλιο της FED κρατά μία τυπικά ανήσυχη στάση απέναντι στην παραβίαση του κανονισμού για απαγόρευση της εμπλοκής εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων με επενδυτικές, στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί τη φράση του άρθρου 20 του νόμου Glass - Steagall, περί “απασχόλησης κατά κύριο λόγο”, ανοίγοντας το παράθυρο σε τραπεζικές επενδύσεις που εμπεριέχουν επενδυτικό ρίσκο.

Τα αίματα βράζουν, και οι δύο διαφορετικές κουλτούρες, μία του επενδυτικού ρίσκου και μία του αθώου τραπεζικού δανεισμού και προστασίας των καταθέσεων, πάνε περίπατο.


Τον Αύγουστο του 1987 ο Άλαν Γκρίνσπαν, πρώην διευθυντής της JP Morgan και υπέρμαχος της τραπεζικής απελευθέρωσης, διορίζεται πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ υπό την διακυβέρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ο Άλαν Γκρίνσπαν θα διατηρήσει τη θέση του μέχρι το 2008, ενώ πρώτη και μεγαλύτερη προτεραιότητα του είναι ο ανταγωνισμός των αμερικανικών τραπεζών με τα ξένα τραπεζικά ιδρύματα.

Η αμερικανική κυβέρνηση ψάχνει τρόπο να απεμπλακεί από τον δεσμευτικό νόμο Glass - Steagall. Τον Ιανουάριο του 1989 το διοικητικό συμβούλιο της FED εγκρίνει ένα ακόμη αίτημα των JP Morgan, Chase Manhattan, Bankers Trust και Citicorp για περαιτέρω άνοιγμα των περιορισμών, συμπεριλαμβάνοντας στις δραστηριότητες των εμπορικών τραπεζών τους συμμετοχικούς και χρεωστικούς τίτλους στις ήδη υπάρχουσες υπηρεσίες δημοτικών και εμπορικών χρεογράφων.

Όποτε η βουλή και το Κογκρέσο βάζουν τρικλοποδιά στα σχέδια τους, οι μεγάλες συστημικές τράπεζες και η FED αποφασίζουν από μόνες τους. 

Έτσι λοιπόν, το 1990, η JP Morgan, “αγαπημένη” τράπεζα του πρώην διευθυντή της και νυν προέδρου της FED Άλαν Γκρίνσπαν, γίνεται η πρώτη αμερικανική εμπορική τράπεζα που διαχειρίζεται εγγυητικούς τίτλους, με προϋπόθεση αυτοί να μην ξεπερνούν το 10% των ακαθάριστων εσόδων της.

Ένα απαρχαιωμένο νομοσχέδιο του 1933 στέκεται εμπόδιο μπροστά στην οριστική εξάπλωση των τραπεζών σε κάθε πιθανό κερδοσκοπικό τομέα. Την ώρα που οι τράπεζες λαμβάνουν από την FED τη μία αδειοδότηση μετά την άλλη, η γερουσία παίζει το δικό της παιχνίδι.

Μέσα σε πέντε μόλις χρόνια, η αμερικανική γερουσία προσπάθησε να καταργήσει το νόμο Glass - Steagall τέσσερις φορές. Το 1984 και το 1988, επί διακυβέρνησης Ρόναλντ Ρέιγκαν, προωθεί σχέδια νόμου για την άρση κάθε περιορισμού στις τραπεζικές κινήσεις, αλλά και τις δύο φορές η Βουλή τις απορρίπτει. Επόμενη προσπάθεια έγινε το 1991 υπό την διακυβέρνηση του Τζόρτζ Μπους του πρεσβυτέρου.

Όλα έδειχναν ότι οι τράπεζες θα απαλλαγούν, επιτέλους, από το βραχνά των περιορισμών, μιας και οι τραπεζικές επιτροπές στη γερουσία και τη βουλή ενέκριναν την απόφαση. Κι όμως, για μία ακόμη φορά η ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων είναι αυτή που θα την απορρίψει.

Μία από τις τελευταίες αποτυχημένες απόπειρες κατάργησης του νόμου Glass - Steagall έγινε το 1995, επί προεδρίας του Δημοκρατικού προέδρου Μπιλ Κλίντον. Αυτή τη φορά η πρόταση δεν πρόλαβε καν να φτάσει στη βουλή για να απορριφθεί, μιας και οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν λίγο νωρίτερα.

Οι προσπάθειες ακύρωσης του νομοσχεδίου Glass - Steagall δίχασαν ασφαλιστικές εταιρίες, χρηματοπιστωτικούς οίκους, μεγάλες και μικρές τράπεζες. Τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα βρέθηκαν στο πεδίο των μαχών του Κογκρέσου, με μεγαλύτερο διακύβευμα όλων να αποτελεί το ποιος θα αναλάβει το ρόλο του κυρίαρχου τραπεζικού ρυθμιστή: Η FED, ή το υπουργείο οικονομικών;

Η απάντηση δόθηκε τον Δεκέμβρη του 1996. Η FED του Άλαν Γκρίνσπαν, ανεβάζει το όριο ακαθάριστων εσόδων μίας εμπορικής τράπεζας από διαχείριση εγγυητικών τίτλων, από το 10% στο 25%. Κανείς δεν είχε πια την υπομονή να περιμένει την πολιτική απόφαση της κατάργησης ενός νόμου που φτιάχτηκε πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομοσπονδιακή Τράπεζα και ιδιωτικοί τραπεζικοί κολοσσοί δημιουργούν ένα σοκαριστικό δεδικασμένο. 

Μόνος ουσιαστικός περιορισμός παραμένει η απαγόρευση της κατοχής χρηματιστηριακών εταιριών από τους ιδιοκτήτες εμπορικών τραπεζών. Κάτι που θα αλλάξει λίγους μόλις μήνες μετά το νέο τραπεζικό πραξικόπημα του Άλαν Γκρίνσπαν και της FED. Τον Αύγουστο του 1997 η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ άρει τους περιορισμούς του άρθρου 20 του νόμου Glass - Steagall. 

Η επίσημη δικαιολογία του διοικητικού της συμβουλίου είναι πως το ρίσκο των ασφαλίστρων "είναι διαχειρίσιμο". Η αγορά θα υποσχεθεί τα πάντα για να απαλλάξει από τις όποιες αντιρρήσεις τους δημόσιους λειτουργούς και, κυρίως, την παγκόσμια κοινή γνώμη που ζει ένα όνειρο συνεχούς ανάπτυξης για πάνω από 50 χρόνια.


Το 1997 η Bankers Trusts, η οποία σήμερα βρίσκεται υπό την κατοχή της Ντόιτσε Μπανκ, εξαγοράζει την επενδυτική τράπεζα Alex Brown & Co, αποτελώντας την πρώτη αμερικανική εμπορική τράπεζα που έχει υπό την κατοχή της μία επενδυτική εταιρία.

Τον Φεβρουάριο του 1998 ο Σάντυ Γουέιλ της επενδυτικής και ασφαλιστικής εταιρίας Travelers καλεί για δείπνο στο δωμάτιο του στο πολυτελές ξενοδοχείο Park Hyatt τον τότε πρόεδρο της Citicorp, Τζον Ριντ, με μία εντυπωσιακή πρόταση. Τη συγχώνευση των δύο τραπεζικών και επενδυτικών τους γιγάντων.

Το μήνυμα έχει δοθεί. Κανείς δεν κάνει πλέον ότι του λέει ο νόμος, αλλά ότι διατάζει η FED. 


Στις 6 Απριλίου του 1998 Γουέιλ και Ριντ ανακοινώνουν μία συγχώνευση 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μέσω ενδοχρηματιστηριακής ανταλλαγής μετοχών, δημιουργώντας τον επενδυτικό τραπεζικό κολοσσό της Citigroup. Είναι η μεγαλύτερη συγχώνευση όλων των εποχών.

Τα επιτελεία των δύο εταιριών ψάχνουν τρόπους για να παρακάμψουν τη νομοθεσία. Οι επιλογές του νομοθέτη δεν είναι πολλές. Είτε θα παγώσει τη συμφωνία, είτε θα υποχρεώσει τις εταιρίες να απαλλαγούν από τις παράλληλες και άρα παράνομες δραστηριότητές τους, είτε θα ακυρώσει τον νόμο Glass - Steagall. 

Το Κογκρέσο παραχωρεί, χαριστικά, τη δυνατότητα διατήρησης της μορφής της Citigroup για δύο, ίσως και τρία, χρόνια, με την προοπτική να απαλλάξει στο άμεσο μέλλον την αμερικανική νομοθεσία από ένα νόμο του 1933.

Σύμφωνα με την Washington Post λίγες ώρες πριν την ανακοίνωση της συγχώνευσης των εταιριών τους, οι πρόεδροι της Travelers και της Citicorp συναντώνται με τον Άλαν Γκρίνσπαν. Όπως χαρακτηριστικά γράφει η εφημερίδα, “όταν ο πρόεδρος της Fed ρωτήθηκε ποια είναι η γνώμη του για αυτήν την κίνηση, απάντησε ότι είναι πλήρως ικανοποιημένος”.

Οι πιέσεις σε όλα τα πολιτικά και κυβερνητικά επίπεδα για την ακύρωση του νόμου Glass - Steagall, είναι αφόρητες. Στα τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου του 1998, ο Σάντυ Γουέιλ της Travelers προχωρά σε διερευνητικές επαφές με τρεις ανθρώπους- κλειδιά:
1) τον Άλαν Γκρίνσπαν
2) τον Ρόμπερτ Ρούμπιν: υπουργό οικονομικών, πρώην επικεφαλής της Goldman Sachs και μετέπειτα ανώτατο στέλεχος της Citigroup και
3) τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Μία μέρα πριν την ανακοίνωση της συγχώνευσης ο πρόεδρος ήξερε τα πάντα.

Η FED εγκρίνει τη συγχώνευση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 και με ανακοίνωσή της γνωστοποιεί ότι η Citigroup έχει μπροστά της δύο χρόνια για να εναρμονιστεί με τους νόμους που διέπουν το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα και, κυρίως, το νόμο Glass - Steagall. Η νέα εταιρία χαίρει της έγκρισης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και απολαμβάνει τη συνεχιζόμενη σιωπή του Κογκρέσου και της αμερικανικής ηγεσίας. 

Μία βδομάδα πριν τη συγχώνευση των δύο γιγάντων, το αμερικανικό Κογκρέσο βάζει για μία ακόμη φορά στο συρτάρι την πρόταση νόμου για κατάργηση του Glass - Steagall. Ο Μπιλ Κλίντον έχει την αμέριστη συμπαράσταση των Ρεπουμπλικάνων αλλά όχι της δικής του παράταξης, των Δημοκρατικών.

Οι Γουέιλ και Ριντ ξέρουν ότι δεν έχουν πολύ χρόνο. Ξεκινούν μία τεράστια καμπάνια στον τύπο και τα οικονομικά λόμπι για να πιέσουν την κατάσταση, αν και γνωρίζουν ότι μία ακόμη απόπειρα πλήρους απελευθέρωσης των τραπεζικών ιδρυμάτων πήγε χαμένη. Όσο η τελική έγκριση του νομοθέτη παραμένει θολή, η αξία των μετοχών της Citigroup πέφτει. Οι διοικητές της γνωρίζουν πως αν δεν εφαρμοστεί άμεσα η... “μοντερνοποίηση” της αμερικανικής οικονομίας, η συγχώνευση θα καταστρέψει και τους δύο. 

Η κοινοβουλευτική ηγεσία των Ρεπουμπλικανών στηρίζει τη Citigroup και πιέζει την κυβέρνηση να κατεβάσει, για μία ακόμη φορά, προς ψήφιση την πρόταση κατάργησης του νόμου Glass - Steagall. Αν και ο Μπιλ Κλίντον συμφωνεί, φοβάται ότι μία τέτοια κίνηση, λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές, θα κάνει τους Δημοκρατικούς να χάσουν την λαϊκή τους απήχηση. Μία ακύρωση νόμου ποτέ δεν είναι αρεστή στην κοινή γνώμη. Πόσο μάλλον ενός νόμου που κέρδισε τον πόλεμο και κατέστησε τις ΗΠΑ ως τη μεγαλύτερη καπιταλιστική δύναμη του 20ου αιώνα.


Τον Μάιο του 1998 η πρόταση νόμου φτάνει στη βουλή. Με 214 υπέρ και 213 κατά, η πρόταση για πλήρη απελευθέρωση των κινήσεων των εμπορικών τραπεζών στο χώρο των χρηματιστηριακών επενδύσεων υψηλού ρίσκου, αλλά και η δυνατότητα αλόγιστης συγχώνευσης τραπεζικών ιδρυμάτων και επενδυτικών εταιριών, περνά. 

Κι όμως... Το Κογκρέσο δεν είναι ακόμη έτοιμο να εγκρίνει αυτήν την κίνηση.

Η Αμερική βρισκόταν σε προεκλογικό πυρετό από το 1997. Η αναμέτρηση του ’97-’98 μετατράπηκε σε πεδίων παραπολιτικών πιέσεων. Οι χρηματιστηριακές, ασφαλιστικές και μεσιτικές εταιρίες, γνωστές με το παρατσούκλι “FIRE”, ρίχνουν πάνω από 200 εκατ. δολάρια στην άσκηση παρασκηνιακής πολιτικής πίεσης ενώ οι πολιτικές δωρεές τους ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια δολάρια. Είναι δεδομένο πως αν πετύχουν τους σκοπούς τους, τα χρήματα αυτά θα είναι ψίχουλα μπροστά στα κέρδη που ονειρεύονται.

Το επιχείρημα της “μοντερνοποίησης” του νόμου Glass - Steagall, γνώρισε συνολικά 12 απόπειρες πολιτικής ακύρωσης μέσα σε 25 χρόνια, οι οποίες κόστισαν πάνω από 300 εκατ δολάρια δικαστικών και προπαγανδιστικών εξόδων.

Στις 21 Οκτωβρίου του 1999 οι προσπάθειες που κράτησαν ένα τέταρτο ενός ολόκληρου αιώνα τελειώνουν. Η μαραθώνια συνεδρίαση της βουλής των αντιπροσώπων και του αμερικανικού Κογκρέσου φτάνει σε αδιέξοδο μετά από μία σειρά ατελείωτων αντιδικιών γύρω από το κατά πόσο ο νόμος Glass - Steagall μπλοκάρει ένα άλλο νομοσχέδιο, που θέτει κανόνες δανεισμού στις φτωχές κοινότητες. 

Πρόκειται για τον λεγόμενο Community Reinvestment Act, ένα νόμο που στα χαρτιά ανοίγει τις πόρτες δανεισμού των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε “φτωχούς και κατατρεγμένους”. Αυτούς, που λίγα χρόνια αργότερα, θα δουν τα στεγαστικά τους δάνεια να τινάζουν την παγκόσμια οικονομία στον αέρα.

Ο Σάντυ Γουέιλ, αφεντικό της Travelers και νέο διοικητικό στέλεχος του γίγαντα Citigroup, πιέζει τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον για να μην διακόψει την, ήδη, ναυαγισμένη συνεδρίαση. Είχε προηγηθεί η προειδοποίηση του Γερουσιαστή και επικεφαλής της τραπεζικής επιτροπής του Κογκρέσου, Phil Gramm, ότι αν ο πρόεδρος και τα αφεντικά της Citigroup δεν τα βρουν, θα τερματίσει τις συζητήσεις.

Η ώρα είναι 3 παρά τέταρτο, ξημερώματα της 22ας Οκτωβρίου του 1999, όταν ανακοινώνεται η πολυπόθητη συμφωνία. Οι Γουείλ και Ριντ της Citigroup δημοσιεύουν κοινή ανακοίνωση, στην οποία συγχαίρουν το Κογκρέσο και τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον για την απόφαση τους να ακυρώσουν τον νόμο Glass - Steagall. Η τελική μορφή του νέου νομοσχεδίου ανακοινώνεται στις 4 Νοεμβρίου του 1999 και λίγο αργότερα πέφτουν οι τελευταίες υπογραφές από τα χέρια του ίδιου του Δημοκρατικού προέδρου.

Στις 12 Νοεμβρίου του 1999 τίθεται σε εφαρμογή ο περίφημος νόμος Gramm-Leach-Bliley ή αλλιώς “νόμος μοντερνοποίησης των οικονομικών υπηρεσιών”. Το όνομά του προέρχεται από τους τρεις πρωτεργάτες και εμπνευστές του, τους Ρεπουμπλικανούς Phil Gramm, James Leach και Thomas Bliley.

Ο νόμος μοντερνοποίησης των οικονομικών υπηρεσιών αποτελεί στην ουσία, αλλά και την πράξη, την ακύρωση του νόμου των Glass - Steagall του 1933, ανάβοντας το πράσινο φως στις εμπορικές τράπεζες να λειτουργούν παράλληλα ως χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να εκδίδουν και να διαχειρίζονται χρεόγραφα και εκατοντάδες ακόμη χρηματοπιστωτικά προϊόντα, να δανείζουν με χαμηλά επιτόκια και χαλαρές εγγυήσεις, να λειτουργούν ως ασφαλιστικά ιδρύματα, να επεκταθούν χωρίς κανένα περιορισμό σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια και πολλά ακόμη.



Η τελική ψηφοφορία της 4ης Νοεμβρίου του 1999 καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο συνεργάστηκαν οι δύο μεγάλες αμερικανικές παρατάξεις για ένα νομοσχέδιο που, υπό Δημοκρατική προεδρία, έφερε την υπογραφή τριών Ρεπουμπλικανών εισηγητών. Στην Γερουσία, αλλά και στην Βουλή των αντιπροσώπων, μόλις το 2% των Ρεπουμπλικανών είπε όχι, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά των Δημοκρατικών ήταν 16% και 25%.

Λίγες μέρες μετά τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης για την ακύρωση του νόμου Glass - Steagall, ο μέχρι τότε υπουργός οικονομικών, Ρόμπερτ Ρούμπιν, πρώην αντιπρόεδρος της επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs, αποδέχεται τη θέση του “υπαρχηγού” του Σάντυ Γουέιλ, αφεντικού της Citigroup.

Σύμφωνα με πηγές του Frontline, όταν ο Σάντυ Γουέιλ κάλεσε ένα χρόνο πριν το κλείσιμο της τελικής συμφωνίας τον, τότε, υπουργό οικονομικών Ρόμπερτ Ρούμπιν για να του ανακοινώσει τη συγχώνευση των δύο τραπεζικών κολοσσών, ο υπουργός τού είπε κοροϊδευτικά ότι “με αυτό που κάνεις “εξαγοράζεις” την κυβέρνηση”.

Από το Τραπεζικό νομοσχέδιο έκτακτης ανάγκης του Φράνκλιν Ρούζβελτ, κομμάτι του οποίου είναι και ο νόμος Glass - Steagall του 1933, κύλησε αμέτρητο νερό στο αυλάκι. Ο πλήρης διαχωρισμός των εμπορικών τραπεζών από τα επενδυτικά ιδρύματα, στα οποία η τότε κυβέρνηση των ΗΠΑ επέρριψε την μεγαλύτερη ευθύνη για το χρηματιστηριακό κραχ του 1929, φάνηκε από την κίνηση να παύσει προσωρινά η λειτουργία τους μέχρις ότου η κυβέρνηση βρει μία λύση που θα έβγαζε τη χώρα από το οικονομικό αδιέξοδο.

Μία λύση που, 66 χρόνια μετά, τα αφεντικά των JP Morgan, Citicorp, Bankers Trust, Chase Manhattan και Travellers, παρέα με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Κλίντον με θητείες σε εταιρίες όπως η JP Morgan και η Goldman Sachs, και πρωτεργάτη τον επί δύο δεκαετίες επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Άλαν Γκρίνσπαν, μετατρέπει την παγκόσμια οικονομία σε ένα γιγαντιαίο καζίνο.

Οι ανεξάρτητες χρηματιστηριακές εταιρίες εξαφανίζονται και οι μικρές τράπεζες που λειτουργούσαν, ως επί το πλείστον, με συνεταιριστική μορφή, απορροφούνται από τους νέους τραπεζικούς κολοσσούς. 


Τότε ξεκινά αυτό που λέμε “μεγάλο πάρτι”. Την ώρα που η ανθρωπότητα γιορτάζει τον ερχομό του 21ου αιώνα, μέσα σε μια οικονομική ευθυμία άνευ προηγουμένου, ο πρόεδρος της FED, Άλαν Γκρίνσπαν, ξεκινά μία εικονικά φιλολαϊκή πολιτική χαμηλών επιτοκίων. Ρίχνει τα επιτόκια δανεισμού από το 6,5% στο 1%, με πρόφαση τη λεγόμενη φούσκα dot-com. 

Πρόκειται για την χρηματιστηριακή κατάρρευση των εταιριών του Διαδικτύου, με τον δείκτη NASDAQ να χάνει από τον Μάρτιο του 2000 το 47% της αξίας του. 130 εταιρίες χρεοκόπησαν και 31.000 εργαζόμενοι των εταιριών τεχνολογίας έχασαν τη δουλειά τους εκείνη την περίοδο.

Η κίνηση του Άλαν Γκρίνσπαν απέβλεπε σε μια πολύ απλή λύση: Την μετατροπή της τεχνολογικής φούσκας σε μεσιτική. Τα στεγαστικά δάνεια εκτοξεύονται και οι επενδυτικές εταιρίες, σε συνδυασμό με τους οίκους αξιολόγησης, τζογάρουν τρισεκατομμύρια δολάρια στη μεσιτική αγορά. Όλα αυτά πάνω στις πλάτες εύθυμων πολιτών, που έβλεπαν να γίνεται πραγματικότητα το δικό τους αμερικανικό όνειρο. Από το 1996 ως το 2007 η τιμή του μέσου αμερικανικού σπιτιού αυξάνεται ως και 124%.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη. Το παράδειγμα των ΗΠΑ είναι αλληλένδετο με το Ευρωπαϊκό. Μετά την νομισματική ένωση του 2001 και την επίσημη δημιουργία της ευρωζώνης, χαμηλά επιτόκια και εύκολος δανεισμός συνθέτουν μία τοξική χρηματιστηριακή ένωση γρήγορου χρήματος και τεράστιων εξαρτήσεων.

Κλειδί στο στεγαστικό τοξικό δανεισμό των ΗΠΑ υπήρξε εκείνο το σαρκαστικά φιλολαϊκό νομοσχέδιο Community Reinvestment Act, που η κυβέρνηση Κλίντον προώθησε ως τη μοναδική λύση για την εύκολη πρόσβαση των “νοικοκυραίων” σε φτηνό χρήμα. Το ίδιο νομοσχέδιο για τα μάτια του οποίου ανεστάλη η λειτουργία του νόμου Glass - Steagall. 

Η νέα κατηγορία στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου δημιουργεί την περίφημη αγορά των CDO’s, ή αλλιώς Credit Default Obligations. Χρηματιστηριακά παράγωγα που τζόγαραν με την ικανότητα του δανειζόμενου να αποπληρώσει τα δάνεια του. Προϊόντα αστείρευτης κερδοσκοπίας, βασισμένα πάνω στα σπίτια φτωχών Αμερικανών.

Τι έφερε η κατάργηση του νόμου Glass - Steagall;


Την ελευθερία στις τράπεζες, να πακετάρουν τα επισφαλή στεγαστικά τους δάνεια, να εξασφαλίσουν υψηλές βαθμολογίες από τους “καθόλα ανεξάρτητους” ιδιωτικούς οίκους αξιολόγησης και να τα πουλούν σε επενδυτές σε ολόκληρο τον κόσμο εξασφαλίζοντας κι άλλο χρήμα για νέο δανεισμό. Μία τέλεια μπίζνα που άξιζε τις μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε προεκλογικές χορηγίες και παρασκηνιακές πιέσεις 25 ετών.

Το τζογάρισμα της Wall Street από το 1920 ως το 1929 κατάφερε μέσα σε μόλις εννέα χρόνια να καταστρέψει την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία, εκτοξεύοντας το φασισμό και το ναζισμό στην Ευρώπη και οδηγώντας τον πλανήτη σε έναν πόλεμο που κόστισε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. 

Στη δύση του αιματηρού 20ου αιώνα και την αυγή του 21ου, το τραπεζικό τζογάρισμα κατάφερε μέσα σε 8, αυτή τη φορά χρόνια, από το 1999 ως το 2007 να κάνει και πάλι τα ίδια. Η αμέριστη εμπιστοσύνη που έδειξαν οι πρόεδροι των ισχυρότερων κρατών του κόσμου στην παγκόσμια αγορά και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κόστισε και εξακολουθεί να κοστίζει στον πλανήτη, μία εκτεταμένη λιτότητα.

Το φάντασμα του ναζισμού και του εθνικισμού πλανάται, ξανά, πάνω από την Ευρώπη. Οι ιδιωτικές τράπεζες διασώζονται από δημόσιο χρήμα μέσω μιας κούρσας ατελείωτων περικοπών και αυξημένης φορολογίας την ώρα που η αμερικανική οικονομία συμπεριφέρεται σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Το 2008 ο Δημοκρατικός, αφροαμερικανικής καταγωγής, Μπαράκ Ομπάμα, κερδίζει για πρώτη φορά τις προεδρικές εκλογές. Αντίπαλος του, τότε, ο Ρεπουμπλικάνος Τζον Μακείν. Είχαν προηγηθεί 8 χρόνια διακυβέρνησης Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, δύο εκτεταμένοι πόλεμοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν, η κατάρρευση του παγκόσμιου κέντρου εμπορίου μετά από τρομοκρατική επίθεση που αποδόθηκε στον Οσάμα Μπιν Λάντεν και μία οικονομία που μετά την πτώχευση της Lehman Brothers έδειχνε να κατρακυλά χωρίς τελειωμό.

Ο Ομπάμα κερδίζει, αλλά κανείς δεν φαίνεται τελικά να είναι πραγματικά χαμένος. Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: Κύριος οικονομικός σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα κατά τη διάρκεια της χάραξης της προεκλογικής οικονομικής του πολιτικής ήταν ο Ρόμπερτ Ρούμπιν: πρώην αντιπρόεδρος της Goldman Sachs, πρώην υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ όταν καταργήθηκε ο νόμος Glass - Steagall και ιθύνων νους του τραπεζικού κολοσσού της Citigroup. 

Στο απέναντι στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, το κατά CNN “οικονομικό μυαλό” του υποψηφίου Μακέιν, ήταν ο Phil Gramm. Ο άνθρωπος που έβαλε το όνομα του στον νόμο Gramm-Leach-Bliley για την κατάργηση του Glass-Steagall Act.

Οι επονομαζόμενες “too big to fail” τράπεζες “φύτεψαν” μέσα σε 66 χρόνια τούς δικούς τους ανθρώπους μέσα σε όλους τους κυβερνητικούς θώκους των ισχυρότερων κρατών του κόσμου.



Δημιούργησαν μία οικονομία όπου, σύμφωνα με έρευνα της Credit Suisse για το 2012, το 0,5% του πληθυσμού της γης κατέχει το 38,5% του συνολικού της πλούτου, ενώ το πλουσιότερο 10% έχει στα χέρια του το 82% του παγκόσμιου πλούτου. Τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχουν μόλις το 3,5% του πλούτου.

Το 2012, έτος καμπής της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της συνεχιζόμενης ύφεσης και λιτότητας, το σύνολο των περιουσιών των 84 πλουσιότερων ανθρώπων του πλανήτη αυξήθηκε κατά 241 δισ. δολάρια, φτάνοντας συνολικά τα 1,9 τρισεκατομμύρια.

Ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, ο “μπαμπάς” των Ζάρα και Μπέρσκα, Αμάνθιο Ορτέγα, είδε την περιουσία του να αυξάνεται κατά 22 δισεκατομμύρια δολάρια σε έναν χρόνο, την ίδια στιγμή που χιλιάδες εργάτες των εταιριών του στο Μπαγκλαντές, καταπλακώνονταν από ερειπωμένες βιοτεχνίες, δουλεύοντας πάνω από 12 ώρες την ημέρα, 7 μέρες την εβδομάδα, για 40 δολάρια το μήνα.

Ο νόμος Glass - Steagall δεν εμπόδισε την εκτόξευση του καπιταλισμού, ούτε την παγκόσμια καταπίεση των εργατών. Η κατάργησή του, όμως, πάτησε το κουμπί για την μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε μία επιχείρηση χρηματοπιστωτικού τζόγου, τα αποτελέσματα της οποίας ζούμε εμείς σήμερα.


Το πού θα καταλήξει η κατάσταση αυτή, κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι υποσχέσεις για αναβίωση του νόμου αυτού, μόνο ως ανέκδοτο μπορούν να αντιμετωπιστούν...


 
radiobubble news

 

Στην υπέροχη αυτή χώρα...

Του Γιάννη Παντελάκη
Στις 18 Απριλίου του 2013, σε μια γωνιά της υπέροχης και πάντα αδικημένης αυτής χώρας, πέφτουν μαζικοί πυροβολισμοί εναντίον ξένων εργατών. Τραυματίζονται περισσότερα από 30 άτομα από τα σκάγια επιστατών στα φραουλοχώραφα. Λίγη ώρα πριν, οι μετανάστες από το Μπαγκλαντές, είχαν ζητήσει το αυτονόητο, να τους καταβληθούν τα δεδουλευμένα πολλών μηνών. Το επεισόδιο είναι πρωτοφανές, θυμίζει αμερικανικό νότο και σκλάβους, και αναγκάζει ακόμα και κάποιους υπουργούς να πουν πως θα αποδοθεί δικαιοσύνη.
Αυτή η τελευταία, αποδόθηκε χθες. Οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων ουσιαστικά αθωώθηκαν! Κάποιοι αντέδρασαν σ' αυτήν την επίσης πρωτοφανή δικαστική απόφαση, αλλά είμαι σίγουρος πως τις επόμενες ημέρες, όλα θα επανέλθουν στους παλιούς ρυθμούς. Στη χώρα ξεχνάμε γρήγορα και αυτό το χαρακτηριστικό το έχουμε πιο έντονο, όταν αυτοί τους οποίους ξεχνάμε δεν είναι σαν κι εμάς, αλλά κάποιοι κολασμένοι μετανάστες που αναζήτησαν λίγα ευρώ σε κάποια φραουλοχώραφα της Μανωλάδας.
Η ιστορία της Μανωλάδας δεν είναι καινούρια. Εδώ και χρόνια, παραγωγοί απασχολούν στα χωράφια τους μετανάστες, συνήθως με παράνομο τρόπο, συνήθως με εξευτελιστικά μεροκάματα και συνήθως χωρίς να τους τα καταβάλλουν ούτε κι αυτά. Οι τελευταίοι δε, βιώνουν συνθήκες σύγχρονης σκλαβιάς, τις οποίες ωστόσο δεν πρέπει να ονομάζουμε έτσι γιατί δεν ταιριάζει στην υπέροχη αυτή χώρα. Καταβάλλουν ενοίκιο για κάποιες υπαίθριες παράγκες που βρίσκονται μέσα στα χωράφια. Μόνο στο διάστημα Απρίλιος 2007-Απρίλιος 2011 στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής είχαν σχηματισθεί 155 δικογραφίες που αφορούσαν στην παράνομη απασχόληση των αλλοδαπών, στις συνθήκες επιβίωσης κ.ο.κ.
Σε όλη αυτή τη γνωστή πια ιστορία υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει μια τεράστια ανοχή. Όχι μόνο από την κεντρική εξουσία -αλίμονο, μας εχει συνηθίσει σε κάτι τέτοιο. Αλλά και από την τοπική κοινωνία της υπέροχης αυτής χώρας, τις τοπικές αρχές (ΙΚΑ, Επιθεώρηση Εργασίας, Αστυνομία κ.ά.). Πολλοί γνωρίζουν τι συμβαίνει στη Μανωλάδα εδώ και χρόνια, ελάχιστοι είναι αυτοί που αντιδρούν. Τώρα, αυτή την ανοχή ερχεται να επιβραβεύσει μια δικαστική απόφαση.
Με την απόφαση, ουσιαστικά νομιμοποιείται αυτή η κατάσταση. Και όχι μόνο αυτό. Με έμμεσο τρόπο, κλείνουν το μάτι σε όλους εκείνους που θα ήθελαν να μιμηθούν τους συγκεκριμένους φραουλοπαραγωγούς. Γιατί όχι κι αυτοί; Ο καθένας πια μπορεί να φτιάξει τη δική του Μανωλάδα και να κοιμάται ήσυχος. Στην υπέροχη αυτή χώρα κανένας δεν θα τον ενοχλήσει...
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Η Αργεντινή, τα αρπακτικά κι εμείς

Του Γιάννη Βαρουφάκη
Η Αργεντινή δεν είχε εναλλακτική από το να «επιλέξει», όπως και έπραξε χτες το βράδυ, την επίσημη ανακήρυξη της νέας «χρεοκοπίας» της. Ο μόνος τρόπος να απέφευγε το νέο περιστατικό χρεοκοπίας (default) ήταν να υποκύψει στις πιέσεις δικαστηρίου της Νέας Υόρκης να αποπληρώσει στο ακέραιο τα ομόλογα που είχαν αγοράσει «αρπακτικά ταμεία». Αυτό θα ήταν εξίσου αδύνατο, καθώς η Αργεντινή απλά δεν έχει τα χρήματα να το κάνει, όσο και απαράδεκτο – για τους πιο κάτω λόγους.
Αυτή η ιστορία, και η έως τώρα εξέλιξή της, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για τη διεθνή οικονομία παρά για την ίδια την Αργεντινή (και πολύ λιγότερο, έως καθόλου, για εμάς). Ας ξεκινήσουμε όμως με την προϊστορία του σημερινού περιστατικού.
Προϊστορία
Το 2001 η Αργεντινή χρεοκόπησε. Πολύ απλά, το κράτος δεν είχε τα χρήματα, και δεν έβρισκε τα νέα δανεικά, που χρειαζόταν για να αποπληρώσει 100 δισ. δολάρια δημόσιου χρέους. Προέβη σε στάση πληρωμών, υποτίμησε το νόμισμά της, είδε το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της να εξανεμίζεται, όμως μέσα σε δύο χρόνια (με τη βοήθεια της αυξημένης ζήτησης για τις εξαγωγές της από την Κίνα) βρέθηκε να αναπτύσσεται εντυπωσιακά – βλ. το γράφημα το οποίο καταγράφει το κατά κεφαλή ΑΕΠ της χώρας σε δολάρια.
Όλον αυτόν τον καιρό, από το 2001 έως σήμερα, η Αργεντινή παραμένει εκτός αγορών – απλά, δεν δανείζεται από τις χρηματαγορές οι οποίες, έως ότου διευθετηθούν τα παλιά της χρέη, απέχουν από τις εκδόσεις ομολόγων της χώρας.
Από το 2002 και μετά, οι δανειστές της ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με την αργεντίνικη κυβέρνηση ώστε να διευθετηθούν τα παλιά χρέη. Οι μεγάλες τράπεζες (κυρίως αμερικανικές και ισπανικές) τελικά τα βρήκαν με το Μπουένος Άιρες και συμφώνησαν σε μερική πληρωμή των χρεών εκείνων, με όρους αρκετά συμφέροντες για τις τράπεζες.
Εκεί όμως που ήταν όλοι έτοιμοι για να κλείσει το θέμα, με την καταβολή των συμφωνημένων ποσών από το κράτος της Αργεντινής προς τις μεγάλες τράπεζες, έκαναν την εμφάνισή τους τα «αρπακτικά ταμεία». Γιατί ονομάζονται «αρπακτικά» αυτά τα ταμεία; Πρόκειται για hedge funds τα οποία, όλον τον καιρό που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ τραπεζών και κυβέρνησης, αγόραζαν κάποια από τα παλιά ομόλογα της Αργεντινής, σε τιμές λιγότερες από το 5% της ονομαστικής τους αξίας (π.χ. $2 ή $3 για ένα ομόλογο αξίας $100 ή και $1000), με σκοπό να τορπιλίσουν τις διαπραγματεύσεις. Πώς τις τορπίλισαν; Πηγαίνοντας σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης (καθώς τα ομόλογα αυτά ήταν «γραμμένα» σε όρους του Δικαίου των ΗΠΑ) και απαιτώντας από το δικαστήριο να εκδόσει απαγόρευση αποπληρωμής των μεγάλων τραπεζών (στο πλαίσιο της συμφωνίας των τελευταίων με την Αργεντινή για μερική αποπληρωμή των χρεών της τελευταίας) αν πρώτα δεν εισπράξουν οι ίδιοι το 100% της αξίας των ομολόγων που είχαν αγοράσει.
Πιο απλά, ας πάρουμε μια τράπεζα, π.χ. την Bank of America που είχε δανείσει στην Αργεντινή $100 και η οποία, μετά τις διαπραγματεύσεις θα λάμβανε από την Αργεντινή $40. Έρχεται το «αρπακτικό ταμείο», το οποίο κατέχει κι αυτό ομόλογο αξίας $100, το οποίο το αγόρασε προς $2, και απαιτεί να μην πληρωθεί η Bank of America τα $40 που έχει λαμβάνειν αν το ίδιο δεν πάρει... $100. Όπερ και αποφάσισε ότι πρέπει να γίνει το δικαστήριο της Νέας Υόρκης.
Η Αργεντινή απάντησε στην απόφασή αυτή προσφέροντας στα «αρπακτικά ταμεία» τους ίδιους όρους που συμφώνησε με τις μεγάλες τράπεζες: να δώσει και σε αυτούς $40 για το ομόλογο που είχαν αγοράσει προς $2. «Όχι!», ούρλιαξαν τα «αρπακτικά ταμεία». «Απαιτούμε $100!» Και πάλι ο αμερικανός δικαστής συμφώνησε μαζί τους.
Όπως καταλαβαίνετε, δεν έγιναν έξαλλοι μόνο οι πολίτες της Αργεντινής με αυτή την απόφαση-τορπίλη αλλά και οι μεγάλες τράπεζες που, μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων, δεν θα πάρουν τα λεφτά τους. Να γιατί ήταν αδύνατον, όπως έγραφα πιο πάνω, να συμφωνήσει η κυβέρνηση της Αργεντινής με αυτή την απόφαση: Μια τέτοια υποχώρηση θα εξόργιζε ακόμα περισσότερο τις μεγάλες τράπεζες οι οποίες θα απαιτούσαν κι εκείνες πλήρη αποπληρωμή των ομολόγων τους.
Τι σημαίνει η σημερινή, νέα «χρεοκοπία» για την Αργεντινή;
Για το κράτος της Αργεντινής δεν σημαίνει πολλά. Έτσι κι αλλιώς, η Αργεντινή δεν δανείζεται από τις διεθνείς χρηματαγορές από το 2001. Αν και θα ήθελε να επιστρέψει σε αυτές, και το σημερινό αδιέξοδο αναβάλλει αυτή την «επιστροφή», δεν θα αλλάξει κάτι στα δημοσιονομικά του αργεντίνικου κράτους, το οποίο 13 χρόνια τώρα έχει μάθει να επιβιώνει εκτός αγορών. Αν υπάρξει αρνητικός αντίκτυπος, αυτός θα αφορά ιδιωτικές αργεντίνικες εταιρείες που ίσως αναγκαστούν να πληρώνουν υψηλότερο επιτόκιο για χρήματα που δανείζονται στο εξωτερικό, λόγω της κακής ψυχολογίας που δημιουργεί όλη αυτή η «υπόθεση». Σε μια περίοδο που προδιαγράφεται όλο και πιο δύσκολη για την Λατινική Αμερική, κάτι τέτοιο δεν βοηθά το σύνολο της αργεντίνικης οικονομίας.
Τι σημαίνει για τη διεθνή οικονομία;
Το ΔΝΤ παρακολουθεί όλο αυτό το δράμα, το οποίο εξελίσσεται στην Νέα Υόρκη, με αγωνία και θυμό. Γνωρίζει καλά πως πολλών χωρών το δημόσιο χρέος είναι μη βιώσιμο, σε όλο τον κόσμο, και πως, ως μη βιώσιμο, θα κουρευτεί. Για την ακρίβεια, το ΔΝΤ (ορθώς σκεπτόμενο) προωθεί τέτοια κουρέματα ως τον μόνο τρόπο να επανα-ισορροπήσει η διεθνής οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση του δικαστηρίου της Ν. Υόρκης να συνταχθεί στο πλευρό των «αρπακτικών» προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς προϊδεάζει για μελλοντικές προσπάθεις των «αρπακτικών» να τορπιλίσουν συμφωνίες αναδιάρθρωσης χρέους μεταξύ των κρατών και των δανειστών τους. Εν ολίγοις, το εν λόγω αμερικανικό δικαστήριο κινδυνεύει να αποσταθεροποιήσει τη διεθνή οικονομία. Έτσι τουλάχιστον πιστεύουν στο ΔΝΤ και αλλού.
Και η Αμερική;
Στο μεταξύ, στις ΗΠΑ η κουβέντα έχει ανάψει. Οι μεγάλες τράπεζες νιώθουν να υπονομεύονται από τα δικά τους τα δικαστήρια, τα οποία αποφαίνονται υπέρ των «αρπακτικών». Στις συζητήσεις μου επί του θέματος με αμερικανούς αξιωματούχους, τους προηγούμενους μήνες, ήρθα αντιμέτωπος με μια ενδιαφέρουσα άποψη. Όταν τους ρώτησα, με έντονη κριτική διάθεση απέναντι στον συγκεκριμένο αμερικανό δικαστή, πώς είναι δυνατόν ένας δικαστής να υπονομεύει τις διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωση χρέους μιας μεγάλης χώρας και των μεγαλύτερων τραπεζών στον κόσμο, έλαβα την εξής ενδιαφέρουσα απάντηση:
«Ο εν λόγω δικαστής προσέφερε στην κυβέρνηση μια καλή υπηρεσία. Δεν είναι ότι συντάσσεται ο ίδιος με τα αρπακτικά ταμεία. Απλά, ο δικαστής στέλνει ένα μήνυμα, μια προειδοποίηση, στην Ουάσινγκτον, ότι το αμερικανικό δίκαιο χωλαίνει – ότι είναι γραμμένο με τρόπο που ευννοεί αυτές τις ύπουλες στρατηγικές των αρπακτικών. Είναι σαν να λέει στο νομοθετικό σώμα ότι πρέπει να αλλάξουν τον νόμο. Αν έπαιρνε το μέρος της Αργεντινής σε αυτή την περίπτωση, θα παραβίαζε, κατά την γνώμη του, τον νόμο μια φορά αλλά την επόμενη φορά, άλλος δικαστής, θα συντασσόταν με τα αρπακτικά. Ώρα λοιπόν να αλλάξει το αμερικανικό πτωχευτικό δίκαιο όσον αφορά ξένα κρατικά ομόλογα τα οποία υπόκεινται στο αμερικανικό δίκαιο».
Ίδωμεν αν η Ουάσινγκτον θα αλλάξει τον νόμο με τρόπο που να αφαιρεί από τα «αρπακτικά» το δικαίωμα να τορπιλίζουν λογικές συμφωνίες όπως η προκείμενη μεταξύ Αργεντινής και τραπεζών.
Και η Ελλάδα;
Στο πλαίσιο του κάκιστης ποιότητας δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα, ακούω να φωνάζουν κάποιοι: «Είδατε τι θα γινόταν το 2010 αν κάναμε στάση πληρωμών; Αργεντινή θα γινόμασταν. Θα μας έτρεχαν τα «αρπακτικά ταμεία» στα δικαστήρια της Ν. Υόρκης».
Πρόκειται είτε για άγνοια είτε για ηθελημένη γελοιότητα: Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα το 2010 ήταν, ως επί το πλείστον, γραμμένα σε όρους ελληνικού Δικαίου και, ως εκ τούτου, τα αμερικανικά και βρετανικά δικαστήρια δεν θα δεχόντουσαν να συζητήσουν καν αγωγές από «αρπακτικά ταμεία», τα οποία θα έπρεπε να καταφύγουν στα ελληνικά δικαστήρια (όπου βέβαια δεν θα είχαν καμιά τύχη). Η τραγωδία μας ήταν ότι δεν κάναμε το 2010 στάση πληρωμών και δεν προκαλέσαμε την αναδιάρθρωση του χρέους μας πριν λάβουμε νέα δάνεια. Ακόμα χειρότερα, όταν ήρθε η αναδιάρθρωση του 2012 (το PSI), με δική μας πρωτοβουλία, τα νέα ομόλογα που εκδώσαμε (προς ανταλλαγή με τα παλιά) εκδόθηκαν σε όρους βρετανικού δικαίου. Άρα, μόνο από το 2012 και μετά γίναμε και εμείς υποχείρια των «αρπακτικών ταμείων», ευτυχώς μόνο όσον αφορά το 10% του χρέους μας – καθώς το υπόλοιπο είναι στα χέρια της τρόικας και, συνεπώς, εκτός του πεδίου δόξας των «αρπακτικών». Το ζητούμενο είναι, εδώ που φτάσαμε, μια αναδιάρθρωση όχι μόνο των χρεών αυτών αλλά και, παράλληλα, των τεραστίων, εν δυνάμει, ζημιών των τραπεζών «μας». Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Τα Στερεότυπα Που Αγαπάμε Να Μισούμε

«Ωστε από τη φύση, γίνεται δούλος εκείνος που είναι κατάλληλος να γίνει το κτήμα ενός άλλου ανθρώπου, και για αυτόν τον λόγο γίνεται δούλος».
Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1,5
                                                                 ~
Δεν νομίζω να υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που να πιστεύει ότι ο Αριστοτέλης δεν ήταν μεγαλοφυής. Αρκεί βεβαίως να γνωρίζει ποιος είναι ο Αριστοτέλης, γιατί, όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται, περισσότεροι είναι αυτοί που δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα του, παρά εκείνοι που τον γνωρίζουν.
Ο μεγαλοφυής Αριστοτέλης, λοιπόν, αποδεχόταν τη δουλεία ως φυσική, κάτι το οποίο ακούγεται τερατώδες σε εμάς, τους ανθρώπους της ψηφιακής εποχής (παρότι 30 δούλοι -στην καλύτερη περίπτωση- εργάζονται για κάθε προνομιούχο που φοράει παπούτσια με αερόσολες, μιλάει στο i-phone και κάνει πρόταση γάμου με διαμάντι).
Γιατί ο Αριστοτέλης έκανε ένα τόσο μεγάλο λάθος; Τι εμπόδισε έναν τόσο δημιουργικό και πρωτοπόρο άνθρωπο να αντιληφθεί την πλάνη της «φυσικής δουλείας»;
Τίποτα άλλο από το μηχανισμό της σκέψης που μας βοηθάει να επιβιώσουμε, το … στερεότυπο.
                                                                 ~~{}~~
«Οι γενικεύσεις είναι το καταφύγιο των ηλιθίων«, έχει γράψει ένας ηλίθιος με το διαδικτυακό ψευδώνυμο Γελωτοποιός.
Και όμως, δίχως τις γενικεύσεις θα ήμασταν χαμένοι σε ένα χαοτικό και απροσδιόριστο σύμπαν -αγαπητέ Γελωτοποιέ.
~
Φανταστείτε ότι βρίσκεστε σε ένα δάσος κωνοφόρων. Το δάσος αποτελείται από πεύκα (για παράδειγμα). Αν ο εγκέφαλος καταχωρούσε κάθε δέντρο του δάσους ως ξεχωριστή οντότητα (και στην πραγματικότητα αυτό είναι), τότε δεν θα μπορούσατε ποτέ να βγείτε από αυτό.
Can’t see the forest for the trees.
Και έστω ότι καταφέρνετε να ξεχωρίσετε το κάθε δέντρο, ίσως να του δώσετε και όνομα, αφού περάσετε τριάντα χρόνια μέσα στο δάσος. Θα μπορούσατε να κάνετε το ίδιο με κάθε φύλλο κάθε δέντρου;
Ο Μπόρχες μας δίνει την περίπτωση ενός τέτοιου ανθρώπου, ενός υπερμνήμονα, ο οποίος δεν μπορούσε να ξεχάσει καμία λεπτομέρεια από όλα όσα είχε δει. Θυμόταν τους νευρώνες κάθε φύλλου που είχε δει στη ζωή του, τις σπείρες του καπνού από κάθε τσιγάρο που είχε καπνίσει. Θα το ευχόσασταν αυτό στον εαυτό σας;
                                                           ~~{}~~
Ο εγκέφαλος αγαπάει την οικονομία. Από τα terabyte, petabyte, exabyte, zettabyte, yottabyte πληροφοριών που λαμβάνει κάθε μέρα κρατάει/αντιλαμβάνεται/θυμάται μόνο εκείνα που «θεωρεί» σημαντικά.
Και τι είναι σημαντικό; Ό,τι συμφωνεί με όσα ήδη γνωρίζουμε.
Ίσως αυτή η σκέψη να σας φαίνεται εξοργιστικά λανθασμένη. Τι είναι αυτό που «ήδη γνωρίζουμε»; Μήπως μια μεταφυσική προσέγγιση της Γνώσης, έτσι όπως την πρότεινε ο Πλάτωνας;
Όχι, είναι αυτό που έκανε τον Αριστοτέλη (και τον Πλάτωνα) να υπεραμύνεται της δουλείας: Το στερεότυπο.
                                                         ~~{}~~
Ο εγκέφαλος δουλεύει με patterns, με πρότυπα, με «μανιέρες».
Υπάρχει ένα αρχικό/εγγενές λογισμικό, όπως κατέδειξαν οι δομιστές (Τσόμσκι, Ντεσοσίρ, Λεβιστρός), αλλά πάνω σε αυτό στρώνονται τα τουβλάκια όπως σε ένα παιχνίδι του Tetris.
Μαθαίνουμε να φοβόμαστε τα ποντίκια και τις κατσαρίδες.
Μαθαίνουμε να φοβόμαστε τα μαχαίρια και τους μελαψούς ανθρώπους (εμείς, οι «λευκοί»).
Μαθαίνουμε να φοβόμαστε τους Εβραίους ή τους Παλαιστίνιους.
                                                          ~~{}~~
Αν θέλετε να μάθετε από που πηγάζουν τα στερεότυπα, από που πηγάζει η μισαλλοδοξία, απλά κοιτάχτε πίσω, στη ζωή σας.
Μεγαλώνουμε μέσα σε έναν κόσμο σταθερών/στερεότυπων. Αυτά διαμορφώνουν τη σκέψη μας.
«Αυτό είναι το τέλειο στερεότυπο. Το τεκμήριο της γνησιότητάς του είναι ότι προηγείται της λογικής. Είναι μια μορφή κατανόησης, επιβάλλει έναν ορισμένο χαρακτήρα πάνω στα δεδομένα των αισθήσεων μας, προτού τα δεδομένα φτάσουν στο νου.» (Lipmann).
Η οικογένεια, το σχολείο, η θρησκεία, τα media, η κοινωνία, καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσουμε τη σκέψη μας.
Και τρεφόμαστε, σαν ζόμπι, χωρίς δυνατότητα ανεξάρτητου στοχασμού, από τα στερεότυπα που μάθαμε.
                                                                       ~~{}~~
Μην βιαστείτε να χαρείτε για την πνευματική σας ανεξαρτησία, θα σας δώσω στερεότυπα που αγαπάτε να αναπαράγετε (εκατέρωθεν):
Οι αστυνομικοί είναι μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι.
Οι αναρχικοί είναι τρομοκράτες.
Οι δημοσιογράφοι είναι ρουφιάνοι.
Οι μετανάστες είναι εγκληματίες.
Οι δεξιοί είναι εθνικιστές.
Οι αριστεροί είναι ανθέλληνες.
Οι πλούσιοι είναι κακοί.
Οι φτωχοί είναι καλοί.
Οι άντρες είναι γουρούνια.
Οι γυναίκες είναι πουτάνες.

                                                             ~~{}~~
Είναι πολύ δύσκολο, όπως δείχνει και η περίπτωση του Αριστοτέλη, να υπερβούμε τα patterns μέσα στα οποία γαλουχηθήκαμε, να κάνουμε αυτό που στα αγγλικά λέγεται «paradigm shift».
Το «paradigm» είναι το στερεότυπο, ό,τι διδαχτήκαμε από παιδιά. Το «shift» είναι η άρση, η υπέρβαση.
Paradigm shift = Υπέρβαση στερεότυπου.
                                                             ~~{}~~
Οι μόνοι στοχαστές της αρχαιότητας που υποστήριξαν την ισότητα όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως εθνικότητας, φύλου, φυλής, καταγωγής, ήταν οι σοφιστές.
«Ακόμη κι αν κάποιος είναι δούλος, έχει την ίδια σάρκα. Κανείς ποτέ δεν ήταν δούλος από τη φύση.» – Φιλήμονας
Αλλά, στερεοτυπικά, μαθαίνουμε για τη σοφιστεία ως κάτι το παραπλανητικό.
Μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης ήταν ΟΙ φιλόσοφοι, ενώ οι Σοφιστές ήταν ρηχοί, επιβλαβείς και συνειδητοί απατεώνες.
Με άλλα λόγια αυτοί που μιλούσαν για ισότητα ήταν απατεώνες, ενώ εκείνοι που υποστήριζαν την ολιγαρχία, αριστοκρατία, δουλοκρατία, ήταν σοφοί.
                                                             ~~{}~~
Υπάρχει κι ένας ακόμα λόγος, πέρα από την οικονομία στην προσπάθεια, για τον οποίο μένουμε τόσο συχνά προσκολλημένοι στα στερεότυπα μας: Εκεί αισθανόμαστε όπως στο σπίτι μας.
Εκεί βρίσκουμε τη γοητεία και την ασφάλεια του οικείου, του φυσιολογικού, του αξιόπιστου.
Γι” αυτό κάθε διαταραχή των στερεότυπων μοιάζει σαν επίθεση στα ίδια τα θεμέλια του σύμπαντος μας.
Το πρότυπο των στερεότυπων δεν είναι ουδέτερο. Είναι η εγγύηση του αυτοσεβασμού μας, είναι το οχυρό της παράδοσής μας και πίσω από τις πολεμίστρες του μπορούμε να συνεχίσουμε να αισθανόμαστε ασφαλείς.
~
Διαβάστε το βιβλίο του W. Lippmann, «Κοινή Γνώμη», μτφ Γιώργος Καραγιάννης, εκδόσεις Κάλβος.
Καθώς και το «Οι σοφιστές», του W.K.C. Guthrie

http://sanejoker.info/

Νεκρές εικόνες

Λαμπερές παραλληλόγραμμες οθόνες κατακλύζουν τις ζωές μας. Πόρτες σε μια διάσταση παράλογη, απάνθρωπη, κι όμως απίστευτα αληθινή. Σχισμές και ρήγματα ανάμεσα στη πραγματικότητα και τον εφιάλτη.

Ανθρωπόμορφα τέρατα σε παράθυρα μας βομβαρδίζουν συνεχώς με ασήμαντα καλέσματα σε ασήμαντες δοξασίες, με ασήμαντους ανθρώπους. Ανθρώπους που επέλεξαν να γίνουν οι φορείς της πιο απίστευτης ασημαντότητας.

Μας ποτίζουν καθημερινά με τα συστατικά της απάθειας, της υποταγής, του παραλογισμού, της τυφλής πίστης στις πιο απάνθρωπες δοξασίες. Εκατομμύρια εικόνες νεκρές και λέξεις κενές νοήματος, ουρλιαχτά φανατισμένων οπαδών, μειλίχιες προτροπές εθνοσωτήρων, αποκαλυπτικές προφητείες κάθε παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, θωπευτικές καταναλωτικές παροτρύνσεις.

Και μεις, κάπου ανάμεσα στον βιοπορισμό και την ανυπαρξία μας, αναμασάμε την ασημαντότητα του θεάματος, προσκυνάμε την μεγαλειότητα της εικόνας, του φαίνεσθαι, του ειδώλου ενός παραμορφωτικού φακού, μιας επιβαλλόμενης αντίληψης.

Συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τα κελεύσματα της παράνοιας, υποτάσσουμε σχεδόν όλοι άκριτα την θέση μας, στους κανόνες ενός στημένου παιχνιδιού. Στρατευόμαστε σε αντίθετα στρατόπεδα που πιστά υπηρετούν τον ίδιο ακριβώς σκοπό. Αναγωγή του ασήμαντου σε σημαντικού, καταδίκη του σημαντικού σε αιρετικό.

Έτσι, οι νεκροί μας γίνονται εμπόρευμα για αναλύσεις στα τηλεπαράθυρα, οι αντιπαραθέσεις τρόπος αποδοχής του μοιραίου. Στατιστικές και νούμερα, νομοθετήματα, συνθήματα, άρθρα και συνεντεύξεις, αναλύσεις, ειδήσεις. Πονήματα ηλιθίων, φανατικών υπαλλήλων, δήθεν διανοούμενων πουλημένων γραφιάδων, αναίσχυντων φερέφωνων, αποτελούν την καθημερινή μας ενασχόληση στην ηλίθια συμμετοχή μας στην ανάδειξη του πιο εύκολου θύματος στη πιο σημαντική προπαγάνδα του συστήματος. Αυτή της ίδιας της ασημαντότητας.

Και κάθε μέρα, λίγο λίγο, η ασημαντότητα κυριεύει τα νοήματα, επικαλύπτει τη φρίκη, στραγγαλίζει τη λογική, κυριαρχεί στο λόγο και τις πράξεις μας. Και όσο επιμένουμε να εθελοτυφλούμε, όσο παίζουμε το δικό τους παιχνίδι, τόσο καταδικάζουμε με τη στάση μας την ίδια μας την ζωή στην απόλυτη ασημαντότητα.

Κι όταν η ζωή γίνεται ασήμαντη, τίποτα πια δεν έχει σημασία, κανένα έγκλημα αρκετά σοβαρό, καμιά καταστολή αρκετά βίαιη, καμιά φυλακή αρκετά αποκρουστική, καμιά φτώχεια αρκετά εφιαλτική, κανένας θάνατος αρκετά οδυνηρός. Όταν η ζωή γίνεται ασήμαντη, το ίδιο γίνεται και το μέλλον, γιατί το μόνο μέλλον που είναι σημαντικό, είναι αυτό της ζωής.

Το μόνο πιο σημαντικό απ’ τη ζωή, είναι η ελεύθερη και γεμάτη αξιοπρέπεια ζωή.

Ας σκοτώσουμε λοιπόν την ασημαντότητα, αρνούμενοι να παραχωρήσουμε αυτά που κάνουν τη ζωή μας σημαντική.

Αξιοπρέπεια και ελευθερία





http://methexiserratum.wordpress.com/

Κρατικοποιείται το Μέγαρο Μουσικής!

Κι όμως, η κυβέρνηση κάνει κρατικοποιήσεις! Η συγκυβέρνηση προχώρησε στην ανάληψη του χρέους των 245 εκατ. ευρώ του Μεγάρου Μουσικής! Η κρατικοποίηση των δανείων του θεωρείται από πολλούς πρόβα τζενεράλε για το «κούρεμα» των δανείων του ΔΟΛ και του Πήγασου, ίσως και άλλων Ομίλων ΜΜΕ, προκειμένου να προχωρήσει η συγχώνευση των δύο εταιρειών.
Η διαδικασία ξεκίνησε από τον πρώην υπουργό Οικονομικών και ολοκληρώνεται από τον υπουργό Πολιτισμού Κωνσταντίνο Τασούλα. Το όραμα του Χρήστου Λαμπράκη δεν πέρασε ποτέ στον ΔΟΛ, αλλά το βάρος του μεταφέρθηκε στους πολίτες, χωρίς καν να αναζητηθούν οι ευθύνες για την οικονομική πορεία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Στο ΔΣ του ΟΜΜΑ, θυμίζουμε, μετείχε επί πολλά έτη ο διευθυντής Ειδήσεων του Mega Χρήστος Παναγιωτόπουλος, ύστερα από απόφαση του υπουργού Ευ. Βενιζέλου.
Χωρίς να ανακοινωθεί αν υπάρχει ζημία για τον προϋπολογισμό, το σχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού περιλαμβάνει τη μεταβίβαση στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου του συνόλου των κτιριακών εγκαταστάσεων επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, ως ένα είδος «ανταλλάγματος». Κοστολόγηση για την αντικειμενική και την εμπορική αξία των κτιρίων δεν έχει ανακοινωθεί, όπως δεν έχει διευκρινιστεί και τι θα γίνει με τη χρήση τους, αν θα παραχωρηθούν στο ΤΑΙΠΕΔ ή θα παραμείνουν στο Δημόσιο για την ανάληψη, εκ μέρους του κράτους, χρέους ύψους 245 εκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Μεγάρου Μουσικής Ιωάννη Μάνο, «διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον: η Πολιτεία αναλαμβάνει τις δανειακές υποχρεώσεις του Μεγάρου και, όπως αναφέρει ο υπουργός, με τη μεταβίβαση της κυριότητας των δύο κτιρίων υπάρχει ποιοτική και ποσοτική ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής». Η Πολιτεία θα διορίζει τα έξι από τα έντεκα μέλη του ΟΜΜΑ και «θα παρακολουθεί την υλοποίηση της προγραμματικής συμφωνίας μεταξύ Μεγάρου και υπουργείων Πολιτισμού και Οικονομικών».

http://www.typologies.gr/

Το «καλό» μνημόνιο, η «κακή» κυβέρνηση και η «άσχημη» αντιπολίτευση

Του Γιώργου Παπασπυρόπουλου
Ισχυρίζονται πολλοί ότι το "καλό" μνημόνιο δεν απέδωσε γιατί "το πολιτικό σύστημα αρνείται πεισματικά τις μεταρρυθμίσεις". Όπου πολιτικό σύστημα εννοούν κυβέρνηση και αντιπολίτευση αντάμα. Η άποψη αυτή μας συνοδεύει από το πρώτο μνημόνιο που μέσα στον βολονταρισμό του και την αοριστία του μπορούσε εύκολα να υιοθετηθεί από ένα wannabe μεταρρυθμιστή ο οποίος φυσικά δεν καταλάβαινε την  χωρίς συζήτηση απόρριψή του από την "παλαβή"  αριστερά...
Τα χρόνια πέρασαν όμως, η σύγκρουση μνημόνιο-αντιμνημόνιο έχασε την οξύτητά της, οι γραμμές ανακατεύτηκαν, η επιχειρηματολογία θόλωσε: τις πταίει;
Γιατί η αποτυχία της εφαρμοζόμενης πολιτικής είναι κάτι παραπάνω προφανής για όλους και όλες πλέον και οι επιπτώσεις της στην ζωή και το μέλλον των ανθρώπων δραματική - μέχρι και το ΔΝΤ ζητά χαλάρωση, κούρεμα και άλλα "παλαβά" και τα επίσημα χείλη της ΕΕ "θαυμάζουν" τους έλληνες για την αντοχή τους στις "υπερβολικά" σκληρές θυσίες στις οποίες υπεβλήθησαν... χωρίς αναπτυξιακή ελπίδα.
Η γενική αποδοχή της μνημονιακής αποτυχίας αλλάζει και την γλώσσα σιγά σιγά.
Εκεί που κάθε πολέμιος των μνημονίων ήταν και οπαδός της δραχμής και της χρεοκοπίας αλλά και όργανο όσων έχουν ευρώ στο εξωτερικό, σήμερα μπορεί απλά να είναι δικαιολογημένα καχύποπτος με τον γερμανικό οικονομικό εθνικισμό ή την αποτελεσματικότητα των προτάσεων των λογιστών της τρόικας...
Και εκεί που κάθε άνθρωπος θετικός ή καλόπιστος στα μνημόνια και τις προθέσεις τους ήταν κουίσλινγκ, προδότης και μισθαρνο όργανο του νεοφιλελευθερισμού, σήμερα μπορεί να είναι ένας παρασυρμένος από μια γενική έκθεση ιδεών με πιθανά καλές προοπτικές που όμως έγινε στην εφαρμογή της πρόσχημα του πελατειακού κομματικού κράτους να περάσει τις δικές του επιθυμίες.
Έτσι όλοι πια στην συγκυβέρνηση "σκίζουν τα μνημόνια" εφαρμόζοντας ταυτόχρονα κυριολεκτικά ό,τι επιθυμούν στο όνομά τους  - την ώρα που στην αντιπολίτευση με τον όρο "μνημόνια" εννοούν ακριβώς τα μέτρα της συγκυβέρνησης και όχι την δανειακή σύμβαση αυτή καθαυτή που άλλωστε θα διαπραγματευτούν αφού ακυρώσουν ότι ψήφισε η συγκυβέρνηση στο όνομα των μνημονίων.
Μπέρδεμα; Όχι βέβαια.
Αυτό που συμβαίνει στην χώρα πέντε χρόνια τώρα είναι ότι το πολιτικό σύστημα το υπεύθυνο για την κατάρρευση της εμπιστοσύνης των δανειστών στην χώρα και την κρίση χρέους που ακολούθησε, κάνει ότι μπορεί για να διατηρηθεί στην εξουσία. Είναι τόσες και τόσο βαριές οι ευθύνες του για αυτήν την κρίση που η πιθανή του απομάκρυνση θα αποκάλυπτε μια τερατώδη υπεξαίρεση δημοσίου πλούτου και υπερχρέωση χωρίς ρήτρα ανάπτυξης των επόμενων γενεών, τέτοια ώστε οι συνέπειες γι αυτό το ίδιο θα ήσαν δραματικές: θα οδηγούσαν στην ξεθεμελίωσή του με ότι αυτό συνεπάγεται για την ντόπια κρατικοδίαιτη ολιγαρχία (τους νταβατζήδες) και τους πολιτικούς συνεργάτες της.
Αυτό που έγινε αντιληπτό και ο κόσμος στράφηκε στην αριστερά, ήταν ακριβώς αυτό: τα καθαρά χέρια της (δεν είχε ασκήσει διακυβέρνηση) άσχετα με τα "παλαβά" (πιθανά ανεφάρμοστα) λόγια της. Το 2012 ο κόσμος περίμενε κάποιον από την αριστερά να πει "ναι, αναλαμβάνω - δώστε μου δύναμη" και γρήγορα πέρασε από το δημοσκοπικό 16% στην ΔΗΜΑΡ που μάσαγε τα λόγια της στον "παλαβό" ΣΥΡΙΖΑ που αποδεχόταν 100% την πρόκληση-πρόσκληση αν και φανερά ανέτοιμος.
Σήμερα, τα δεδομένα είναι πολύ σαφέστερα: η συγκυβέρνηση έχει καταστρέψει τον παραγωγικό ιστό της χώρας εφαρμόζοντας την εσωτερική υποτίμηση με κάθετα ταξικό τρόπο  - αντί για αναδιάρθρωση και μεταρρυθμίσεις εφαρμόζει ένα δεξιό ταξικό ρεβανσισμό απέναντι στους εργαζομένους και τους ΜμΕπιχειρηματίες, ξεπουλά τον δημόσιο πλούτο στο όνομα της "αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας", επιτίθεται στο εισόδημα και την ιδιοκτησία με υπερφορολόγηση των μικρών και απαλλαγές των μεγάλων και εφαρμόζει μια Μεγάλη Αντιμεταρρύθμιση στο όνομα της "ευρωπαϊκής πορείας" της χώρας.
Η αντιπολίτευση θα παραλάβει πραγματικό χάος και "καμμένη γη". Η αναμενόμενη και επιταχυνόμενη στροφή της στον ρεαλισμό, οι συμμαχίες της με την "αμερικανική" διαχειριστική εκδοχή της κρίσης και τους φορείς της, η υιοθέτηση μη-συγκρουσιακής εναλλακτικής προσέγγισης των ευρωπαίων (πχ με την "μετριοπαθή πρόταση" των τριών οικονομολόγων), η συμμαχία με τον Νότο και η "συνολική ευρωπαϊκή λύση απομείωσης του χρέους" - εργαλεία με τα οποία θα προσέλθει στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές για την διαχείριση του χρέους  - πιθανώς δεν είναι αρκετά για την ανάκαμψη της εμπιστοσύνης (και των επενδύσεων) στην χώρα μας.
Τι άλλο απαιτείται;
Πρώτα η εμπιστοσύνη του λαού και των παραγωγικών του τάξεων.
Ένα "κοινωνικό συμβόλαιο" με:
αποκατάσταση της θεσμικής ανεξαρτησίας της παιδείας, της δικαιοσύνης και του μόνιμου κρατικού μηχανισμού με κοινοβουλευτικό και όχι κομματικό έλεγχο αξιολόγηση των δομών και υπηρεσιών του δημοσίου τομέα και απονομή της μονιμότητας μετά και όχι πριν από αυτήν παραγωγική ανασυγκρότηση με στήριξη του εισοδήματος από υγιή επιχειρηματικότητα και εργασία, καινοτομία και εφευρετικότητα, τυποποίηση και εξαγωγές και όχι από σχηματισμό καρτέλ, κρατικοδίαιτη "επιχειρηματικότητα" και κομματική ανάθεση, προμήθεια και ποσοστά/μίζες από "καταναλωτικές" εισαγωγές και αγορές διόρθωση των συντεχνιακών αδικιών του παρελθόντος και αποκατάσταση της δικαιοσύνης στον διαρρηγμένο από το πελατειακό σύστημα, κοινωνικό ιστό και έναν νέο ιστορικό συμβιβασμό δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.
Με λίγα λόγια απαιτείται μια συμμαχία εξουσίας με μακροπρόθεσμους στόχους ανάκαμψης και εκπροσώπησης της χώρας βάσει ενός ελληνικού "μνημονίου" που θα ζητηθεί να (ανα)χρηματοδοτηθεί από τις δανειστές και τις αγορές - και όχι από τα κερδοσκοπικά funds και τους γύπες της "ευκαιρίας" και της χρεοκοπίας. Τους επενδυτές και όχι τους "επενδυτές".
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η "εμπιστοσύνη". Η αμοιβαιότητα. Ένα σχέδιο που εκπονείς και μοιράζεσαι με τους δανειστές και επενδυτές. Και στην θέση των ΝΔΠΑΣΟΚ  - που έπεισαν τους δανειστές ...να μην μας δανείζουν πια, βλέποντας τον κραυγαλέο παρασιτισμό, το υπερμεγέθες πελατειακό σύστημα, τους διορισμούς και την γιγάντωση ενός μη παραγωγικού κράτους και τα ελλείμματα χωρίς ανάπτυξη - να έρθει μια νέα προοδευτική συγκυβέρνηση που να πείσει να μας (ξανα)δανείσουν επειδή θα τους πείσει ότι μπορεί να υπηρετήσει την λύση που η ίδια προτείνει.
Μανιασμένα το παλιό πολιτικό σύστημα προσπαθεί να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Μια συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων.
Δαιμονοποιεί την αντιπολίτευση, αξιοποιεί τα όποια λάθη της για να την παρουσιάσει ως την "'άσχημη" της υπόθεσης - αφού δεν μπορεί πλέον να πείσει κανέναν ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν είναι η "κακή" -και δραματικά αποτυχημένη- κυβέρνηση.
Μένει το "καλό" μνημόνιο που η ίδια η τρόικα έχει (ξε)σκίσει ό,τι αόριστα θετικό προέβλεπε στην πρώτη του εκδοχή με την συνεργασία της στο δια ταύτα με το ντόπιο πελατειακό πολιτικό σύστημα. Και αυτή με την σειρά της είναι δραματικά αποτυχημένη εάν υποθέσουμε ότι την ενδιέφερε πραγματικά η "μεταρρύθμιση" και όχι πως θα πάρει λογιστικά τα δανεικά της πίσω με την κοντοπρόθεσμη λογική "δώσε ημίν σήμερον κι από όπου νάναι και ότι κι αν σημαίνει". Και σε καμιά περίπτωση άμοιρη ευθυνών.
Αν δεν τους ενδιαφέρει η καταστροφή του παραγωγικού ιστού της χώρας και το στρατηγικό ξεπούλημα του φυσικού της πλούτου έναντι πινακίου φακής, στο όνομα μιας βίαιης και χοντροκομμένης "εσωτερικής υποτίμησης", τότε έχουν απόλυτη ευθύνη που η λέξη "μνημόνιο"συμπυκνώνει πλέον όχι το σχετικό συμβόλαιο μιας δανειακής σύμβασης αλλά μια έξωθεν επιβαλλόμενη καταστροφική πολιτική.
Ας πρόσεχαν.
Η ελπίδα βρίσκεται πια στον ιστορικό συμβιβασμό των εθνικών παραγωγικών δυνάμεων του τόπου και μια μακρόπνοη συμμαχία εξουσίας και όχι στην τυφλή κομματική αντιπαράθεση.  Το "καλό' μνημόνιο, η "κακή" κυβέρνηση και η "άσχημη" αντιπολίτευση δεν είναι πια παρά ένας παλιός αστικός μύθος - και η τελευταία παγίδα του παλιού πολιτικού συστήματος.
*Το άρθρο αποτελεί μια προσπάθεια διαλόγου με την άποψη που εκφράζεται στο κείμενο Τα όμορφα μνημόνια όμορφα σκίζονται του editorial του νέου τεύχους του "the books' journal".

Η ΣΤΗΜΕΝΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΝΕΡΟΥ ΘΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 2040 ... ΜΕ HAARP, ΑΤΖΕΝΤΑ 21 ΚΑΙ ΓΤΟ

 Οι προμήθειες γλυκού νερού είναι κάτω από την επίθεση σε πολλαπλάσια μέτωπα. Βλέπουμε το συνεχιζόμενο νέφος από τις ξηρασίες στις δυτικές ΗΠΑ και τη Βραζιλία - και οι δύο είναι απίστευτα σημαντικές περιοχές στην παγκόσμια προσφορά τροφίμων.
Παράλληλα, η εταιρική αποθησαύριση του γλυκού νερού βρίσκεται σε άνοδο. Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Νεστλέ δήλωσε σαφώς ότι οι παροχές νερού θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν και ότι το δικαίωμα στο φρέσκο, καθαρό νερό δεν αποτελεί ουσιώδες ανθρώπινο δικαίωμα .
Γνωρίζοντας ότι τόσο το κλίμα, όσο και η επιρροή των εταιρειών συγκλίνουν για να περιορίσουν ή / και να αυξήσουν κατακόρυφα το κόστος του γλυκού νερού, δύο νέες εκθέσεις ενισχύουν ότι δεν απομένει πολύς χρόνος για να βρούμε λύσεις.
Στην πραγματικότητα, για έναν αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων, το νερό μπορεί να μην είναι διαθέσιμο με οποιοδήποτε κόστος.
Τρία χρόνια έρευνας δείχνουν ότι μέχρι το έτος 2040 δεν θα υπάρχει αρκετό νερό στον κόσμο για να αποσβήσει τη δίψα του παγκόσμιου πληθυσμού και να κρατήσει τις τρέχουσες ενεργειακές λύσεις, αν συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε σήμερα.
Είναι μια διαφωνία των ανταγωνιστικών αναγκών, μεταξύ της κατανάλωσης νερού και της ενεργειακής ζήτησης. Πίσω από την έρευνα είναι μια ομάδα ερευνητών από τη Νομική σχολή του Βερμόντ στο Πανεπιστήμιο του Ααρχους στη Δανία, και του CNA Corporation στις ΗΠΑ.
Ας δούμε όμως τώρα το σχέδιο των λαμόγιων και πως έχουν στήσει αυτή την παγκόσμια έλλειψη νερού χωρίς να αναφέρουμε τις αποκαλούμενες από τους Γκοίμ θεωρίες συνομωσίας, αλλά με αποδείξεις που έχουμε αναφέρει πολλές φορές από το μπλόγκ Αθέατη γνώση.
Τεχνητή χιονοθύελλα φέρνει το χάος στο Πεκίνο
Κινέζοι επιστήμονες προκάλεσαν τεχνητά την δεύτερη μεγαλύτερη χιονοθύελλα σπέρνοντας τον όλεθρο στο Πεκίνο, και προκαλώντας συζητήσεις στα κρατικά μέσα ενημέρωσης για την πρακτική της επιδιόρθωσης με τη μητέρα φύση.
Αφότου έπεσε την 1η Νοεμβρίου 2012 το πιό πρόωρο χιόνι, που έχει χτυπήσει ποτέ την πρωτεύουσα στα 22 χρόνια, η πρωτεύουσα θα τυλιχτεί και πάλι στα λευκά, με περισσότερο χιόνι που αναμένεται τις επόμενες τρεις ημέρες, δήλωσε το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο.
Απο την εφημερίδα China Daily, αναφέρει ένας ανώνυμος υπάλληλος σε δήλωση του, ότι το γραφείο καιρικής τροποποίησης του Πεκίνου είχε προκαλέσει τεχνητά και τις δύο θύελλες με τη σπορά νεφών με χημικές ουσίες, μια πρακτική που μπορεί να αυξήσει την πτώση έως και 20 τοις εκατό.
Πέρα από τις καθημερινές παρενοχλήσεις, οι εμπειρογνώμονες αναφέρθηκαν ότι η χειραγώγηση του καιρού θα έχει μακροπρόθεσμα κι άλλες ανεπιθύμητες παρενέργειες.
"Κανείς δεν μπορεί να πει κατά πόσο η χειραγώγηση του καιρού θα αλλάξει τον ουρανό,» δήλωσε ο Xiao Gang, καθηγητής στο ίδρυμα ατμοσφαιρικής φυσικής στην κινεζική ακαδημία επιστημών.
"Εμείς δεν θα πρέπει να εξαρτηθούμε πάρα πολύ από τα τεχνητά μέσα για να έχουμε βροχή ή χιόνι, γιατί υπάρχουν πάρα πολλές αβεβαιότητες στον ουρανό."
Οπότε, πόσο δύσκολο θα ήταν για αυτούς από τη στιγμή που μπορούν να προκαλούν τεχνητά χιόνια, να προκαλέσουν και τεχνητή ξηρασία;
Η ξηρασία που υπάρχει τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί με τεχνητό τρόπο. Συγχρόνως με το HAARP ως όπλο τροποποίησης του καιρού για να προωθηθεί η ξηρασία, παίζει το ρόλο της σε όλο αυτό και η Ατζέντα 21.
Χρησιμοποιώντας το νερό για να διευκολύνουν την Ατζέντα 21
Την Ατζέντα 21 την έχουμε μάθει για τα καλά όλοι μας, και από τους πρώτους που αναφέρθηκε επίσημα στην ελλάδα για το τι κρύβεται πισω από αυτήν ήταν ο δημοσθένης Λιακόπουλος.
Για να βάλουν την υπογραφή τους οι τότε ηγέτες των κρατών τους είπαν, ότι το σχέδιο είναι για το καλό του πλανήτη, ο οποίος κινδυνεύει από υπερθέρμανση και από ξηρασία και ότι δεν θα υπάρχουν φαγητά και σπαρτά. Τους είπαν ότι με το σχέδιο αυτό, ο πλανήτης μας θα είναι επιτέλους ασφαλής. Το θέμα της λειψυδρίας ανοίγει την πόρτα για την χονδρική εγκατάσταση της Ατζέντα 21.
Με τον έλεγχο του νερού, οι οπαδοί της παγκοσμιοποίησης θα μπορούν να προσδιορίσουν ποιος ζει πού και υπό ποιες συνθήκες, αν τους επιτραπεί να ελέγχουν το νερό. Δεύτερον, οι πληθυσμοί θα μπορούσαν να «στριμωχτούν» συσκευασμένοι σε στοίβες στις μεγαλουπόλεις που η Ατζέντα 21 έχει προγραμματίσει ότι θα υπάρχουν.
Μαζί λοπόν με την Ατζέντα 21 και το HAARP, συμβάλλουν μέσα στο παιχνίδι και τα μεταλλαγμένα τρόφιμα.
Χρησιμοποιώντας το νερό για να μειώσουν τον ανθρώπινο πληθυσμό
Η γεωργία χρησιμοποιεί το 70% της παγκόσμιας παροχής νερού. Επομένως, η έλλειψη νερού γρήγορα θα οδηγήσει σε ελλείψεις τροφίμων. Και τι βλέπουν οι παγκοσμιοποιητές ως λύση στην προκύπτουσα κρίση στα τρόφιμα που θα ακολουθήσει στα χνάρια των σχεδιασμένων ελλείψεων νερού; Οι παγκοσμιοποιητές χρησιμοποιούν αυτή την ευκαιρία για την προώθηση ανθεκτικών στην ξηρασία μεταλλαγμένων καλλιεργειών.
Αυτό είναι σωστό, προωθούν τα ΓΤΟ στα χνάρια της τεχνητά σκηνοθετημένης λειψυδρίας! Έτσι, αν δεν πεθάνουμε από δίψα ή να ξοδέψουμε τον οικογενειακό προϋπολογισμό, προσπαθώντας να αποκτήσουμε νερό, θα βρεθούμε όλο και περισσότερο να δηλητηριαζόμαστε από τοξικά, ανθεκτικά στην ξηρασία ΓΤΟ.
Αυτά τα ίδια ΓΤΟ, εξετάστηκαν σε διαχρονικές μελέτες και έδειξαν ότι τα πειραματόζωα που τα κατανάλωναν ανέπτυξαν θανατηφόρους όγκους και πέθαναν. Και πάλι, η λαμπρότητα αυτού του σχεδίου είναι εκπληκτική κατά την οποία μια τεχνητή έλλειψη νερού δημιουργείται ..... και οι αμετανόητοι Γκοίμ θα φωνάζουν: Θέλουμε ΓΤΟ καλλιέργειες ανθεκτικές στην ξηρασία!!!



http://www.katohika.gr/

«Καθοριστικός ο Σεπτέμβριος»! Τι εννοεί ο προφήτης Μπένι; Μήπως νέο μνημόνιο;;;

Το νέο Μνημόνιο έρχεται! Και μαζί του φέρνει κι άλλα δεινά, αφού για να δηλώσει ο ΜΠΕΝΙ ότι αγωνίζονται για να μην υπάρξει υποχώρηση στα εθνικά θέματα…καταλαβαίνουμε τι έχει να γίνει!

Για καθοριστικό Σεπτέμβριο όσον αφορά στις εξελίξεις που έρχονται, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει, μίλησε μεταξύ άλλων ο Βενιζέλος μιλώντας το βράδυ της Πέμπτης σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ.
Από το σύνολο της ομιλίας του κ. Βενιζέλου, ωστόσο, συνάγεται ότι οι εξελίξεις αφορούν τόσο στη χώρα όσο και στην παράταξη. Πρωτίστως αφορούν στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα, ενώ 
ενδέχεται να υπάρξουν και εξελίξεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, στα λεγόμενα εθνικά θέματα, για τα οποία ο κ. Βενιζέλος ανέφερε ότι αγωνιζόμαστε ώστε να μην υπάρξει καμία υποχώρηση σε αυτά.

Σε ότι αφορά τις διαπραγματεύσεις με την τρόικα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επανέλαβε ότι δεν θα υπάρξουν νέα μνημόνια, ούτε νέα μέτρα. Και πρόσθεσε ότι η χώρα θα επανέλθει στη φυσιολογική κατάσταση μιας ευρωπαϊκής χώρας, χωρίς αποκλίσεις και υβρίδια, όπως η τρόικα και διαδικασίες που ταπεινώνουν τη χώρα, εννοώντας τις μακρές επισκέψεις της τρόικας στην Αθήνα και το πήγαινε-έλα στα υπουργεία που δημιουργούν κακό κλίμα.
Σχετικά με το χρέος ο κ. Βενιζέλος ανέφερε ότι είναι βιώσιμο για τα επόμενα 10 χρόνια, υπενθυμίζοντας τη δήλωση του κ. Ρέγκλινγκ και προσθέτοντας ότι σε 10 χρόνια οι παραμετρικές αλλαγές θα είναι τέτοιες που θα μεταβάλουν τα δεδομένα με γεωμετρική πρόοδο. Αλλά αυτό, είπε, δεν αναγνωρίζεται επειδή υπάρχει κομματική μικροψυχία, διότι θα έπρεπε να πιστωθεί στο ΠΑΣΟΚ.

Δήλωσε ότι το ΠΑΣΟΚ θα αντιταχθεί σε κάθε προσπάθεια να γίνουν νέες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και υποστήριξε ότι πρέπει να υπάρξει μια νέα γενιά εφικτών ρυθμίσεων προκειμένου να σωθούν τα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ, όπως είπε, ο μεγάλος στόχος είναι να νιώσουν ασφαλείς οι Τράπεζες.

Ο κ. Βενιζέλος αναφέρθηκε και στο Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης της χώρας, λεπτομέρειες του οποίου θα παρουσιάσει στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της ΔΕΘ και το οποίο θα έχει στο κέντρο του την αύξηση της απασχόλησης. Και αναφέρθηκε σε μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η οποία εκτιμά ότι είναι εφικτή η δημιουργία 750.000 θέσεων εργασίας μέσα σε έξι χρόνια.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναφερόμενος στις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κυριάκου Μητσοτάκη για το «χαράτσι της ΔΕΗ» (χωρίς, πάντως, να αναφέρει το όνομα του υπουργού) τόνισε ότι «δεν δεχόμαστε μαθήματα διαπραγμάτευσης»

και συνέστησε σε όσους ασκούν παρόμοια κριτική να κάνουν ότι έκανε εκείνος το καλοκαίρι του 2011 «για να πετύχουμε πιο γρήγορα την έξοδο της χώρας από το μνημόνιο και την κρίση».


olympia

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *