Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

Fiat-Ανιέλι-Ρονάλντο: Τώρα η μπάλα στους εργάτες





Οι εργάτες της Fiat, ιδιοκτησίας της οικογένειας Ανιέλι, έχουν να πάρουν αυξήσεις στους μισθούς δέκα χρόνια. Χιλιάδες εργαζόμενοι του ομίλου έχουν υποστεί μειώσεις μισθών. Οι απολύσεις είναι μια από τις καθημερινές απειλές της εργοδοσίας, ενώ εκατοντάδες έχουν δει, ήδη την πόρτα της εξόδου.

Για τους εργάτες της Fiat, δεν υπάρχουν λεφτά! Η εργοδοσία Ανιέλι επικαλείται την οικονομική κρίση για να παγώσει μισθούς, να ρίξει μεροκάματα, να στείλει στην ανεργία χιλιάδες ανθρώπους.

Αυτά για τους εργαζόμενους. Ο πρόεδρος της Γιουβέντους, Αντρέα Ανιέλι,  πρόσφερε 225 εκατομμύρια ευρώ για τα «χρυσά πόδια» του Ρονάλντο. Τα 105 εκατομμύρια θα δοθούν στη Ρεάλ και ο Πορτογάλος άσος θα λάβει 120 εκατ. ευρώ για τέσσερα χρόνια! Τα κεφάλαια της οικογένειας Ανιέλι, προέρχονται κυρίως από τα κέρδη της Fiat. Από την αρπαγή του ιδρώτα των εργαζομένων της αυτοκινητοβιομηαχίας.  “Εμείς είμαστε αυτοί που σε πληρώνουμε” γράφει η αφίσα που κυκλοφόρησε το Ιταλικό συνδικάτο Si Cobas, με το πρόσωπο του Ρονάλντο και τη φανέλα της Γιουβέντους.
Η μεταγραφή του Κριστιάν Ρονάλντο στη Γιουβέντους, με το νέο μυθικό συμβόλαιο, μέρος του οποίου θα καλύψει η Ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία της οικογένειας Ανιέλι, εξόργισε τους εργάτες!   Οι εργαζόμενοι της Fiat ανακοίνωσαν ότι προχωρούν σε διήμερη απεργία.

«Με τα χρήματα του Ρονάλντο οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να πάρουν αύξηση 200 ευρώ τον μήνα», δήλωσε ο εκπρόσωπος των εργαζομένων στο εργοστάσιο της FIAT στο Ρομιλιάνο Ντ’ Άρκο κοντά στη Νάπολι, Τζεράλντο Τζιανόνε.

Στην ανακοίνωση του, το Σωματείο των εργαζομένων της Fiat, αναφέρει:

«Αντιμέτωποι με τόση ενοχή δεν μπορούμε από το να προχωρήσουμε σε απεργία. Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι ενώ οι εργαζόμενοι εξακολουθούν για χρόνια να κάνουν τεράστιες οικονομικές θυσίες η ίδια η εταιρεία αποφασίζει να δαπανήσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την αγορά ενός ποδοσφαιριστή. Μας λένε ότι η στιγμή είναι δύσκολη. Και ενώ οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους σφίγγουν όλο και περισσότερο τις ζώνες τους, η εταιρεία αποφασίζει να επενδύσει πολλά χρήματα σε μόνο έναν άνθρωπο! Είναι εντάξει; Είναι φυσιολογικό για ένα άτομο να κερδίζει εκατομμύρια και χιλιάδες οικογένειες να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν έως τα μέσα του μήνα;

Είμαστε όλοι εξαρτημένοι από το ίδιο αφεντικό, αλλά σε αυτήν την στιγμή τεράστιας κοινωνικής δυσκολίας, αυτή η άνιση μεταχείριση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Οι εργαζόμενοι της Fiat έχουν υπηρετήσει την εταιρεία για τουλάχιστον τρεις γενιές, πλουτίζοντας όποιον κινείται γύρω στην εν λόγω εταιρεία, και σε αντάλλαγμα έλαβαν πάντα και μόνο μια ζωή δυστυχίας. Η εταιρεία θα μπορούσε να επενδύσει σε μοντέλα αυτοκινήτων που διασφαλίζουν το μέλλον των χιλιάδων ανθρώπων και όχι μόνο σε έναν άνθρωπο. Προτιμούν τον κόσμο του παιχνιδιού, την διασκέδαση για ο,τιδήποτε άλλο. Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης κηρύσσει απεργία από την Κυριακή (22:00) 15 Ιουλίου μέχρι την Τρίτη (06:00), 17 Ιουλίου 2018».

Για την οικογένεια Ανιέλι, ο Ρονάλντο είναι μια ακόμα επένδυση. Θα αξιοποιηθεί όπως σχεδιάζει η Fiat για να διαφημίσει τα αυτοκίνητα της, σε όλο τον πλανήτη. Προσβλέπει σε κέρδη από τις πωλήσεις αυτοκινήτων, όπως και από τις φανέλες με το «R» στην πλάτη, τα εισιτήρια – που πλέον θα αυξηθούν – για να παρακολουθήσει κάποιος τη Γιουβέντους.

Ο Ρονάλντο είναι «εμπόρευμα», όπως και «εμπόρευμα» είναι η Γιουβέντους. Συνολικά το ποδόσφαιρο. Στο Τορίνο, τη μεγάλη «εργατομάνα» της Ιταλίας, έδρα και της Fiat, το ποδόσφαιρο έχει φανατικούς οπαδούς. Πολλοί από αυτούς εργάζονται στην τεράστια αυτοκινητοβιομηχανία.

Μπορεί λοιπόν η πρόκληση της μεταγραφής Ρονάλντο να είναι τεράστια! Μπορεί να προκαλεί τη δίκαιη οργή των εργαζόμενων! Όμως πίσω από φαινόμενο, οι εργάτες της Fiat, οφείλουν να δουν την ουσία. Τα «τσουβάλια» ευρώ της μεταγραφής Ρονάλντο, δεν θα κατέληγαν ποτέ στις δικές τους τσέπες…  Οι εργάτες της Fiat, δεν θα έπαιρναν καμιά αύξηση μισθού, ακόμα και αν οι Ανιέλι δεν αγόραζαν τον Πορτογάλο ποδοσφαιριστή.

Γι’ αυτούς ισχύει  ο καπιταλιστικός νόμος της υπεραξίας. Τα κέρδη των αφεντικών αυξάνονται όσο μειώνονται οι μισθοί των εργατών. Όσο υπάρχουν Ανιέλι, τα κέρδη που παράγουν οι εργάτες θα χρησιμοποιούνται για τα κάθε λογής παιχνίδια των κεφαλαιοκρατών…

       

Μια παγκόσμια θεά




Η ουσία της ύπαρξης και τα αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα πιθανότατα θα παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα «βασανίζοντας» τον σημερινό άνθρωπο, όπως ίσως τυραννούσαν τους αρχαίους προγόνους του. Ο «κόσμος» ωστόσο αλλάζει και μαζί του αλλάζουν όλα τα σπουδαία από τα ασήμαντα που τον συνθέτουν.

Το ποδόσφαιρο – όπως μπορούν να αποδείξουν οι τηλεθεάσεις και οι τζίροι δισεκατομμυρίων που εξασφαλίζει – δικαίως διεκδικεί τον τίτλο του «σημαντικότερου από τα ασήμαντα» αυτά πράγματα που διεγείρουν εδώ και έναν αιώνα με πολλούς και διάφορους τρόπους την ανθρώπινη ύπαρξη. Ίσως επειδή έχει βρει τον τρόπο να αλλάζει ακολουθώντας κατά πόδας έναν κόσμο που αλλάζει με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα.

Η περιοδική, από το 1930, ανά τετραετία διοργάνωση του ποδοσφαιρικού Παγκοσμίου Κυπέλλου προσφέρει προνομιούχες γωνίες παρατήρησης για όποιον ενδιαφέρεται και θέλει να δει έναν κόσμο που αλλάζει, μαζί και το ποδόσφαιρο.

Παρακολουθώντας τα παιχνίδια του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας και φέρνοντας στο μυαλό του άλλες διοργανώσεις του παρελθόντος, το πρώτο που συνειδητοποιεί κάποιος είναι η ομοιομορφία στο στυλ του παιχνιδιού που έχουν υιοθετήσει ομάδες χωρών από κάθε γωνιά του πλανήτη. Μια δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η απόσταση που χωρίζει την ποιότητα του παιχνιδιού (φυσική κατάσταση, τεχνική κατάρτιση, αγωνιστική τακτική) μεταξύ των ομάδων (από κάθε γωνία του πλανήτη, και αυτό έχει τη σημασία του) τείνει να ελαχιστοποιηθεί.

Το καταγεγραμμένο οπτικό υλικό από Παγκόσμια Κύπελλα ή άλλους ποδοσφαιρικούς αγώνες του παρελθόντος εύκολα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όσο πιο πίσω μπορούμε να κοιτάξουμε, τόσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά ποιότητας (φυσική κατάσταση, τεχνική κατάρτιση, αγωνιστική τακτική) υπέρ του ποδοσφαιρικού παιχνιδιού όπως αυτό διεξάγεται (ή διαδραματίζετε αν προτιμάτε) στους αγωνιστικούς χώρους του παρόντος.

Η γέννηση

Για να συνειδητοποιήσουμε ωστόσο το ποδοσφαιρικό παιχνίδι που βλέπουμε σήμερα, στον 21ο πρώτο αιώνα, είναι απαραίτητο να πάμε έναν αιώνα πίσω, στην εποχή όπου άρχισε να θεμελιώνεται. Τότε, τέλη του 18ου αιώνα, ορίστηκαν οι κανόνες του παιχνιδιού (το μέγεθος του αγωνιστικού χώρου, των γκολπόστ, ο αριθμός των παικτών, ο διαιτητής και οι επόπτες, τι είναι φάουλ και οφσάιντ κ.λπ.) σε μια συμφωνία νεαρών κυρίων, φοιτητών βρετανικών κολεγίων.

Τότε, στον κολοφώνα της ισχύος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, οι νεαροί αριστοκράτες υιοθέτησαν το ποδόσφαιρο, ένα παιχνίδι της πλέμπας, το οποίο ένα – δυο αιώνες νωρίτερα, στη βικτωριανή εποχή, αν και απαγορευόταν με βασιλικά διατάγματα, παιζόταν με άλλους κανόνες (ή χωρίς κανόνες) στα απέραντα λιβάδια (χωρίς, δηλαδή, το συγκεκριμένο αγωνιστικό πλαίσιο που ορίζουν οι γραμμές του γηπέδου) ανάμεσα σε ομάδες με ακαθόριστο αριθμό παικτών, οι οποίοι, χτυπώντας με κάθε τρόπο κάτι που έμοιαζε με μπάλα και όποιον αντίπαλο τους πλησίαζε, διεκδικούσαν να κερδίσουν χώρο.
Έκτοτε, από τη στιγμή που οι γόνοι της αριστοκρατίας της βρετανικής αυτοκρατορίας έβαλαν τους κανόνες και υιοθέτησαν το ποδόσφαιρο ως παιχνίδι τους, η λέξη «ποδοσφαιριστής» έπαψε να είναι μια κοινή βρισιά, όπως την έχει αποτυπώσει σε έργα του ο Σαίξπηρ.

Οι υπερόπτες κληρονόμοι

Οι νεαροί αριστοκράτες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή αποτύπωναν στο ποδοσφαιρικό τους παιχνίδι αυτό που ήταν: «κύριοι» ενός κατακτημένου (απ’ αυτούς) κόσμου. Έχοντας μια αίσθηση του σνομπισμού και της τυπολατρίας τους, ας προσπαθήσουμε να τους φανταστούμε να παίζουν.
Ο τρόπος του παιχνιδιού τους και η τακτική τους χαρακτηρίζονταν από την υπεροψία και την επίδειξη της υπεροχής των ανεπτυγμένων (καλοζωισμένοι γαρ) σωματικών προσόντων τους και της συντριπτικής αυτοκρατορικής δύναμής τους, η οποία είχε επιβληθεί όπου γης.

Έτσι, για τους αριστοκράτες σπόρτσμεν η μπάλα δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από «όπλο», μια μπάλα κανονιού η οποία εκτοξεύεται προς τον αντίπαλο. Η τεχνική ήταν απλή: μπάλα ψηλά και γεμίσματα από κάθε γωνιά του γηπέδου στην αντίπαλη περιοχή μέχρι, με κάποια κεφαλιά ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, να παραβιαστεί η εστία των εχθρών. Η άμυνα, όταν ο αντίπαλος είχε την μπάλα, λυσσαλέα, με δολοφονικά τάκλιν πριν αυτός προλάβει να χρησιμοποιήσει το όπλο – μπάλα, δηλαδή να σεντράρει…

Με αυτόν τον «αυτοκρατορικό» τρόπο διδάχτηκαν και έπαιζαν ποδόσφαιρο και τα βλαστάρια της βρετανικής εργατικής (πλην όμως αυτοκρατορικής στην παγκόσμια κλίμακα) τάξης. Αυτοί, στα λιμάνια του κόσμου της αυτοκρατορίας, μετάγγισαν τους κανόνες του παιχνιδιού στους αυτόχθονες. Καθ’ ότι λάτρεις των παραδόσεων, με αυτόν τον τρόπο συνέχιζαν να παίζουν επί έναν αιώνα – μέχρι και πριν μερικά Μουντιάλ – οι Βρετανοί, αδυνατώντας να «επηρεαστούν» από τις γοητευτικές προσθήκες τις οποίες οι υποτελείς τους έκαναν στο παιχνίδι που αυτοί είχαν επινοήσει…

Ύστερα ήλθαν οι καλλιτέχνες

Έναν, πάνω – κάτω, αιώνα πριν, η φτωχολογιά και τα χαμίνια των λιμανιών της Λατινικής Αμερικής ήρθαν σε επαφή με το παιχνίδι της βρετανικής αποικιοκρατικής αριστοκρατίας. Και το τροποποίησαν. Όπως γράφει ο Εδουάρδο Γκαλεάνο στο απίθανα διεισδυτικό βιβλίο του «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου», στα γήπεδα του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβίδεο γεννιόταν ένας νέος τρόπος ποδοσφαιρικού παιχνιδιού. Εκείνα τα χρόνια, σε εκείνα τα γοητευτικά αλλά και πονεμένα μέρη της Λατινικής Αμερικής, στις αυλές των φτωχόσπιτων, καθιερωνόταν η μιλόνγκα, ένας ιδιαίτερος χορός, πρόδρομος του τάνγκο.

«Οι χορευτές», γράφει ο Γκαλεάνο, «ζωγράφιζαν κυριολεκτικά, λικνιζόμενοι πάνω σε ένα μόνο πλακάκι, και οι ποδοσφαιριστές ανακάλυπταν τη δική τους γλώσσα στον ελάχιστο χώρο στον οποίο η μπάλα δεν κλοτσιόταν, αλλά αγκαλιαζόταν και κατακτιόταν, σαν να ήταν τα πόδια χέρια και αγκάλιαζαν το δέρμα. Και στα πόδια των πρώτων μιγάδων βιρτουόζων γεννήθηκε το παίξιμο: την μπάλα την παίζουν σαν να ήταν κιθάρα, μουσικό όργανο.

Ταυτόχρονα, το ποδόσφαιρο εγκλιματιζόταν στους τροπικούς, στο Ρίο ντε Τζανέιρο και στο Σάο Πάολο. Ήταν οι φτωχοί αυτοί που, ενώ το απαλλοτρίωναν, το εμπλούτιζαν. Το ξένο αυτό άθλημα γινόταν βραζιλιάνικο, στον βαθμό που έπαυε να είναι προνόμιο κάποιων λίγων εύπορων νέων, οι οποίοι το έπαιζαν αντιγράφοντας, και γονιμοποιούνταν από τη δημιουργική ενέργεια του λαού, ο οποίος το ανακάλυπτε.

Γεννιόταν έτσι το πιο όμορφο ποδόσφαιρο του κόσμου, αποτελούμενο από σπασίματα της μέσης, κυματισμούς του σώματος και άλματα των ποδιών, που προέρχονταν από την καποέιρα, τον πολεμικό χορό των μαύρων σκλάβων».

Από τα χαμίνια…

Από τη στιγμή που η φτωχολογιά συνάντησε το ποδόσφαιρο, η μπάλα έπαψε να κακοποιείται και να χρησιμοποιείται σαν οβίδα που εκτοξεύεται κατά στόχου. Έγινε ερωμένη πρόθυμη να απολαύσει το χάδι και να κάνει τα χατίρια των βιρτουόζων προσφέροντας ανεπανάληπτες στιγμές σε όσους έβλεπαν το παιχνίδι.

Προφανώς δεν είναι – δεν μπορεί να είναι – τυχαία αυτή η εξέλιξη ούτε σύμπτωση το ότι αυτοί οι πρώτοι μάγοι και εραστές της στρογγυλής θεάς υπήρξαν χαμίνια και αληταρία στις φτωχογειτονιές και τα λιμάνια, πιτσιρικάδες για όλες τις δουλειές, πεινασμένοι και έγχρωμοι νομάδες.

Αυτοί, για να επιβιώσουν στο παιχνίδι (και στη ζωή), ήταν υποχρεωμένοι να αναπτύξουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για να «ξεφύγουν»: ταχύτητα, ευστροφία, πονηριά, αντοχή στον πόνο των χτυπημάτων, επιμονή μέχρι να φτάσουν κοντά ή μέσα στο «ξέφωτο», τη μεγάλη περιοχή, εκεί όπου βρισκόταν εντός της εμβέλειάς τους ο στόχος…

Όπως γράφει ο Γκαλεάνο στο βιβλίο του, «όπως προκύπτει μέσα στον χρόνο, οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Βραζιλίας, από τον Φρίντενραϊχ μέχρι τον Ρομάριο, περνώντας από τον Ντομίνγκος ντα Γκία, τον Λεόνιντας, τον Ζιζίνιο, τον Γκαρίντσα, τον Ντιντί και τον Πελέ, ήταν είτε μαύροι είτε μιγάδες».

…στα χέρια της αγοράς

Από τότε έχουν μεσολαβήσει πολλά και το σημαντικότερο σε ό,τι αφορά το ποδόσφαιρο είναι η απόλυτη, τελικά, κατάκτησή του και η υποταγή του στους νόμους της αγοράς.
Η συλλογική ψύχωση που μπορούσαν να δημιουργήσουν το παιχνίδι και οι μάγοι του άνοιγε την πόρτα για την εκμετάλλευσή του από την αγορά, όπου ισχύει – εκεί περισσότερο από οπουδήποτε αλλού – ότι το χρήμα δεν έχει οσμή. Έτσι τα πραγματικά αφεντικά του ποδοσφαίρου, μπροστά στην προοπτική του κέρδους, άφησαν κατά μέρος τις προκαταλήψεις τους και αποδέχτηκαν στην αρχή τους μαύρους και μιγάδες θεούς της μπάλας και σιγά – σιγά τις πολλά υποσχόμενες αγορές της Ασίας και της Αφρικής.

Εν τω μεταξύ, ο ευρωπαϊκός ορθολογισμός είχε προσθέσει κι αυτός το λιθαράκι του στην τακτική του παιχνιδιού. Καταρχάς, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη φαντασία και επινοητικότητα των δεξιοτεχνών, εφηύρε το κατενάτσιο, το αμυντικό καταστροφικό παιχνίδι, το οποίο, ωστόσο, δεν αγαπούσαν ούτε αυτοί που κέρδιζαν…

«Υποχρεωτική ομοιομορφία»

Η βασική προσφορά και προσθήκη στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, αυτό που βλέπουμε να επικρατεί στην εποχή μας, προήλθε από την Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς και ονομάστηκε ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο.

Είναι το ποδόσφαιρο με το οποίο μια ομάδα αποκτά τη δυνατότητα να αυξομειώνει τον αγωνιστικό χώρο: να τον μεγαλώνει όταν έχει την μπάλα, προκειμένου να δημιουργεί και να εκμεταλλεύεται κενούς χώρους, ή να τον μικραίνει όταν αμύνεται, ασκώντας ασφυκτικό πρέσινγκ όταν ο αντίπαλος κρατά την μπάλα. Για να γίνει κάτι τέτοιο επί 90 λεπτά της ώρας που διαρκεί ένας αγώνας, απαιτούνται ασταμάτητο τρέξιμο, καλλιέργεια εξωπραγματικών δυνάμεων και απόλυτη προσήλωση στην τακτική.

Αν φέρουμε στο μυαλό μας τις πετυχημένες ομάδες των τελευταίων χρόνων, θα διαπιστώσουμε ότι παίζουν – ή προσπαθούν να παίξουν – αυτό ακριβώς το ποδόσφαιρο. Αυτό ακριβώς το ποδόσφαιρο παίζουν και οι εθνικές ομάδες που βρίσκονται στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας και, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα, σχεδόν όλες στάθηκαν ικανές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης αγωνιστικής τακτικής.

Παρά την παρουσία κάποιων ξεχωριστών ποδοσφαιριστών στον αγωνιστικό χώρο, οι οποίοι κάποιες στιγμές, μόνο, μπορούν να κάνουν τη διαφορά ζωγραφίζοντας την αναπάντεχη πινελιά τέχνης στο χόρτο, η αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι (και) το ποδόσφαιρο μοιάζει να εξαντλεί τα περιθώρια βελτίωσής του, αφού εξακολουθεί να παίζεται από ανθρώπους στο μάξιμουμ των φυσικών ανθρώπινων δυνατοτήτων και σε έναν δεδομένο σε διαστάσεις αγωνιστικό χώρο.

Όπως το έθεσε ο Γκαλεάνο στα «Χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου», «ζούμε σε μια εποχή υποχρεωτικής ομοιομορφίας του ποδοσφαίρου, όπως και όλων των υπολοίπων. Ποτέ έως τώρα ο κόσμος δεν ήταν τόσο άνισος ως προς τις ευκαιρίες που προσφέρει και τόσο εξισωτικός στις συνήθειες που επιβάλλει: στην εποχή μας, στο τέλος αυτού του αιώνα (ή στην αρχή του επόμενου που ήδη βρισκόμαστε), όποιος δεν πεθαίνει από την πείνα πεθαίνει από πλήξη».

Αυτός ίσως είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο ως εμπορικό προϊόν. Αυτό, ωστόσο, είναι πρόβλημα και αφορά, κατά κύριο λόγο, τα αφεντικά της επιχείρησης (FIFA, UEFA, διαφημιστικές κ.λπ.). Δεν αφορά καθόλου το παιχνίδι και όσους το αγαπούν κρατώντας ζωντανή τη σύνδεση που τους προσφέρει με την εποχή που υπήρξαν παιδιά…


Διπλωματικός πόλεμος ΗΠΑ-Ρωσίας για Σκόπια και απελάσεις


Διπλωματικός πόλεμος με επίκεντρο την κίνηση της Αθήνας να απελάσει τους ρώσους διπλωμάτες αλλά και την έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών του ΝΑΤΟ με την πΓΔΜ.   


Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, όπως μεταδίδει το πρακτορείο Reuters, διαμαρτυρήθηκε την Πέμπτη για το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ εισήχθη, όπως είπε «με το ζόρι» στο ΝΑΤΟ με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένας έμμεσος διπλωματικός πόλεμος με επίκεντρο την κίνηση της Αθήνας να απελάσει τους ρώσους διπλωμάτες αλλά και την έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών του ΝΑΤΟ με την πΓΔΜ.

«Τέτοιες κινήσεις βαθαίνουν το χάσμα και αυξάνουν τις εντάσεις στην Ευρώπη» τονίζει το ρωσικό ΥΠΕΞ και προσθέτει πως «η απορρόφηση της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ με το ζόρι επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των "ανοιχτών θυρών" έχει γίνει αυτοσκοπός και ένα εργαλείο με στόχο τη γεωπολιτική επιρροή».

Λίγη ώρα αργότερα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξέδωσε ανακοίνωση για το θέμα της απέλασης των Ρώσων διπλωματών από την Αθήνα που κατηγορούνται ότι προέβησαν σε παράνομες ενέργειες κατά της εθνικής ασφάλειας, οι οποίες κρίνονται ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ιστότοπου Hellas Journal, αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών τόνισε πως οι ΗΠΑ στηρίζουν πλήρως την Ελλάδα στο δικαίωμα της να υπερασπιστεί την κυριαρχία της, υπογραμμίζοντας παράλληλα τον αποσταθεροποιητικό ρόλο που διαδραματίζει η Ρωσία στην ευρύτερη περιοχή.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εκφράσει την ανησυχία τους στο παρελθόν για τη ρωσική κακοήθη επιρροή σε αυτή τη περιοχή. Η παρέμβαση στις δημοκρατικές διαδικασίες των άλλων χωρών είναι απαράδεκτη και στηρίζουμε την Ελλάδα στην υπεράσπιση της κυριαρχίας της».

Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι ΗΠΑ ανησυχούν για τις πιθανές προσπάθειες που καταβάλει η Ρωσία με σκοπό την υπονόμευση της συμφωνίας που επετεύχθη για την επίλυση του θέματος του ονοματολογικού με την πΓΔΜ.

«Οι ΗΠΑ έχουν προχωρήσει σε παρόμοιες ενέργειες στο παρελθόν, όπως και άλλες χώρες, για να στείλουν ένα μήνυμα σχετικά με την αποσταθεροποιητική, απαράδεκτη ρωσική συμπεριφορά, και σημειώνουμε με ιδιαίτερη ανησυχία τις πιθανές ρωσικές προσπάθειες για την υπονόμευση της σημαντικής συμφωνίας μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων για το θέμα του ονοματολογικού».

Χαμηλοί τόνοι από τη ρωσική πλευρά
«Σε θέματα όπως είναι οι απελάσεις διπλωματών υπάρχει η πάγια τακτική της συμμετρικής συνέπειας», τόνισε η εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ, Μαρία Ζαχάροβα, απαντώντας σε ερώτηση που έγινε κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης τύπου, αναφορικά με την είδηση της απόφασης της ελληνικής κυβέρνησης για την απέλαση Ρώσων διπλωματών.

Η Ρωσίδα αξιωματούχος εξήγησε «ότι σίγουρα μια τέτοια εξέλιξη δεν προσφέρει τίποτα θετικό στις διμερείς σχέσεις. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπ´ όψιν ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν τη δική τους αξία διότι μιλάμε όχι για εικονικές σχέσεις αλλά για την πρακτική αμοιβαίας δράσης προς όφελος των δυο λαών».

Πάντως, η επίσημη ρωσική πλευρά κρατά χαμηλούς τόνους στο θέμα, παρά το γεγονός ότι ήταν στα ρωσικά ΜΜΕ για δεύτερη μέρα.








Όλη η χώρα μια Ελένη από το Κωσταλέξι…





Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πραγματικά τη διαφορετική έμφαση …. στον «γεννημένο παρεκκλίνοντα» ή τις «κοινωνικές συνθήκες», χωρίς να λάβουμε υπόψη την ιδιαιτερότητα της … διπολικής κοινωνικής-οικονομικής ανάπτυξης, η οποία συνεπαγόταν πολύ διαφορετικές μορφές οικονομικής ανάπτυξης, ποσοστών ανεργίας, τύπων της εργατικής τάξης στο Bορρά και το Nότο»,  έγραψε, για το Ιταλικό παράδειγμα,  ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιολόγους του εγκλήματος, ο Melossi. Πράγματι για να ανακαλύψεις τις κρυμμένες πλευρές μιας κοινωνίας, άρα τις σημαντικότερες, έχει ενδιαφέρον να δεις όχι μόνο το πώς γεννιέται αλλά και το πώς αντιμετωπίζεται το έγκλημα. Τι επιλέγεται να μας σοκάρει, αν μας σοκάρει στ’ αλήθεια… Και παρόλο που δεν είναι μονάχα ελληνικό το φαινόμενο, είναι οι δικές μας ιδιαιτερότητες που αποτελεί ευθύνη μας`να μας απασχολήσουν.

Πάντοτε μου έκανε εντύπωση λοιπόν πως σε μια χώρα που μόλις 7 δεκαετίες πριν, επί εμφυλίου  κόβαν κεφάλια και τα καρφώναν σε πασάλους ή τα κρεμούσαν σε φανοστάτες,  ο «πολιτισμένος» αυτός λαός επέμενε πως διέπρεψε όπου πήγε ως μετανάστης, καθαγιάζοντας λόγω αρχαίας καταγωγής τους τόπους μετανάστευσής του. Βέβαια ο πιο δημοφιλής μας πολιτιστικός μύθος καταλύεται εύκολα αν διαβάσει κανείς τις καθεαυτό, αρετουσάριστες αναμνήσεις των ίδιων των Ελλήνων μεταναστών, όπως το βιβλίο της Αλεξάνδρας Πασχαλίδου «Σε Ξένες Γειτονιές» για την «ανεκτική» Σουηδία ή δει ταινίες όπως το «Με λένε Στέλιο», για να αναφέρουμε ελάχιστα παραδείγματα. Και προφανώς δεν ήταν οι Έλληνες μετανάστες που φταίγαν, αλλά δεν ήταν κι η καταγωγή ή η ‘τέλεια συμπεριφορά’ τους που τους έκανε ‘καλοδεχούμενους’…


Μου έκανε επίσης εντύπωση πως σε χώρα που η πανσπερμία του φόβου και της αγραμματοσύνης μέσα από τη συκοφαντία και τη ρουφιανιά του γείτονα (μαζί με τον διαταξικό  πολιτικό φανατισμό και το κυνηγητό του άμεμπτου μικροαστικού προφίλ σε όλες τις πολιτικές εκδοχές του) ήταν τα βασικότερα προαπαιτούμενα κοινωνικής ανόδου, (δομώντας το αντίστοιχο κοινωνικό υποκείμενο), υπήρξε αίσθημα έντονου σοκαρίσματος όταν αποκαλύφθηκε σαν σπυρί κακό που κανένα τουριστικό μεικ απ δεν μπορούσε να αναιρέσει, η Ελένη από το Κωσταλέξι.

Ακόμη και στις μέρες μας μου κάνει εντύπωση που η κοινωνία μας σοκαρίστηκε από την «τρομερή» λέει αποκάλυψη πως υπάρχουν φαινόμενα εκφοβισμού και σωματικής ή και σεξουαλικής βίας στα ελληνικά σχολεία.  Λες και μικρές και μεγαλύτερες κοινωνίες και οι θεμέλιοι λίθοι τους, οι νοικοκυραίοι,(πολύ κοντά συχνά -σαν το άλλο πρόσωπο του ίδιου δηλαδή του ‘Ιανού’- στους εξίσου νάρκισσους και μάτσο υπερεπαναστάτες) δεν βλέπουν το πώς αντιμετωπίζουν τα καμάρια τους τα άλλα πλάσματα: Το αναίτιο κυνηγητό στ’ αδέσποτα, ακόμη και στα πουλιά, το δίχως λόγο ποδοπάτημα των λουλουδιών. Λες και δεν ξέρουν αυτές οι κοινωνίες πως αποτελούν παιδικές και εφηβικές «πλάκες» φαινόμενα όπως το κατακρεουργημένο κουτάβι στο Άργος πριν λίγα χρόνια ή το σκυλί που το ανατίναξαν με βεγγαλικό στο στόμα το φετινό Πάσχα κάπου στην Πελοπόννησο. Λες και δεν αποτελεί κλιμάκωση αυτής της νοοτροπίας έπειτα το μπούλινγκ και των δίποδων διαφορετικών σε μια ευρύτερη κοινωνία στην οποία η βία έχει διαχυθεί «νομιμοποιημένη».



Όπως όμως έχει σωστά ειπωθεί το εθνικό μας σπορ είναι να πέφτουμε από τα σύννεφα. Για ακόμη μια φορά λοιπόν πέσαμε από τα σύννεφα με την αυτοκτονία ενός 15χρονου παιδιού και τη βία που είχε υποστεί όπως φαίνεται μέσα από κείνο το σπαρακτικό «με κατέστρεψαν». Λες και δεν είχε υπάρξει η περίπτωση της μαθήτριας από τη Βουλγαρία που βιάστηκε στις τουαλέτες του σχολείου της από παιδιά υπεράνω υποψίας… Λες και δεν έχει υπάρξει η περίπτωση του Βαγγέλη Γιακουμάκη που δολοφονήθηκε από (πιθανότατα πολιτικά προστατευμένους στη μικρή  κοινωνία καταγωγής τους) «λεβέντες».  Λες και δεν υπάρχουν μυριάδες περιστατικά πογκρόμ που δεν φτάνουν ποτέ στην επιφάνεια….

Όλη η χώρα μια Ελένη από το Κωσταλέξι. Χωμένη βαθιά στα έγκατα της γης για να μην δούμε το κρυφό πρόσωπό της. Και να μην αναλάβουμε την ευθύνη του. Η ίδια χώρα που ως επίσημη κρατική ανάγνωση (η κριτική αποτίμηση της οποίας δυστυχώς τσουβαλιάζει αδίκως, χάρην οικονομίας και αποκρυστάλλωσης, και τους διαφορετικούς) ειρωνευόταν δεκαετίες το φτωχικό μεγαλείο της Ψωροκώσταινας γιατί ήθελε, δίχως ηθικό και πνευματικό κόπο, να «μεγαλοπιαστεί». Άλλωστε γιατί αφού μας το χρωστούσε η μοίρα ως απογόνους του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη; Θα εξακολουθήσουμε να πέφτουμε από τα σύννεφα λοιπόν.  Είναι τόσο ενοχλητικό να αλλάξει…. Ο ιδεολογικός ρόλος του εγκλήματος και των στάσεων απέναντί του απορρέει από την ίδια την εγγενή σχέση του με την κάθε μικρή ή μεγάλη εξουσία, σχέση η οποία είναι λόγος ύπαρξης, αλλά και όρος επιβίωσής του. Οπότε όλοι κι όλες, σε διαφορετικές ποσότητες φυσικά (αφού κάποιοι κατεξοχήν άρχουν), και με διαφορετικές ποιότητες έστω, παραδομένοι στη γη και παραδαρμένοι στα σύννεφα, βολευόμαστε. «Its Elementary Watson».


Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Εγγονή μιας μάγισσας που δεν μπορέσατε να κάψετε



Το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί στη ζωή είναι να βρεις έναν άνθρωπο που θα σ’ αγαπήσει όσο τον αγαπάς κι εσύ.

Αυτό μοιάζει να είναι η ολοκλήρωση της ευτυχίας.

Όμως, μερικές φορές, αυτός που σ’ αγαπάει δεν μοιράζεται τα πάντα μαζί σου. Όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί δεν ξέρει.

Λίγοι ζωντανοί γνωρίζουν ποιους νεκρούς κουβαλάνε.

~~

Ήταν ένα καυτό καλοκαίρι, το δεύτερο που περνούσα με τη Τζένη. Είχαμε πάει διακοπές στο Ανήλιο, ένα χωριό στο δυτικό Πήλιο, κάτι σαν εξώστη στο Αιγαίο.


Η Τζένη είχε καταγωγή από ‘κει. Κι ένα μικρό σπίτι, που το μοιραζόταν όλη η οικογένεια της ως εξοχικό.

Μόνοι μας φίλοι στο Ανήλιο ήταν ένα άλλο ζευγάρι, ο Βασίλης και η Ρούλα. Οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, που δεν ήταν τουριστικό, μας κοιτούσαν με περιέργεια που έφτανε στα όρια της έχθρας.

Σίγουρα έφταιγε που ήμασταν ξένοι, καθώς κι ότι κάναμε παρέα με τους άλλους «παράξενους» του χωριού, το ζευγάρι που προανέφερα.

Όμως έπαιζε ρόλο και το χρώμα μαλλιών της Τζένης.

Δεν είναι ακριβώς κόκκινα, όχι όπως το κόκκινο της βαφής. Πιο πολύ θα τα έλεγες πυρόξανθα. Αλλά σε συνδυασμό με το λευκό δέρμα και τις φακίδες είναι σίγουρα εκδήλωση του γονιδίου MC1R.

Αυτό το γονίδιο το φέρει το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά εκδηλώνεται μόλις στο 12%

Ακόμα και δύο μελαχρινοί γονείς μπορούν να γεννήσουν κοκκινομάλλικο παιδί. Στις βόρειες χώρες είναι πιο συνηθισμένο. Εδώ, στον νότο, ζήτημα να είναι το 1 στα 1000 παιδιά.

Ό,τι είναι σπάνιο, ό,τι είναι ανεξήγητο, είναι ύποπτο.

Στα παλιότερα χρόνια οι κοκκινομάλληδες, ειδικά οι γυναίκες, θεωρούνταν σπέρμα του Σατανά.

Πώς γίνεται δυο μελαχρινοί γονείς, με άλλα τρία μελαχρινά παιδιά, να γεννήσουν ένα κόκκινο; Με τη βοήθεια του διαβόλου φυσικά ( ή αν έκαναν σεξ όταν η γυναίκα είχε έμμηνο ρύση, έλεγε μια άλλη δεισιδαιμονία-εξήγηση.)

Δεν νομίζω ότι οι κάτοικοι του Ανήλιου θυμόντουσαν αυτές τις δεισιδαιμονίες, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Αλλά στο συλλογικό ασυνείδητο, με μύθους, σύμβολα, ιστορίες και λέξεις, είναι γραμμένο: Κόκκινο=Κακό.

(Στη μαύρη Αφρική θεωρούν δαιμονισμένα τα παιδιά αλμπίνους, αλλά αυτή μια διαφορετική ιστορία, διαφορετικών χρωμάτων και πολιτισμών.)

~~

Περνούσαμε όμορφα με τη Τζένη, τόσο που μερικές μέρες δεν πηγαίναμε καν στη θάλασσα. Μέναμε στο σπιτάκι, να κοιτιόμαστε στα μάτια και να κλαίμε, από ευτυχία που είχαμε βρει αυτό το μισό που έλεγε ο Πλάτωνας.

Όταν θέλαμε παρέα πηγαίναμε στο σπίτι των φίλων μας, καθόμασταν στην αυλή τους και μιλούσαμε για λογοτεχνία και ζωγραφική.

Ο Βασίλης, πέρα απ’ την «κανονική δουλειά» που έκανε για να επιβιώνει, ήταν και εξαιρετικός ζωγράφος.

Το υπόγειο τους σπιτιού τους το είχε κάνει στούντιο κι έφτιαχνε εκεί σουρεαλιστικούς πίνακες, κάτι ανάμεσα σε Νταλί και Εγγονόπουλο, με το προσωπικό του ύφος.

Εκείνος πρότεινε στην Τζένη να της παραχωρήσει το στούντιο του, αν ήθελε να ζωγραφίσει κάτι.

Η Τζένη χάρηκε, της έλειπε η ζωγραφική παρά την πλησμονή του έρωτα μας. Για να είσαι ολόκληρος δεν αρκεί να μοιράζεσαι. Αλλά δεν είχε μαζί της τίποτα άλλο από μολύβια.

«Έχω όσα πινέλα θες κι όσο χρώμα μπορείς να βάλεις», της είπε ο Βασίλης.
«Δεν έχω ούτε καμβάδες», έκανε εκείνη.
«Μη σε νοιάζει γι’ αυτό», είπε η Ρούλα. «Ο Βασίλης δεν αγοράζει καμβάδες. Τους φτιάχνει με μουσαμά -και τα τελάρα από ξύλα, μόνος του.»
«Είναι μέρος της ιεροτελεστίας», είπε ο Βασίλης, ταπεινά.

~~

Μάζευε ξύλα που ξέβραζε το Αιγαίο, καθώς και κομμάτια από πόρτες ή παράθυρα που έβρισκε σε εγκαταλειμμένα σπίτια.

Το Πήλιο είχε πολλά τέτοια. Ακόμα κι ολόκληρα χωριά ή συνοικίες, εκεί όπου δεν υπήρχε τουρισμός, χωριά φαντάσματα.

Εξαιτίας της δουλειάς του γυρνούσε όλο το βουνό κι όταν έβρισκε κάποιο γκρεμισμένο σπίτι που του άρεσε έπαιρνε ό,τι χρειαζόταν για τα τελάρα του και τους πίνακες του.

«Αισθάνομαι», μας είπε, ενώ αδειάζαμε το έκτο τσίπουρο, «ότι αυτά τα σπίτια έχουν απορροφήσει την ενέργεια, την ιστορία, τη ζωή των ανθρώπων που έμεναν εκεί. Φανταστείτε ότι κάθε ξύλο έχει ακούσει τις φωνές των μαστόρων που τα έστηναν, τις οδηγίες της νοικοκυράς, κλάματα μωρών και παιδιών, έχει βραχεί με κάτουρα και γάλα, με τις φαντασιώσεις των εφήβων, κι έχει νιώσει τη λαχτάρα και τον φόβο της πρώτη νύχτας του γάμου.

Κι όλα, όλ’ αυτά που έγιναν εκεί μέσα, φανερά και κρυφά. Μέχρι και την τελευταία ανάσα, το τελευταίο κοίταγμα στον κόσμο κάποιου ετοιμοθάνατου.

Τα σπίτια είναι ζωντανά, έτσι τα νιώθω, κι ας ακούγεται πολύ… λογοτεχνικό.»

Κοίταξε εμένα σαν το είπε αυτό. Συμφώνησα, χωρίς να μιλήσω.

«Κι αυτά τα ξύλα που παίρνω έχουν κάτι απ’ την ιστορία του τόπου μέσα τους. Δεν είναι mdf, ούτε σανίδες από κόντρα-πλακέ, που φτιάχτηκαν στην Κίνα. Είναι κομμάτι του Πηλίου, της Ελλάδας, ίσως της Ευρώπης, του κόσμου, δεν ξέρω. Αλλά είναι κάτι παλιό.»

~~

Γι’ αυτό δεν συμπαθούσαν οι ντόπιο τον Βασίλη και τη Ρούλα. Γι’ αυτό ταιριάξαμε τόσο πολύ. Γιατί είχαν ανοιχτά τα μάτια τους, να βλέπουν πέρα απ’ αυτό που θεωρείται φυσιολογικό και κανονικό.

Άλλωστε είμαστε καλλιτέχνες, αυτό είναι το άλλοθι για την τρέλα μας.

~~

Εκείνο το βράδυ γυρίσαμε σπίτι, κάναμε έρωτα και κοιμηθήκαμε, αγκαλιασμένοι κι ευτυχισμένοι. Ακουγόταν απέξω ένα νυχτοπούλι που καλούσε για ταίρι, όταν έκλεινα τα μάτια μου.

Ξύπνησα μες στη νύχτα. Η Τζένη έλειπε απ’ το κρεβάτι. Σηκώθηκα και τη βρήκα στο παράθυρο της κουζίνας, να κοιτάει έξω.

«Η αποθήκη», μου είπε. «Εκεί είναι.»

Το σπίτι όπου μέναμε είχε χτιστεί μετά από κάποιο σεισμό, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Παραδίπλα υπήρχε το παλιό σπίτι, όλο πέτρα, που κανείς δεν θυμόταν πότε είχε χτιστεί.

Το χρησιμοποιούσαμε πλέον ως αποθήκη -και κάποτε που είχαμε πάει ν’ αφήσουμε μια χαλασμένη σόμπα είχαμε βρει και μια φωλιά φιδιού στο ταβάνι, αλλά δεν το πειράξαμε, γιατί το σπιτικό φίδι είναι γούρι.

Δεν ήταν χώρος για να ζήσεις πια, αλλά εκεί μέσα είχαν ζήσει κι είχαν πεθάνει πάρα πολλοί.

~~

Φωνάξαμε τον Βασίλη το επόμενο απόγευμα, όταν τέλειωσε απ’ τις δουλειές του. Δεν χρειάστηκε να σπάσει παράθυρα ή την πόρτα. Ενθουσιάστηκε με τον θησαυρό των ξύλων που ήταν πεταμένα στις άκρες.

«Καταλαβαίνεις τι ζωή έχουν αυτά τα ξύλα, τι ιστορία;» μου είπε.

Μου ‘ρθε στο μυαλό ο Μπριάν Μέι, ο κιθαρίστας των Queen. Εκείνος είχε φτιάξει την κιθάρα του από ένα παμπάλαιο καρότσι του παππού του. Και τι μουσική έβγαλε απ’ αυτή.

Ο Βασίλης πήρε τέσσερα ξύλα, 80X60 εκατοστά. Την επόμενη μέρα είπε στην Τζένη ότι είχε έτοιμο τον καμβά της.

«Αγχώνεσαι;» ρώτησα την Τζένη.
«Γιατί να αγχώνομαι;»
«Επειδή είναι παλιά ξύλα, απ’ το σπίτι των προγόνων σου, κι ίσως σκέφτεσαι τι πρέπει να ζωγραφίσεις.»
«Δεν σκέφτομαι όταν ζωγραφίζω, νιώθω. Θα φτιάξω αυτό που θα νιώσω.»
«Σ’ αγαπώ», της είπα.

Κάπως έτσι τέλειωναν όλες οι συζητήσεις μας.

Τότε νόμιζα ότι η αγάπη είναι ένας ηλιόλουστος δρόμος, όλο λουλούδια και πεταλούδες. Αργότερα, με τα χρόνια, έμαθα ότι για να έχεις την αγάπη πρέπει να διασχίσεις σκοτεινά δάση, όλο παγίδες και δράκους.

Αλλά, πρώτα απ’ όλα, έπρεπε ν’ αντιμετωπίσουμε μαζί κάτι μεγαλύτερο -και παλιότερο. Γιατί συχνά, ενώ κάνεις ρομαντική βαρκάδα σε ήσυχα νερά, βρίσκεται μπροστά σου η άβυσσος.

Και τότε θες κάποιον να σου κρατήσει το χέρι.

~~

Το επόμενο απόγευμα η Τζένη πήγε στο στούντιο του Βασίλη για να ζωγραφίσει. Εγώ έμεινα στο σπίτι για να γράψω.

Οι σελίδες του τετραδίου μου φάνηκαν πολύ κοινές, μετά απ’ την ιστορία με τ’ αρχαία ξύλα που είχαν γίνει τελάρο για τον πίνακα.

Ήταν αργά τη νύχτα, είχα τελειώσει ένα διήγημα, όταν άρχισα ν’ ανησυχώ. Πού ήταν η Τζένη; Συνήθως μ’ έπαιρνε τηλέφωνο κάθε μια ώρα.

Πήγα στο σπίτι των φίλων και τους βρήκα μόνους στην αυλή.

«Η Τζένη;»
«Κάτω είναι», είπε ο Βασίλης. «Δεν θέλαμε να την ενοχλήσουμε.»

Πήγα και χτύπησα την πόρτα. Μία, δυο φορές. Της μίλησα. Καμιά ανταπόκριση. Άνοιξα και μπήκα ανήσυχος.

Η Τζένη καθόταν στο ημίφως κοιτώντας απέναντι, στο καβαλέτο.

«Είσαι καλά;»
«Δεν ξέρω.» Με κοίταξε σαν υπνωτισμένη και μετά συμπλήρωσε: «Ναι, ναι…» Ξανακοίταξε το καβαλέτο. «Δεν ξέρω.»

Γύρισα να δω τι κοιτούσε. Κι είδα τον πίνακα.

Η Τζένη αγαπάει τον Ματίς. Της αρέσουν τα έντονα χρώματα, η διακοσμητική αισθητική, κάτι ανάμεσα σε ναΐφ και λαϊκό, αλλά πιο έντονο, πιο χρωματιστό, όπως έκαναν οι φωβιστές.

Έτσι ζωγράφιζε, έτσι ήξερα ότι ζωγραφίζει. Αυτό που κοιτούσε δεν μπορεί να ήταν δικό της.

«Ποιος το φτιαξε αυτό;»
«Εγώ;» είπε και ρώτησε.

Ξανακοίταξα τον πίνακα. ήταν μια κοκκινομάλλα γυναίκα, με μαλλιά που έμοιαζαν να ‘χουν πιάσει φωτιά. Το ένα μάτι πράσινο. Το άλλο κενό, χωρίς χρώμα. Η πάνω μεριά του πίνακα πράσινη, από κάτω άδεια.

«Θα το τελειώσεις αύριο;» τη ρώτησα.
«Τελειωμένος είναι», έκανε η Τζένη, κάπως εκνευρισμένη.

Θυμήθηκα ότι πολλοί ζωγράφοι, όπως ο Μικελάντζελο σε κάποιες πιετά, κι ο Σεζάν με τις απεικονίσεις των βουνών, προτιμούσαν ν’ αφήνουν τα έργα τους ημιτελή.

Σύμφωνα με τη gestalt ψυχολογία αυτό έχει νόημα. Ο εγκέφαλος συμπληρώνει τα κενά κατά το δοκούν.

Αν έχεις διαβάσει ιστορία της τέχνης ξέρεις ότι όλα έχουν ξαναγίνει, κι όλα είναι φυσιολογικά. Αλλά ο πίνακας της Τζένης απείχε πολύ απ’ τη φυσιολογικότητα. Ειδικά εκεί, μέσα στο ημίφως, έμοιαζε να ξεχειλίζει από κάτι παράξενο.

«Γιατί ζωγράφισες αυτό;» τη ρώτησα.
«Τι γιατί; Τι ερώτηση είν’ αυτή; Γιατί έτσι.»

Πρώτη φορά την άκουγα να μιλάει μ’ αυτό τον τρόπο. Προσπάθησα να το συζητήσουμε, αλλά δεν είχε διάθεση. Πήγε τον καμβά με την κοκκινομάλλα κι έφυγε. Ούτε καν χαιρέτησε τον Βασίλη και τη Ρούλα.

«Τι συμβαίνει;» με ρώτησε ο Βασίλης.
«Δεν ξέρω. Ζωγράφισε κάτι παράξενο, κάτι που δεν συνηθίζει. Και η συμπεριφορά της…»
«Ναι, συμβαίνει αυτό. Κι εγώ, κάποιες φορές, με κάποια ξύλα, νιώθω να ακολουθώ το σχέδιο κάποιου άλλου.»

Γύρισα στο σπίτι ελπίζοντας ότι θα περνούσε γρήγορα.

~~

Από ‘κείνη τη μέρα η σχέση μας άλλαξε. Η Τζένη ήταν ευέξαπτη και κακόκεφη. Δεν ήθελε να πηγαίνουμε στη θάλασσα, την ενοχλούσε η ζέστη.

Σταματήσαμε να βρισκόμαστε με τους φίλους. Αλλά ούτε και με μένα ήθελε πλέον να περνάει την ώρα της. Είχε στήσει τον πίνακα σε μια καρέκλα και καθόταν με τις ώρες να τον κοιτάει.

Κοιμόταν αργά το βράδυ, ξυπνούσε μετά από μια-δυο ώρες. Όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να την πλησιάσω.

Φύγαμε απ’ το Πήλιο χειρότερα από τσακωμένοι, σαν ξένοι.

Στο αυτοκίνητο, μετά από δυο ώρες βουβαμάρα, λίγο πριν φτάσουμε, γύρισε και μου μίλησε.

«Πρέπει να βρω ποια είναι αυτή», μου είπε.
«Ποια;» ρώτησα.
«Ξέρεις ποια. Η κοκκινομάλλα στον πίνακα.»

Της είπα διάφορα ορθολογιστικά κι άλλα αδιάφορα, αλλά το ήξερα, όπως το ‘ξερε κι εκείνη, ότι δεν ήταν «απλά» μια ζωγραφιά.

~~

Η Τζένη είναι άνθρωπος με πολύ ανεπτυγμένη διαίσθηση. Έχει αυτό το χάρισμα, να μπορεί να καταλαβαίνει κάποια πράγματα χωρίς να σκέφτεται, αστραπιαία, μόνο τα νιώθει. Πώς το κάνει δεν ξέρω, ούτε κι εκείνη ξέρει.

Αλλά κάθε χάρισμα μπορεί να είναι και κατάρα.

Γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη κι η Τζένη δεν μπορούσε να ηρεμήσει, να κοιμηθεί, να γελάσει. Της πρότεινα να πάει σε ψυχολόγο κι εκείνη γέλασε. Ένα γέλιο υστερικό, τρομαχτικό.

Η συμβίωση μας είχε γίνει αφόρητη. Κάποιες φορές, σαν γνήσιος βλάκας, σκεφτόμουν ότι το έκανε στα ψέματα. Ότι με είχε βαρεθεί κι έψαχνε τρόπο να με διώξει.

Αλλά μετά θυμόμουν ότι η Τζένη αδυνατούσε να πει ψέματα, ακόμα κι όταν έπρεπε. Δεν έλεγε ψέματα. Υπέφερε. Και δεν ήξερα πώς να τη βοηθήσω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να μένω δίπλα της.

~~

Ένα πρωινό, πριν ακόμα ξημερώσει, αντιλήφθηκα έναν άνθρωπο να στέκεται όρθιος μπροστά στο κρεβάτι.

Δεν είχα ανοίξει τα μάτια ακόμα. Μόνο καταλάβαινα ότι κάποιος ήταν εκεί, μες στο σκοτάδι, και με κοιτούσε. Καθώς άνοιγα τα μάτια ευχήθηκα να μη δω κάτι τρομακτικό.

Ήταν η Τζένη. Συνήθως ξυπνούσε στις 2 το πρωί και περιφερόταν στο σπίτι σαν φάντασμα. Εκείνη τη μέρα με περίμενε να ξυπνήσω.

«Θα πάω στο Μπρίστολ, στη Σούζι», μου είπε. Η Σούζι ήταν μια αγαπημένη της φίλη.

Δεν ρώτησα γιατί ήθελε να πάει εκεί. Ήξερα την απάντηση. Ανακάθισα στο κρεβάτι.

«Φτιάχνω καφέ και βγάζω εισιτήρια», της είπα. «Φεύγουμε σήμερα;»

«Ναι», είπε η Τζένη και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Την άκουσα να κάνει δυο ξυπόλητα βήματα, να κοντοστέκεται, να γυρνάει.

«Σ’ ευχαριστώ», μου είπε απ’ την πόρτα.
«Είμαστε μαζί, έτσι δεν είναι;» της απάντησα.

~~

Φύγαμε το ίδιο βράδυ. Πήραμε μόνο δύο χειραποσκευές. Μέσα στο τετράδιο μου είχα χώσει και μια εκτύπωση του πίνακα με την κοκκινομάλλα. Ένιωθα λίγο σαν ντετέκτιβ που ψάχνει έναν αγνοούμενο.

Στο Μπρίστολ η Τζένη φάνηκε να ηρεμεί λίγο. Της άρεσε να βγαίνει και να περπατάει στους δρόμους.

Ένα απόγευμα που έλειπε πλησίασα τη Σούζυ. Έβγαλα απ’ το τετράδιο την εκτύπωση και της την έδειξα.

«Σου λέει κάτι αυτό;» τη ρώτησα.
«Τι ‘ν’ αυτό;»
«Ένας πίνακας. Της Τζένης. Σου θυμίζει κάτι;»
«Την Τζένη;»
«Ναι, πέρα απ’ αυτό. Κάτι άλλο; Τι σου ‘ρχεται στο μυαλό;»
«Σκωτία», είπε η Σούζυ.
«Σκωτία;»
«Εκεί είναι η χώρα των τζίντζερ.»

Σκωτία λοιπόν. Σαν μου το είπε θυμήθηκα ότι η Τζένη είχε ιδιαίτερη αγάπη γι’ αυτή τη χώρα, χωρίς να έχει πάει ποτέ.

Εγώ είχα, κι έχω ακόμα, ως χώρα ονείρου, ως μέρος που θέλω να επισκεφτώ προτού πεθάνω -αλλά και μετά δεν θα με πείραζε- τη Χιλή.

Η Τζένη πάντα έβαζε πρώτη στη λίστα τη Σκωτία, κι ειδικά τα Χάιλαντς.

Όταν γύρισε απ’ τον περίπατο της, της είπα ότι θα μπορούσαμε να πάμε για μια-δυο μέρες στα Χάιλαντς, όσες μας επέτρεπαν τα οικονομικά μας.

Αντί γι’ απάντηση η Τζένη άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε δυο φυλλάδια που είχε πάρει από κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο στο Μπρίστολ: «Εξερευνήστε τα μαγικά Χάιλαντς. Μόνο … λίρες.»

~~

Πήγαμε με το λεωφορείο, το πιο φτηνό πακέτο. Άφησα την Τζένη να διαλέξει την περιοχή: Σάδερλαντς, το πιο βόρειο μέρος των Βρετανικών Νήσων.

Στο Ντόρνοχ, όπου κατεβήκαμε, η Τζένη ταίριαζε σαν να ‘ταν στο σπίτι της. Οι κοκκινομάλληδες εκεί δεν ήταν αξιοπερίεργο θέαμα. Κάθε πέντε ή έξι περαστικούς έβλεπες κι έναν τζίντζερ.

Το παράξενο θέαμα εκεί ήμουν μάλλον εγώ, με τα μαύρα κατσαρά μαλλιά, το σκούρο δέρμα (ήταν καλοκαίρι στην Ελλάδα) και τα ανοιχτόχρωμα μάτια.

Ο γέρος ιδιοκτήτης του Bed&Breakfast μας κοίταξε περίεργα, ειδικά εμένα. Σαν έμαθε ότι είμαστε Έλληνες γέλασε.

«Εσύ μοιάζεις πιο πολύ με βερβερίνο», είπε με βαριά σκωτσέζικα. «Αλλά εσύ, κοπέλα μου, είσαι γαελική, δικιά μας.»

«Το ξέρω», είπε η Τζένη σοβαρά -και με προφορά ανάλογη.

Βγήκαμε να περπατήσουμε. Η Τζένη έμοιαζε να μην είναι δίπλα μου. Παρατηρούσε τα σπίτια, τους δρόμους, μ’ ανοιχτό το στόμα.

«Έχω ξαναβρεθεί εδώ», μου είπε όταν κάτσαμε σε μια παμπ για να φάμε.
«Κανονικά εννοείς;»
«Όχι. Πρώτη φορά έρχομαι, το ξέρεις. Αλλά… Αυτός ο τόπος είναι τόσο οικείος και τόσο τρομαχτικός μαζί.»
«Déjà vu;» της είπα.
«Είναι κάτι πιο βαθύ, είναι… Έχω ζήσει εδώ. Έχω…» Κοίταξε κάτω τρέμοντας. «Νομίζω ότι έχω πεθάνει εδώ.»

Την πίστευα. Ήταν παράξενο, αλλά την πίστεψα πιο πολύ απ’ ό,τι πιστεύω ότι η Γη γυρνάει γύρω απ’ τον Ήλιο.

Την αγκάλιασα, μάζεψα τα πράγματα μας και σηκωθήκαμε για να γυρίσουμε στο B&B.

Καθώς προχωρούσαμε η Τζένη κοντοστάθηκε και μύρισε τον αέρα σαν λαγωνικό.

«Από ‘δω», είπε κι έφυγε μπροστά. Έπρεπε να τρέχω για να την προλάβω. Έστριβε δεξιά-αριστερά με βεβαιότητα, λες κι ήξερε πού πήγαινε.

Σ’ ένα άνοιγμα στάθηκε.
«Ωχ, θεέ μου», είπε κι έβαλε το χέρι στο στόμα.

Υπήρχε μια πέτρα εκεί, ένας μικρός μονόλιθος, σαν μνήμα. Πάνω του έγραφε 1722. Τίποτα άλλο.

Η Τζένη γονάτισε εκεί και ξεκίνησε να κλαίει. Δεν ήθελε να την παρηγορήσω, το ένιωσα.

Παραδίπλα υπήρχε ένας μικρός πίνακας, μια εξήγηση για τον μονόλιθο. Δεν ήθελα να πάω να δω τι έγραφε, αλλά με τραβούσε όπως το φως ελκύει τις νυχτοπεταλούδες. Πόσες νυχτοπεταλούδες αντιστέκονται;

Σαν διάβασα τι έγραφε δεν λιποθύμησα, μόνο χαμογέλασα. Ήταν σαν να είχα βρει το τελευταίο κομμάτι για ένα παζλ.

~~

Στο σημείο εκείνο όπου έκλαιγε η Τζένη, στο Ντόρνοχ, στα Χάιλαντς της Σκωτίας, είχαν κάψει την τελευταία μάγισσα. Την τελευταία γυναίκα που κατηγορήθηκε ως μάγισα και εκτελέστηκε γι’ αυτό. Το 1722.

Το όνομα της ήταν Janet Horne ή Jenny Horne, κι ήταν κοκκινομάλλα.

Είχε μια κόρη, χωρίς επίσημο σύζυγο, τη Μόλλυ. Η Τζάνετ ήταν παράξενος άνθρωπος. Κάποιοι γείτονες την κατηγόρησαν ότι είχε σχέσεις με τον διάβολο.

Ότι μεταμόρφωνε την κόρη της σε πόνι για να πηγαίνει να βρίσκει τον σατανά στα λιβάδια και να συνουσιάζεται μαζί του.

Ο σερίφης της περιοχής συνέλαβε τη μάνα και την κόρη, για να περάσουν από γρήγορη δίκη. Ζήτησαν από τη Τζάνετ να πει κάποια προσευχή στα γαέλικα. Εκείνη έκανε λάθος. Αυτό ήταν απόδειξη του σατανισμού. Καταδικάστηκαν, μητέρα και κόρη, στην πυρά.

Την Τζάνετ, καθώς η πομπή περνούσε μέσα απ’ το χωριό την χτύπησαν με πέτρες στο δεξί μάτι. Την άλειψαν με πίσσα, την ανέβασαν στο σωρό με τα ξύλα και την έκαψαν.

Όμως η κόρη της, η Μόλλυ, κατάφερε να δραπετεύσει, αφού είδε τη μητέρα της να καίγεται. Τη βοήθησε ένας ιερέας, που την ερωτεύτηκε.

Έφυγαν μαζί απ’ τα Χάιλαντς και τη Βρετανία. Κανείς δεν ξανάκουσε για κείνους στα μέρη τους.

~~

Από ‘κει και πέρα χρειάστηκε να κάνω συγγραφική έρευνα, να ψάξω πολύ, για να βρω στοιχεία κι ενδείξεις.

Όπως φαίνεται η Μόλλυ κι ο πρώην ιερέας προσπάθησαν να φύγουν όσο πιο μακριά μπορούσαν απ’ τον προτεσταντικό βορρά και τον ακόμα πιο θρησκόληπτο καθολικό νότο.

Παραδόξως βρήκαν καταφύγιο σε μια αλλόθρησκη αυτοκρατορία. Οι Οθωμανοί ήταν πολύ πιο ανεκτικοί με τις διάφορες θρησκείες. Ειδικά τους «λαούς του Βιβλίου», Εβραίους και Χριστιανούς.

Η Μόλλυ με τον εραστή της έφτασαν ως το Πήλιο. Εκεί, σ’ ένα μικρό χωριό, το Ανήλιο, που τότε είχε άλλο όνομα, τούρκικο, έζησαν ως χριστιανοί υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ποτέ δεν έγινε κυνήγι μαγισσών στον ελλαδικό χώρο.

Παρότι κοκκινομάλλα, παρότι ξένη, η Μόλλυ έζησε, γέννησε, γέρασε και πέθανε σ’ ένα πέτρινο σπίτι στο Πήλιο.

Οι απόγονοι της μεγάλωσαν ως Έλληνες, κάποιοι πήραν μέρος στην επανάσταση, κάποιοι σκοτώθηκαν στον εμφύλιο, κάποιοι μετανάστευσαν στη Θεσσαλονίκη.

Μία από τους απογόνους της Μόλλυ, μία απ’ τους απογόνους της Τζάνετ, της τελευταίας μάγισσας, ήταν η Τζένη, που την έβλεπα γονατισμένη να κλαίει μπρος στο μνήμα της προ-προ-γιαγιάς της.

Ίσως θα μπορούσε να γίνει μια εξέταση DNA για να το αποδείξουμε. Αλλά εγώ δεν τη χρειάζομαι. Δεν μπορώ να το αποδείξω, αλλά το νιώθω βαθιά μέσα μου. Μια βεβαιότητα που είναι πιο στέρεη από κάθε επιστημονική απόδειξη.

Ίσως γιατί όταν σηκώθηκε η Τζένη, χωρίς δάκρυα πια, και με κοίταξε, δεν υπήρχε τίποτα, κανένα πρόβλημα να λύσουμε.

«Είσαι εντάξει τώρα», της είπα.
«Ναι, τώρα είμαι.»
Χαμογέλασε.

Τη φίλησα και προχωρήσαμε μαζί, χέρι με χέρι, ένας βερβερίνος πειρατής κι η εγγονή μιας μάγισσας που δεν μπόρεσαν να κάψουν.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Ο πίνακας είναι της Nelli Bloom

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *