Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Bullshit Jobs: Σε δουλειά να βρισκόμαστε




Τo 1930 ο οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς προέβλεπε ότι μέχρι το τέλος του αιώνα η ανάπτυξη της τεχνολογίας θα επιτρέπει στους πολίτες των καπιταλιστικά αναπτυγμένων κοινωνιών να εργάζονται 15 ώρες την εβδομάδα. Σήμερα, καθώς ακροδεξιά και νεοφιλελεύθερα καθεστώτα της Ε.Ε. προωθούν τη 12ωρη ημερήσια εργασία, κάποιοι αναρωτιούνται: Και τι δουλειά θα κάνουμε 12 ώρες τη μέρα;

Αν καμία χώρα δεν είχε στρατό, οι στρατοί θα ήταν άχρηστοι. Το ίδιο ισχύει και για τους υπεύθυνους δημοσίων σχέσεων.

Ντέιβιντ Γκρέμπερ

Στο London School of Economics, όπου εργάζεται ο καθηγητής Ανθρωπολογίας Ντέιβιντ Γκρέμπερ, υπήρχε ένας μαραγκός, που έφτιαχνε τα γραφεία, τις βιβλιοθήκες και άλλες εγκαταστάσεις του κτιρίου. Οι ανάγκες, όμως, των διδασκόντων και του διοικητικού προσωπικού ήταν τόσο μεγάλες ώστε έπρεπε να περιμένουν σε λίστα αναμονής για να εξυπηρετηθούν.

Βλέποντας τα παράπονα να αυξάνονται, η διοίκηση του πανεπιστημίου προσέλαβε έναν υπάλληλο με αρμοδιότητα να κατευνάζει την οργή των άλλων υπαλλήλων. Αυτό που κανένας δεν σκέφτηκε ήταν ότι το πρόβλημα θα είχε λυθεί εάν στη θέση του συγκεκριμένου υπαλλήλου είχαν προσλάβει δεύτερο μαραγκό.

Παρατηρήσεις σαν και αυτές οδήγησαν τον Γκράμπερ στη θεωρία των λεγόμενων Bullshit Jobs, την οποία άρχισε να αναπτύσσει στις αρχές της δεκαετίας. Στα ελληνικά ο όρος έχει αποδοθεί σαν «ηλίθιες δουλειές» ή «κωλοδουλειές», αν και όπως θα δούμε στη συνέχεια ο δεύτερος όρος προκαλεί σύγχυση, καθώς παραπέμπει στον όρο «shit jobs». Bullshit Jobs, σύμφωνα με τον Γκράμπερ «είναι εργασίες τόσο ανούσιες, ή ακόμη και καταστροφικές, ώστε αυτός που τις εκτελεί αναγνωρίζει ενδόμυχα ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν».

Στο βιβλίο του «Bullshit Jobs: A Theory», που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες, ο ίδιος παρουσιάζει αρκετές υποκατηγορίες όσων απασχολούνται στον κλάδο της ανούσιας απασχόλησης: Εχουμε λοιπόν τους flunkies (π.χ. ένας ρεσεψιονίστ σε κτίριο που δεν χρειάζεται ρεσεψιόν, αλλά κάνει το αφεντικό του να δείχνει πιο σημαντικό με την παρουσία του), τους goons (π.χ. ο νομικός σύμβουλος μιας επιχείρησης που υπάρχει μόνο για να αντιμετωπίζει τους νομικούς συμβούλους άλλων εταιρειών) και τους Duct-tapers (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον υπάλληλο που προσέλαβε το πανεπιστήμιο στη θέση του μαραγκού).



Στην κορυφή της πυραμίδας των bullshit jobs βρίσκονται οι λεγόμενοι task masters, οι οποίοι προσφέρουν σε εργαζόμενους τις δουλειές που δεν έχουν κανένα νόημα ή επιτηρούν την εργασία ανθρώπων που δεν χρειάζονται επιτήρηση. Παραδείγματος χάριν, ο διευθύνων σύμβουλος (CEO) μιας εταιρείας, ο οποίος ξοδεύει σχεδόν το σύνολο της εργάσιμης ημέρας σε meetings όπου παρουσιάζει γραφήματα (τα οποία έχουν ετοιμάσει άλλοι γι’ αυτόν), προσπαθώντας να αποδείξει πως θα κάνει την επιχείρηση πιο παραγωγική, απολύοντας εργαζομένους που προσφέρουν κοινωνικά χρήσιμη εργασία.

Οι Bullshit jobs είναι συνήθως καλύτερα αμειβόμενες από αυτό που ο Γκράμπερ χαρακτηρίζει shit jobs, δηλαδή κακά αμειβόμενες αλλά κοινωνικά χρήσιμες εργασίες, όπως π.χ. ενός οδοκαθαριστή – εδώ η ελληνική γλώσσα, με τον τεράστιο πλούτο της, μας επιτρέπει ίσως να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην κωλοδουλειά (shit job) και τη «δουλειά του κώλου» (bullshit job).

O Γκράμπερ δηλώνει αναρχικός και ως εκ τούτου δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει ορισμένα μαρξιστικά εργαλεία ανάλυσης που, σύμφωνα με τους αριστερούς επικριτές του, θα του επέτρεπαν να εμβαθύνει και να εξηγήσει αποτελεσματικότερα τις πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του. Αντί να σταθεί στις έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, στην αξίας της εργασίας και της ανάγκης του συστήματος να διατηρεί ένα εργατικό δυναμικό από το οποίο θα αντλεί συνεχώς περισσότερη υπεραξία, προσεγγίζει το ζήτημα με όρους πολιτικής και ηθικής.

Το συμπέρασμά του (με κίνδυνο να τον αδικήσουμε ελαφρώς) θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στη διαπίστωση ότι οι κυρίαρχες τάξεις χρειάζεται να διατηρούν τα κατώτερα στρώματα διαρκώς απασχολημένα ώστε αυτά να μην εξεγείρονται. Ο Γκράμπερ δηλαδή βλέπει ένα από τα παράλληλα οφέλη που έχουν οι bullshit jobs για τους εργοδότες σαν αιτία του φαινομένου. Παράλληλα, όμως, η θεωρία του δεν μπορεί να εξηγήσει τις στρατιές των ανέργων που μπορεί να χρειάζεται το σύστημα προκειμένου να διατηρεί την πίεση στους εργαζόμενους.

Παρ’ όλα αυτά αρκετές από τις εξαιρετικά συναρπαστικές επισημάνσεις του μας επιτρέπουν να διαλύσουμε ορισμένους από τους πανίσχυρους μύθους που συνοδεύουν την εργασία στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες.

Ισως ο σημαντικότερος μύθος είναι αυτός που λέει ότι ο γραφειοκρατικός υδροκεφαλισμός είναι χαρακτηριστικό του δημόσιου. «Εάν πας σε ένα κατάστημα της Apple», έλεγε παλαιότερα ο Γκράμπερ, «και σου πουν ότι προφανώς ο υπολογιστής σου χρειάζεται αντικατάσταση οθόνης, αλλά πρέπει να περιμένεις μία εβδομάδα για να σ’ το βεβαιώσει κάποιος ειδικός, δεν θα φωνάξεις “καταραμένοι γραφειοκράτες”».

Και αυτό, εξηγεί ο Γκράμπερ, συμβαίνει γιατί, ύστερα από χρόνια προπαγάνδας, μάθαμε να συνδέουμε τον όρο γραφειοκρατία με τους δημόσιους υπαλλήλους. Ο καπιταλισμός υποτίθεται ότι δεν παράγει ανούσιες θέσεις εργασίας. Και όμως το κάνει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Εάν λοιπόν ανησυχούσατε για το τι θα κάνετε τις 12 ώρες εργασίας την ημέρα… ηρεμήστε. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας νεοφιλελεύθερος που θα σκεφτεί μια άχρηστη απασχόληση, μια ακροδεξιά κυβέρνηση (όπως αυτή της Αυστρίας) που θα χρησιμοποιήσει τη δύναμη του κράτους για να επιβάλει το «αόρατο χέρι της αγοράς» στον χώρο εργασίας και ένας καλοπληρωμένος CEO που θα σας επιβλέπει, ενώ νομίζετε ότι εργάζεστε.   

Οι σκλάβοι-εκατομμυριούχοι ποδοσφαιριστές




Το Μουντιάλ, από άποψη επικοινωνίας, είναι το μεγαλύτερο γεγονός της χρονιάς. Την περίοδο των αγώνων, ό,τι και να συμβεί, πόλεμοι, εθνοκαθάρσεις, λιμοκτονίες ή οποιαδήποτε άλλη συμφορά, μοιάζει ασήμαντο μπροστά σε ένα γκολ κάποιου αστέρα.

Στο Μουντιάλ του 1994, δύο δισ. άνθρωποι καρφώθηκαν μπροστά στις οθόνες τους και παρήγαγαν, τουλάχιστον οι πιο φανατικοί, τεστοστερόνη στο ίδιο επίπεδο με τους αθλητές του γηπέδου, χωρίς να κουνηθούν από τον καναπέ τους. Ετσι, η πλήρης αδράνεια βιώνεται σαν πρωταθλητισμός. Αλλά υπάρχουν και θεατές που είναι πιο ενεργητικοί.

Είναι αυτοί που καθοδηγούν τον τηλεοπτικό αγώνα, συμβουλεύοντας τους παίκτες πού να δώσουν την μπάλα, ποιον αντίπαλο πρέπει να αποφύγουν και ανάλογα επαινούν ή βρίζουν. Αλλά η αίσθηση της συμμετοχής είναι δεδομένη. Και εδώ ας βάλουμε ένα ερώτημα: Οι τηλεθεατές συμμετέχουν σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ή βλέπουν απλώς ένα τηλεοπτικό παιχνίδι;

Και εδώ ας επαναλάβουμε μια κοινώς αποδεκτή διαπίστωση. Το ποδόσφαιρο δεν είναι το ίδιο πριν και μετά την τηλεόραση. Πριν ήταν γήπεδο και θεατές. Και αυτό ίσχυε τόσο σε επίπεδο γειτονιάς, αν είχε μια τοπική ομάδα, ή στο κέντρο, αν έπαιζε μια μεγάλη επώνυμη ομάδα.

Ηταν ένα ζωντανό θέαμα με πιστούς οπαδούς, που ήταν στοιχείο της κουλτούρας τους. Ακόμα και αυτοί που άκουγαν μπάλα από το ραδιόφωνο, ήταν γιατί δεν μπόρεσαν να πάνε στο γήπεδο την Κυριακή. Κατά κανόνα το κοινό ήταν λαϊκό και πλήρωνε το εισιτήριο από το υστέρημά του. Για την υπόλοιπη κοινωνία ποδόσφαιρο δεν υπήρχε. Υπήρχε η ίδια αντιστοιχία με τον πιστό και την εκκλησία του. Οι ανήκοντες σε διάφορα θρησκευτικά δόγματα, αν δουν τη θεία λειτουργία στην τηλεόραση δεν νομίζουν πως εκκλησιάστηκαν.

Ο ποδοσφαιρόφιλος που θα δει τον αγώνα στην τηλεόραση, έχει την εντύπωση πως είδε ματς. Σήμερα, η σχέση γηπέδου – θεατή είναι για μια μειονότητα φιλάθλων, έστω και αν το γήπεδο χωράει δεκάδες χιλιάδες. Οι δε θεατές των διεθνών αγώνων ανήκουν στην κατηγορία των προνομιούχων. Με άλλα λόγια, κάποιος που θέλει να παρακολουθήσει ζωντανά έναν αγώνα του Μουντιάλ, πρέπει να είναι πλούσιος. Οι φτωχοί αποκλείονται βέβαια «δικαιωματικά», έστω και αν έχουν την ομάδα τους σαν θεό.

Ο Γκαλεάνο υποστηρίζει πως το ποδόσφαιρο είναι η μόνη θρησκεία που δεν έχει άθεους. Και αν μετρήσουμε οπαδούς και πιστούς, τότε η μπάλα είναι μεγαλύτερη θρησκεία και από τον χριστιανισμό και από τον μωαμεθανισμό.

Απόλυτος δικτάτορας της μπάλας σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η FIFA. Μια ιδιωτική εταιρεία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας μαφίας, που θεωρεί το ποδόσφαιρο εμπόριο και όχι αθλητισμό. Ολα υποτάσσονται στον νόμο του κέρδους, έξω από κάθε έλεγχο ή νομοθεσία εθνική ή διεθνή.

Η τηλεόραση δημιούργησε μια τεράστια αγορά – περίπου το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, που είναι κολλημένο στην μπάλα και βλέπει υποχρεωτικά διαφημίσεις, όπως βλέπει και τα γκολ.

Ομως το ποδόσφαιρο έχει συνεχή ροή, δεν είναι όπως τα φιλμ στην ΤV που μπορούν να κόψουν αριστουργηματικά έργα σαν σαλάμι, για να προβάλουν διαφημίσεις (εγκληματική ενέργεια· θα επανέλθουμε σε αυτό). Και αυτό για τους γκάνγκστερ της FIFA, η έλλειψη διαφημιστικού χρόνου, ήταν ένα πρόβλημα προς επίλυση. Και σκέφθηκαν τέσσερα ημίχρονα. Περίπου ίσος χρόνος μπάλας, ίσος χρόνος διαφημίσεις. Αλλά δεν πέρασε, γιατί φοβήθηκαν την αντίδραση της κερκίδας.

Για όσους πιστεύουν στα ιδανικά του αθλητισμού της FIFA, τους παρακαλώ να μελετήσουν κάποια στοιχεία που παραθέτω ενδεικτικά, και ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Το ποδόσφαιρο σε παγκόσμια κλίμακα αποφέρει ετησίως 225 δισ. δολάρια. Παραπάνω δηλαδή και από την General Motors, που είναι η μεγαλύτερη πολυεθνική στον κόσμο.

Στην Ιταλία η βιομηχανία ποδοσφαίρου είναι ανάμεσα στις δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Η Αγγλία, που διαθέτει τη μεγαλύτερη επιχείρηση ποδοσφαίρου στον κόσμο, έχει τοποθετήσει 7 δισ. λίρες σε φορολογικούς παραδείσους παρέα με τα 32 δισ. δολάρια του υπόλοιπου παγκόσμιου κλάδου.

Και τα χρήματα αυτά επενδύονται στο ευγενές άθλημα της διαφθοράς, με σικέ αγώνες και εξαγορές.

Η λίστα των σκανδάλων είναι ατελείωτη. Ετσι όπως έχει διαμορφωθεί το ποδόσφαιρο, είναι μια μηχανή που παράγει γκολ, χωρίς χαρά, φαντασία και θέαμα. Μοιάζει ρομποτοποιημένο, και όταν βλέπεις γενικά πλάνα στην τηλεόραση, οι παίχτες έχουν μέγεθος κατσαρίδας. Μόνο σε κοντινά πλάνα βλέπεις ανθρώπους.

Κατά κανόνα ο οπαδός μιας ομάδας είναι πιστός και δεν υπάρχει περίπτωση να την αλλάξει. Κόμμα αλλάζει, ομάδα όμως όχι, έστω και αν έχει αγοράσει την αγαπημένη του ομάδα ένας γκάνγκστερ.

Σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο, το ποδόσφαιρο είναι ιδιοκτησία των καπιταλιστών και μαζί με την ομάδα, είναι και οι οπαδοί. Ενα άτυπο μαζικό κόμμα, που μπορεί να παρέμβει ευθέως στην πολιτική. Παράλληλα με την επένδυση στο ποδόσφαιρο γίνεται και η επένδυση στα ΜΜΕ.

Και έτσι διαμορφώνεται ένα ισχυρό πλέγμα εξουσίας, που ασκεί πολιτική, έμμεσα ή άμεσα χρηματοδοτώντας ένα κόμμα.

Για την άλλη πλευρά του ποδοσφαίρου θα μιλήσω μια άλλη φορά. Και ύστερα από όλα αυτά τα ωραία που είπαμε για την μπάλα, ούτε εγώ πείστηκα για να μην δω τον αποψινό αγώνα των σκλάβων-εκατομμυριούχων παικτών.


Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Το «αυστριακό» 12ωρο δουλειάς στη φυλακή της Ευρωπαϊκής Ένωσης



Αφορμή για τη φανταστική (;) ιστορία που θα διαβάσετε στη συνέχεια ήταν οι αποφάσεις τωνυπουργών Απασχόλησης της Ευρωπαϊκής Ένωσηςγια το χρόνο εργασίας, στη σύνοδο τους στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουνίου του 2008.

Τότε, οι υπουργοί Εργασίας της «αγίας» Ευρωπαϊκής Ένωσης επικύρωσαν, μεταξύ άλλων, τοδιαχωρισμό του χρόνου εργασίας των εφημεριών σε ενεργό και ανενεργό και δόθηκε ηδυνατότητα σε κάθε κράτος – μέλος να παρέχει στους εργοδότες τον τρόπο να επιβάλλουν στους εργαζόμενους 65 ώρες δουλειάς την εβδομάδα και πάνω.

Ποιος ήταν ο τρόπος;  Η μοναδική δέσμευση για τον εργοδότη ήταν να οργανώνει το χρόνο εργασίας έτσι ώστε ανάμεσα σε δυο εργάσιμες περιόδους να μεσολαβούν 11 ώρες ανάπαυσης. Άρα, θα μπορούσε ο εργοδότης τις υπόλοιπες 13 ώρες του 24ώρου να έχει στη διάθεση του τον εργαζόμενο. Συνεπώς: Συνολικός εργάσιμος χρόνος σε πενθήμερη εργασία να φτάνει τις 65 ώρες, σε εξαήμερη εργασία τις 78 ώρες και σε επταήμερη εργασία τις 91 ώρες. Διαβάστε εδώ [Ριζοσπάστης 15/ 6 / 2008] τις λεπτομέρειες για την επίτευξη αυτής της… εξίσωσης που έδινε τη δυνατότητα μετατροπής των εργαζομένων σε δούλους του 21ου αιώνα.

Όλα τα παραπάνω μας τα θύμισε η απόφαση της αυστριακής Βουλής που ενέκρινε χθες τη θέσπιση12ωρης ημερήσιας εργασίας ή 60ωρης εβδομάδιαίας (διαβάστε εδώ τις λεπτομέρειες της απόφασης που ψήφισε η κυβέρνηση συνασπισμού του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος του καγκελάριου Σεμπάστιαν Κουρτς και του ακροδεξιού «Κόμματος των Ελευθέρων», μαζί με τις ψήφους του νεοφιλελεύθερου κόμματος της αντιπολίτευσης «Νέα Αυστρία»).

Ακολουθεί η φανταστική (;) ιστορία που αναφερθήκαμε στην αρχή του κειμένου. Δημοσιεύθηκε στονΡιζοσπάστη (εδώ) στις 24/6/2008, με τίτλο «Παρόν ή μέλλον;»Ο τίτλος, πια (μετά τα μέτρα που ακολούθησαν από το 2008 στην «αγία» ΕΕ και τη θέσπιση του 12ωρου στην Αυστρία), μπορεί να αλλάξει: Το «αυστριακό» 12ωρο δουλειάς στη φυλακή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο ήλιος ίσα – ίσα που ‘χει ξεπροβάλει στον ουρανό. Στο μυαλό της τριγυρίζουν ασταμάτητα τα λόγια του γιατρού για τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Εάν επρόκειτο γι’ αυτή δε θα την ένοιαζε τόσο. Αφορούσαν, όμως, την κόρη της που, μόλις πριν δέκα μέρες, έκλεισε πέντε χρόνια ζωής. Ευτυχώς, μέσα σε λίγους μήνες η υγεία της μικρής μπορεί να επανέλθει, αλλά, δυστυχώς, χρειάζονται άμεσα χρήματα, ώστε να ξεκινήσει η θεραπεία. Το ταμείο δεν καλύπτει το σύνολο των εξόδων.

Θυμήθηκε μια είδηση που ‘χε ακούσει πριν πολύ καιρό, αλλά δεν είχε δώσει σημασία. Οι κρατήσεις απ’ τον πενιχρό μισθό της είχαν «κάνει φτερά». Για την ακρίβεια, η τότε κυβέρνηση τις είχε …επενδύσει στο χρηματιστήριο. Εξοργίστηκε, μα δεν είχε χρόνο για άλλες τέτοιες σκέψεις. Αισθάνθηκε το κεφάλι έτοιμο να σπάσει. Είχε έρθει η ώρα για να πάει στη δουλειά της και δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό. «Δεν είμαι για να χάνω μεροκάματα», ψιθύρισε και σηκώθηκε να ετοιμαστεί.

Συνειδητοποίησε ότι θα αργούσε μισή ώρα, ξεφύσηξε και σκέφτηκε: «Τι να έκανα; Δεν άντεχα να σηκωθώ. Οπως και να ‘χει, όμως, δε θα χάσω τα λεφτά αυτής της μισής ώρας». Οταν έφτασε στη δουλειά εξήγησε στον προϊστάμενο το πρόβλημά της. Ηξερε μέχρι και τη σειρά των λέξεων της απάντησης του: «Σε καταλαβαίνω. Βέβαια, όπως ξέρεις, το μισάωρο το χάνεις». Πήγε γρήγορα – γρήγορα στο πόστο της.

Αδυνατούσε να συγκεντρωθεί. Η κούραση και η απελπισία ήταν αποτυπωμένες στο πρόσωπό της. Η συνάδελφός της, μόλις την αντίκρισε, της είπε: «Τι έπαθες; Πρώτη φορά σε βλέπω έτσι». Απάντησε κοφτά: «Θα σου πω όταν τελειώσει η βάρδιά μας». Τα μάτια της είχαν μαύρους κύκλους και ήταν έτοιμα να κλείσουν. «Γιατί όχι στο διάλειμμα;», ήρθε η επόμενη ερώτησή της. «Θα το δουλέψω το διάλειμμα. Αργησα μισή ώρα και δεν είμαι για να χάνω ούτε μισό ευρώ», της αποκρίθηκε. Ο διάλογος σταμάτησε εκεί.

Ηρθε η ώρα του διαλείμματος. «Φυσικά» δεν ήταν η μόνη η οποία θα ‘βγαζε 13 ώρες χωρίς παύση. Δεν το ‘κανε, άλλωστε, για πρώτη φορά. Εριξε μια ματιά στους συναδέλφους της που συνεχίζουν να δουλεύουν. Ξεκίνησε έναν εσωτερικό μονόλογο γεμάτο οργή, οι κινήσεις της άρχισαν να αποκτούν ένταση. Εδώ και χρόνια οι εργοδότες έχουν δικαίωμα, με μια ατομική σύμβαση, να χρησιμοποιούν τους εργαζόμενους σαν δούλους, αρκεί να τους αφήνουν …περιθώριο 11 ωρών ανάπαυσης.

Ακόμα κι αυτό το 11ωρο, βέβαια, δεν είναι «καθαρό». Οσοι «επέλεξαν» να κάνουν μισάωρο διάλειμμα, είχαν, ήδη, χάσει τη μισή ώρα ξεκούρασης απ’ τις 11. Η σημερινή καρτέλα τους θα έγραφε: 11 ή 11.30 ώρες ΑΝΕΝΕΡΓΟΣ ΕΡΓΑΣΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ. Το μέτρο αυτό πέρασε πρώτα στις εφημερίες και μετά γενικεύτηκε σε όλο τον εργάσιμο χρόνο.

Η έντασή της μεγάλωνε. Την έπιασε ένας ασυνήθιστος πονοκέφαλος. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και λιποθύμησε. Εκανε αρκετή ώρα για να αποκτήσει τις αισθήσεις κι ακόμα περισσότερες για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της. Σύνολο ωρών απ’ τη στιγμή που λιποθύμησε μέχρι τη στιγμή που ξανάπιασε δουλειά: 4. Ανοιξε τα μάτια της στο νοσοκομείο. Ο γιατρός τη συμβούλευσε να μη συνεχίσει τη δουλειά σήμερα, αλλά αυτή επέμεινε. «Δεν έχω περιθώριο να χάσω ούτε λεπτό. Χρειάζομαι χρήματα. Σήμερα έχω, ήδη, 4 ώρες ανενεργού χρόνου εργασίας. Καταλαβαίνετε;»…
 


Τα μνημόνια μειώσαν κατά 355.000 ανθρώπους τον πληθυσμό της Ελλάδας!



Δραματική αριθμητική ανατροπή φαίνεται πως πυροδότησε για τον πληθυσμό της Ελλάδας η οικονομική κρίση, που πλήττει από το 2010 τη χώρα. Η συρρίκνωση των γεννήσεων, η αύξηση των θανάτων και η αρνητική μετανάστευση, αναδεικνύουν το μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ, μόνο το διάστημα 2011-2017 ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 355.000 ανθρώπους και αν το πρόβλημα δεν αντιμετωπισθεί με την υπευθυνότητα που απαιτείται για το «νούμερο 1» εθνικό πρόβλημα, ο πληθυσμός της Ελλάδας, το 2050, μόλις που θα αγγίζει τα 10 εκατομμύρια ανθρώπων. Κι ακόμη χειρότερα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Eurostat, το 2080, με 7,2 εκατομ. ανθρώπους, η Ελλάδα θα αποτελεί το μικρότερο (σσ. και επισφαλέστερο (;)) τμήμα της ΕΕ.

Η έρευνα με τίτλο «Ο πληθυσμός της Ελλάδας υπό διωγμόν», που υπογράφει η νομικός Ήρα Έμκε- Πουλοπούλου, διδάκτορας του πανεπιστημίου του Παρισιού, μέλος της Ακαδημίας Επιστημόνων της Νέας Υόρκης και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δημογραφικών Μελετών, υπό την αιγίδα της οποίας, άλλωστε, τελεί η έκδοση, είναι «κραυγή αγωνίας». «Στόχος του βιβλίου είναι να αποδείξει ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού βρίσκονται «υπό διωγμόν», υφίστανται, δηλαδή, συστηματική υποβολή σε ταλαιπωρίες, που έχουν οδηγήσει ή θα καταλήξουν στο μέλλον στην απομάκρυνσή τους από την Ελλάδα, από την οικογένειά τους, από τη δουλειά τους, από τους φίλους τους, ακόμη και από τη ζωή» σημειώνει χαρακτηριστικά η ίδια στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και συμπυκνώνει το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας ως εξής: «Οι δημογραφικοί δείκτες εξελίσσονται με βραδύ ρυθμό και βελτιώνονται με ακόμη βραδύτερο. Αν, όμως, η στρατηγική που έχει ως στόχο την αύξηση των γεννήσεων, την επιβράδυνση του ρυθμού γήρανσης, τον περιορισμό της αποδημίας, δεν εφαρμοστεί ΤΩΡΑ, τα προβλήματα του πληθυσμού θα εκδικηθούν εκείνους που τα αγνοούν!».


Στην έκδοση των 734 σελίδων, «προϊόν έρευνας τριών χρόνων», που φιλοξενεί αποκωδικοποιώντας δεκάδες στατιστικούς πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ και της EUROSTAT και εικονογραφείται από το σκωπτικό πενάκι του Σπύρου Ορνεράκη, παρατίθεται λεπτομερειακή χαρτογράφηση του ελληνικού πληθυσμού, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις κατά καιρούς οικονομικο-πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες από το 1828 έως σήμερα, αλλά κυρίως την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Η κ. Έμκε – Πουλοπούλου εξηγεί ότι το δημογραφικό εμφανίστηκε στη δεκαετία του ΄80, επομένως προϋπήρχε της κρίσης, αλλά επιδεινώθηκε κατά τη διάρκειά της, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Ελλάδας να μειώνεται, να αλλοιώνεται και να γερνάει με ταχύτερο από τον αναμενόμενο ρυθμό.

«Οι απογραφές αποκάλυψαν ότι έως και τις αρχές του 21ου αι. ο πληθυσμός της χώρας αυξανόταν διαρκώς, ακόμα και στις ανώμαλες περιόδους, που γνώρισε το ελληνικό έθνος» λέει και συνεχίζει: «Για παράδειγμα, το 1828, πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η Ελλάδα «μετρούσε» 753.000 ανθρώπους, οι οποίοι το 2011 έφτασαν τους 10,9 εκατομμμύρια. Το 2011 αντιστοιχούσαν 104 γυναίκες σε 100 άνδρες και στην περίοδο 1951-2011 μειώθηκε στο μισό ο πληθυσμός των νέων 0-14 χρόνων (από 28,8% σε 14,5%) και σχεδόν τριπλασιάστηκε η αναλογία των ηλικιωμένων στον πληθυσμό (από 6,7% σε 19,5%). Αλλά, στην περίοδο της κρίσης, ο ρυθμός γήρανσης επιταχύνεται. Η μέση ηλικία του πληθυσμού από 30 έτη το 1951 φτάνει τα 43,5 το 2014!».

Επιπλέον, την περίοδο 2001-2011 καταγράφεται μικρή μείωση στους άγαμους και στους έγγαμους, αυξάνεται σημαντικά ο αριθμός των διαζευγμένων και λιγότερων των χήρων/χηρών, ενώ παρατηρείται μεγάλη αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, μικρότερη αύξηση των νοικοκυριών 2-3 ατόμων και μείωση των νοικοκυριών 4 ατόμων. Είναι, δε, εντυπωσιακή η μείωση των πολύτεκνων οικογενειών.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, την περίοδο 2011-2016, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 115.479 άτομα (γεννήσεις 692.592 / θάνατοι 808.071). Η μικρή αύξηση των γεννήσεων (κατά 1.051 παιδιά), που καταγράφηκε το 2016 οφείλεται κατά 77% σε γεννήσεις από γυναίκες πρόσφυγες, που δεν θα μείνουν στην Ελλάδα. Σε έξι χρόνια, δε, χάθηκαν πολύ περισσότερα άτομα από τις γεννήσεις ενός έτους (π.χ. το 2016, 93.698 γεννήσεις). Έως το 2010, οι άνθρωποι που έρχονταν στην Ελλάδα ήταν περισσότεροι από εκείνους που την εγκατέλειπαν. Η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα (2018) η χώρα, εκτός από την υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων, οφείλεται στο φαινόμενο της «αρνητικής μετανάστευσης», γεγονός που έχει ως συνέπεια τη μείωση του ελληνικού πληθυσμού, κάθε χρόνο, σε απόλυτο αριθμό.

Τα στοιχεία που παρατίθενται στην ογκώδη έκδοση οδηγούν στο σχεδόν αδιαπραγμάτευτο συμπέρασμα πως ό,τι κατάφερε με κόπο η Ελλάδα να κερδίσει στα χρόνια της «ευμάρειας», όταν -έτσι κι αλλιώς- τα νέα ζευγάρια δύσκολα έπαιρναν την απόφαση για 2ο και 3ο παιδί, το έχασε μέσα στα οκτώ χρόνια της κρίσης! Το δημογραφικό από εθνικό θέμα εξελίχθηκε σε εφιάλτη.

Όπως αναφέρει η ερευνήτρια, για το θέμα των αιτίων και των επιπτώσεων των δημογραφικών εξελίξεων, οι παράγοντες για τη δυσμενή εικόνα του πληθυσμού είναι πολλοί, αλλά «πρωταρχική θέση κατά τη διάρκεια της κρίσης κατέχει η ανεργία, η επισφαλής απασχόληση και η μείωση του οικογενειακού εισοδήματος. Μετά το 2013 παρατηρείται μείωση της ανεργίας με ταυτόχρονη μείωση της πλήρους απασχόλησης και αύξηση της μερικής. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι καταργούνται οι «καλές» θέσεις εργασίας με ικανοποιητικό μισθό, εξασφάλιση και εργασιακά δικαιώματα, ενώ αυξάνονται οι «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», ανασφάλιστες με πολύ χαμηλούς μισθούς και ενίοτε απαράδεκτες συνθήκες εργασίας». Ως εκ τούτου, η αύξηση της ανεργίας των νέων ανδρών και γυναικών και η απασχόληση σε δυσβάστακτο περιβάλλον αποτελούν αιτία μείωσης της γαμηλιότητας και της γεννητικότητας και αύξηση της αποδημίας, γιατί όσοι της υφίστανται, κυρίως όσοι έχασαν τη δουλειά τους, δεν αποφασίζουν να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά και όσοι έχουν προσόντα επιλέγουν τη μετανάστευση».

Η κ. Έμκε – Πουλοπούλου χτυπάει τον κώδωνα κινδύνου. «Το δημογραφικό πρόβλημα θα επιδεινωθεί» τονίζει και εξηγεί: «Η εντυπωσιακή μείωση των γεννήσεων, η γήρανση του πληθυσμού και η εκτόξευση της αποδημίας θα καταλήξουν σε μεγάλη συρρίκνωση του πληθυσμού της χώρας μας και σε αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων. Θα αυξάνεται ο πληθυσμός άνω των 65 ετών σε βάρος των ηλικιών 0-14».


Στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει αντιστροφή της δημογραφικής… κατρακύλας της χώρας, η ερευνήτρια απαντά: «Πρόκειται για μία εν μέρει μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Η επί 40 χρόνια χαμηλή γονιμότητα έχει δημιουργήσει μια μικρότερη αριθμητικά γενιά γυναικών. Ακόμα κι αν οι γυναίκες αυτές αποκτήσουν περισσότερα παιδιά, θα είναι δύσκολο ο αριθμός των γεννήσεων να ξεπεράσει τον αριθμό των θανάτων. Εξάλλου, θα πρέπει να περάσουν 25-30 χρόνια, ώστε η αύξηση των γεννήσεων να δημιουργήσει τη γενιά, που θα ενταχθεί στην αγορά εργασίας και με την απασχόληση και τις εισφορές της στο ασφαλιστικό σύστημα να συμβάλει στη στήριξή του. Μέχρι ν΄ αρχίσει να εργάζεται αυτή η γενιά, θα χρειαστούν επιπλέον δαπάνες ιδιωτικές και δημόσιες για την ανατροφή και την εκπαίδευσή της».

Η κ. Έμκε Πουλοπούλου κρατά για το τέλος μια μικρή δέσμη φωτός από μια χαραμάδα ελπίδας… «Υπάρχει, ωστόσο, δυνατότητα να σταματήσει η κατάρρευση και να επιβραδυνθεί ο ρυθμός γήρανσης, αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την παροχή γενναίων κινήτρων για την ενίσχυση της γονιμότητας και τον περιορισμό της αποδημίας. Αλλά όχι έτσι απλά. Υπάρχει άμεση ανάγκη για μια υπεύθυνη, συντονισμένη, σοβαρή δημογραφική πολιτική, που θα έχει ως στόχο τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού και εργασιακού περιβάλλοντος, ευνοϊκού για τη δημιουργία οικογένειας, την απόκτηση παιδιών και την παραμονή των νέων στον τόπο μας. Πρέπει, δε, να γίνει κατανοητό ότι η χρησιμοποίηση μεταναστών και προσφύγων για τη βελτίωση του δημογραφικού προβλήματος, μπορεί να οδηγήσει σε εθνική και δημογραφική αλλοίωση. Εξάλλου, οι μετανάστες προσαρμόζουν την αναπαραγωγική συμπεριφορά τους στη συμπεριφορά των γηγενών και μακροχρόνια γερνούν και αυτοί. Εκείνο που πρέπει να γίνει, είναι η δημιουργία ενός φορέα που θα συντονίζει τη στρατηγική για το Δημογραφικό, π.χ. ένα υπουργείο Οικογενειακής Πολιτικής ή ένα Γραφείο Δημογραφικής Πολιτικής της Βουλής. Τέλος, απαραίτητη προϋπόθεση για μια τέτοια πολιτική είναι η ανάπτυξη με ρυθμό τουλάχιστον 2%, ώστε να μπορεί να βοηθήσει και στη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος».









      

Το χρονικό του προαναγγελθέντος 3ου Μνημονίου – Ο στραγγαλισμός




Μπορεί το ερώτημα του δημοψηφίσματος το 2015 να ήταν σαφές (ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε εκείνο το τελεσίγραφο των δανειστών), αλλά εξαρχής τόσο η εγχώρια αντιπολίτευση όσο και το ευρωιερατείο επιχείρησαν μία μετάθεση, ισχυριζόμενοι πως το πραγματικό δίλημμα ήταν «ευρώ ή δραχμή». Η κυβέρνηση Τσίπρα κατηγορήθηκε πως μεθόδευε την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη. Επίσης κατηγορήθηκε πως με την προκήρυξη δημοψηφίσματος μετέθεσε την ευθύνη της απόφασης στους πολίτες, λες κι αυτό ήταν κακό.

Το ερώτημα που ουσιαστικά κλήθηκαν να απαντήσουν οι ψηφοφόροι ήταν εάν αποδέχονταν ή όχι την επιστροφή στο μνημονιακό μονοπάτι. Το τελεσίγραφο των δανειστών ήταν δεδομένο πως θα το απέρριπταν κατά κανόνα όχι μόνο οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, αλλά και οι ψηφοφόροι του ΚΚΕ, μικρότερων αντιμνημονιακών κομμάτων και της ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής. Με άλλα λόγια, το «όχι» είχε εξαρχής τις προϋποθέσεις να συγκεντρώσει μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος παρότι πραγματοποιήθηκε με κλειστές τις τράπεζες και με ουρές στα ΑΤΜ.

Για τον ελληνικό λαό ήταν μία ευκαιρία να απορρίψει όχι μόνο τον εκβιασμό του ευρωιερατείου, αλλά και όλο το παλιό απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό και τα κατεστημένα ΜΜΕ, που είχαν στρατευθεί με πρωτοφανή φανατισμό υπέρ του ΝΑΙ. Το δεύτερο πολιτικό πλεονέκτημα που είχε το δημοψήφισμα ήταν η ακύρωση του ισχυρισμού πολλών Ευρωπαίων αξιωματούχων πως ο ελληνικός λαός είχε πέσει θύμα των λαϊκιστικών και ανεδαφικών προεκλογικών υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ (πριν τον Ιανουάριο 2015).
Εάν δεν ματώσει…
Είναι απολύτως ενδεικτική η δήλωση ανώτατου Ευρωπαίου αξιωματούχου τον Απρίλιο 2015 πως εάν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν ματώσει, λαμβάνοντας μέτρα υψηλού πολιτικού κόστους, όπως το ασφαλιστικό και τα εργασιακά, δεν πρόκειται να πάρει συμφωνία. Το τελεσίγραφο των δανειστών επιβεβαίωσε εκείνη τη δήλωση.

Στο ευρωιερατείο θεωρούσαν δικαιολογημένα πως εάν υποχρέωναν τον Τσίπρα να λερώσει τα χέρια του με «αίμα», θα έχανε το ηθικό πλεονέκτημά του. Για την ακρίβεια, θα υποχρεωνόταν να υπερασπίσει τις επιλογές του, γεγονός που με τη σειρά του θα τον εξωθούσε να αλλάξει γραμμή πλεύσης.

Κυνηγώντας όλο το προηγούμενο διάστημα μία συμφωνία, ο πρωθυπουργός έκανε αλλεπάλληλες μονομερείς υποχωρήσεις για να προσεγγίσει τις απαιτήσεις των δανειστών. Από ένα χρονικό σημείο και πέρα ο Τσίπρας βρέθηκε υπό την επήρεια αρχικά του Γιούνκερ και στη συνέχεια και της Μέρκελ. Για την ακρίβεια, πείστηκε πως και αυτοί επεδίωκαν συμφωνία.
Συνέπλευσε μαζί τους για να παραμερίσει τον Σόιμπλε που επεδίωκε Grexit και κατ’ επέκτασιν για να δρομολογηθεί μία εποικοδομητική πολιτική διαπραγμάτευση με αμοιβαία πρόθεση τη γεφύρωση των διαφορών! Παρά τις διαδοχικές συναντήσεις σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, όμως, πραγματική πολιτική διαπραγμάτευση έγινε μόνο στην πολύωρη σύνοδο κορυφής στις 12 Ιουλίου 2015.

Πολιτική ανορθογραφία ή μολυσματικός ιός

Οι του ευρωιερατείου εξαρχής αντιμετώπισαν την κυβέρνηση Τσίπρα με αρνητικό τρόπο. Οι μετριοπαθείς την αντιμετώπισαν σαν πολιτική ανορθογραφία, την οποία έπρεπε να διορθώσουν, ρυμουλκώντας τον ΣΥΡΙΖΑ στην όχθη της τυπικής σοσιαλδημοκρατίας. Τα γεράκια, με πρώτο τον Σόιμπλε, αντιμετώπιζαν την κυβέρνηση Τσίπρα σαν έναν μολυσματικό πολιτικό ιό που απειλούσε την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη. Γι’ αυτό έπρεπε ή να τον εξευτελίσουν πολιτικά ή να τον ανατρέψουν μέσω του οικονομικού στραγγαλισμού.

Ενδεικτικό του κλίματος ήταν ότι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι είχαν φθάσει στο σημείο να δηλώσουν πως όρος για να σταματήσουν τον στραγγαλισμό της Ελλάδας ήταν η ανατροπή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η τακτική του Σόιμπλε ήταν ακριβώς να τορπιλίζει τη σύναψη συμφωνίας (εγείροντας ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις) με σκοπό να φέρει την Ελλάδα ή στην ολοκληρωτική παράδοση ή στην αθέτηση πληρωμών. Σωστά εκτιμούσε πως μόλις δεν θα πληρωνόταν μία δόση, οι καταθέτες δικαιολογημένα θα θεωρούσαν πως επέρχεται χρεοκοπία και θα έτρεχαν να σηκώσουν τα χρήματά τους.

Ο τραπεζικός πανικός θα καθιστούσε αναπόφευκτη την επιβολή capital controls, που με τη σειρά τους θα προκαλούσαν περαιτέρω προβλήματα στην ήδη επιβαρυμένη ελληνική οικονομία και κατ’ επέκτασιν αρνητικές πολιτικές συνέπειες για την κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, τα capital controls θα προέκυπταν ακόμα κι αν δεν είχε προκηρυχθεί δημοψήφισμα, εφόσον βεβαίως ο Τσίπρας δεν θα είχε υπογράψει ό,τι του ζητούσαν..
Το κυβερνητικό επιτελείο είχε την αφέλεια να θεωρεί πως η προκήρυξη δημοψηφίσματος θα προκαλούσε μεγάλη αναταραχή στις αγορές. Αυτό θα υποχρέωνε τους δανειστές να συνάψουν συμφωνία ή πριν στηθούν οι κάλπες ή αμέσως μετά την αναμενόμενη επικράτηση του ΟΧΙ. Είχαν υποτιμήσει κραυγαλέα όχι μόνο τους μηχανισμούς πρόσκαιρης χειραγώγησης των διεθνών αγορών, προκειμένου να αποτραπεί αναταραχή, αλλά και την αντίδραση του ευρωιερατείου. Πώς να ερμηνεύσει κανείς την αυταπάτη των κυβερνώντων πως η ΕΚΤ θα συνέχιζε να δίνει ρευστότητα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και οι τράπεζες θα έμεναν ανοικτές;

Το εκκωφαντικό ΟΧΙ

Παρότι η κυβέρνηση δεχόταν πανταχόθεν πυκνά πυρά και παρότι δεν πρόσφερε φερέγγυα πολιτική προοπτική, το ΟΧΙ σάρωσε. Ο κύριος λόγος ήταν ότι εξέφρασε την υπαρξιακή ανάγκη της πλειονότητας των Ελλήνων να αντιδράσουν στον στραγγαλισμό της χώρας και να μην υπογράψουν με την ψήφο τους την εκβιαστική υπαγωγή της ελληνικής κοινωνίας σε μία πρόσθετη εξοντωτική λιτότητα. Όσοι απείχαν από τον γκρεμό κατά πλειοψηφία ψήφισαν ΝΑΙ, φοβούμενοι το ενδεχόμενο πρόκλησης χάους. Αντιθέτως, τα τμήματα του πληθυσμού που είχαν ήδη πέσει στον γκρεμό ή ήταν κοντά στο χείλος του ψήφισαν κατά κανόνα ΟΧΙ. Το ίδιο και οι νέοι.
Το 61,3% που πήρε το ΟΧΙ έστειλε ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα. Υπογράμμισε κατά αναμφισβήτητο τρόπο ότι οι Έλληνες δεν θέλουν εξοντωτική λιτότητα και ευαισθητοποίησε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Δεν άλλαξε, όμως, τον συσχετισμό δυνάμεων. Δεδομένου ότι τη στρόφιγγα της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών την ήλεγχε και την ελέγχει η ΕΚΤ, οι του ευρωιερατείου έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν έμφραγμα στην ελληνική οικονομία και το έπραξαν.

Το πραξικόπημα των ATM

Από εγγυητής των ελληνικών τραπεζών, η ΕΚΤ έχει μετατραπεί σε εργαλείο στραγγαλισμού τους και κατ’ επέκτασιν σε εργαλείου στραγγαλισμού της ελληνικής οικονομίας. Αυτό πρακτικά σήμαινε πως τα αφεντικά της Ευρωζώνης έχουν τη δυνατότητα να στρέψουν (αργά ή γρήγορα) τους απεγνωσμένους πολίτες εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης και κατ’ αυτό τον τρόπο να προκαλέσουν την αποσταθεροποίηση και ανατροπή της.

Το γεγονός, μάλιστα, πως σύσσωμες οι άρχουσες ελίτ και τουλάχιστον οι μισοί Έλληνες ήταν ιδεολογικοπολιτικά στη γραμμή «πάση θυσία ευρώ» διευκόλυνε πολύ την επιτυχή διεκπεραίωση του μεταμοντέρνου αυτού πραξικοπήματος. Πραξικοπήματος που πραγματοποιήθηκε όχι με τανκς, αλλά με άδειασμα των ΑΤΜ από ευρώ.
Τα γεγονότα εκείνων των ημερών κατέστησαν εξόφθαλμο πως στην Ευρωζώνη η θεμελιώδης έννοια της λαϊκής κυριαρχίας έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό ακυρωθεί. Ο τρόπος που αντιμετωπίσθηκε η Ελλάδα και ειδικότερα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνιστούσε όχι μόνο κατάφωρη παραβίαση του πνεύματος των ιδρυτικών συνθηκών, αλλά και μία αρνητική κληρονομιά για τον τρόπο που οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί λαοί, αλλά και οι υπόλοιποι λαοί αντιλαμβάνονται την ΕΕ και το ευρώ.

Με το πιστόλι στον κρόταφο, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να συνυπογράψει την καταδίκη της σ’ έναν αργό οικονομικό θάνατο. Η ταπεινωτική συμφωνία του 3ου Μνημονίου που το ευρωιερατείο επέβαλε στον Τσίπρα ναι μεν συνιστούσε σαρωτική νίκη σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά σε μακροπρόθεσμο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από πύρρειο νίκη.

Η εκβιαστική ωμότητα των Μέρκελ-Σόιμπλε προκάλεσε αντιδράσεις σ’ όλη τη Γηραιά Ήπειρο κι όχι μόνο. Η δημόσια εικόνα της Γερμανίας υπέστη ανήκεστο βλάβη, γεγονός που μεσομακροπρόθεσμα θα δυσκολέψει πολύ την προσπάθειά της να εδραιώσει τον ηγεμονικό ρόλο της στην Ευρώπη.
 
   

Η ΝΔ του Κυριάκου σαν τρελό φορτηγό






Η άκαμπτη αντιπολιτευτική συμπεριφορά του αρχηγού της ΝΔ Κυριάκου Μητσοτάκη, θυμίζει ένα φορτηγό με σανιδωμένο το γκάζι και κολλημένο το τιμόνι, να τρέχει ασυγκράτητο. Ούτε να φρενάρει μπορεί, ούτε και να στρίψει. Επένδυσαν όλο το κεφάλαιο τους στο ότι η κυβέρνηση Τσίπρα θα ήταν μικρή παρένθεση, στην πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και στην εξαφάνιση της Αριστεράς, ως ανίκανης να κυβερνήσει κανονική χώρα. Φρόντισαν, μάλιστα, να αφήσουν ανολοκλήρωτο το δεύτερο μνημόνιο και τα ταμεία άδεια.

Η ενέργεια αυτή κόστισε τα capital controls. Κάθε μέρα όλοι σχεδόν οι πολίτες στην ουρά για να λάβουν το όριο των 60ευρώ! Και όμως. Ποιος να φανταζόταν ότι μετά από λίγο στο δημοψήφισμα, αυτές οι τρομοκρατικές ενέργειες των συστημικών δυνάμεων της Ελλάδας, αλλά και της ΕΕ, όχι μόνο δεν τρόμαξαν τον ελληνικό λαό, αλλά τον θύμωσαν. Ποιος να πίστευε ότι το 61,3% των πολιτών στις συγκεκριμένες συνθήκες θα έλεγε όχι στον εκβιασμό;
Και από τότε, η αντιπολιτευτική γραμμή της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη προσωπικά, έχει κολλήσει στην ίδια κασέτα. Μόλις πριν λίγες ημέρες, στις 4 Ιουλίου δήλωσε: «Αυτό που ζούμε είναι ένας θίασος του παραλόγου, ένας τραγέλαφος. Το μόνο που ενώνει ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι το πάθος τους και η αγάπη τους για τις καρέκλες της εξουσίας. Έχουν πάρει διαζύγιο από την κοινωνία. Η χώρα χρειάζεται καθαρές λύσεις, και μόνη λύση οι εκλογές το συντομότερο δυνατόν».

Αυτή είναι δήλωση, μετά την έξοδο από τα μνημόνια, τη συμφωνία για το χρέος, τη συμφωνία για το «μακεδονικό ζήτημα»; Αυτή θα είναι μέχρι να γίνουν εκλογές η απάντηση για ότι συμβαίνει σε αυτόν τον τόπο σήμερα; Το δογματικού χαρακτήρα αφήγημα, για ένα μικρό κόμμα όπως για παράδειγμα το ΚΚΕ, δεν έχει καμία σημασία αφού στο κόμμα αυτό δεν ενδιαφέρονται να βρουν λύσεις. Για ένα φιλελεύθερο μεγάλο κόμμα, πυλώνα του κοινοβουλευτικού συστήματος, αυτός ο δογματισμός, αποτελεί σοβαρό πρόβλημα.

Σανίδα σωτηρίας η περικοπή των συντάξεων

Και είναι σοβαρό, διότι έχει ποντάρει στην αποτυχία των άλλων που δεν έρχεται. Και καθώς δεν έρχεται δημιουργεί, πανικό και υστερία. Αναπάντητο το ερώτημα. Πως θα κερδίσουμε τις εκλογές, αν ο Τσίπρας καταφέρει και τελικά δεν μειωθούν οι συντάξεις; Το σκέφτηκε και ο κύριος αντιπρόεδρος Κωστής Χατζηδάκης και εγκάλεσε δημοσίως τον επίτροπο Μοσκοβισί ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μη χρειαστεί να μειωθούν οι συντάξεις!

Προηγήθηκε η προσπάθειά του κ. Μητσοτάκη κατά την επίσκεψή του στο Βερολίνο, να πείσει τόσο τον Γερμανό υπουργό οικονομικών Όλαφ Σόλτς όσο και την καγκελάριο Μέρκελ, να πιέσουν για περικοπή των συντάξεων! Και μετά; Μετά μαζί με τη Φώφη κατέθεσαν πρόταση νόμου να αποφασιστεί εδώ και τώρα ότι οι συντάξεις δεν θα μειωθούν! Για ποιο λόγο; Για να εξοργίσουν το Βερολίνο και να επιμείνει στην περικοπή! Απίστευτοι.

Πως θα τερματίσει σε αυτόν τον πολιτικό αγώνα ο αρχηγός της ΝΔ αν, όταν γίνουν εκλογές, η οικονομική κατάσταση της χώρας θα είναι καλύτερη; Τι θα μπορεί να λέει για την υπεροχή των ιδεών του κόμματός του σε σχέση με την κυβερνητική πολιτική. Πως θα πείσει ότι αυτός και το κόμμα του θα τα καταφέρουν καλύτερα με την χώρα απελευθερωμένη από τις ασφυκτικές διαταγές των δανειστών; Δύσκολο. Η τελευταία ελπίδα του ήταν να αναλάβει τη διακυβέρνηση με νέο μνημόνιο ώστε η πολιτική που θα εφαρμόζει να χρεώνεται στους κακούς ξένους.

Διεθνής απομόνωση

Μόνο που οι κακοί ξένοι, εντός και εκτός Ευρώπης, έχουν πλέον εξοργιστεί με τη συμπεριφορά της ηγετικής ομάδας της ΝΔ. Όταν πολύ περισσότερο η ΕΕ δοκιμάζεται από ακραία εθνικιστικά, βαθύτατα αντιδραστικά και ρατσιστικά κύματα ξενοφοβίας, με εχθρό αυτή τη φορά, στη θέση των Εβραίων τους μετανάστες, η ΝΔ οδηγείται, αν δεν έχει ήδη οδηγηθεί σε απομόνωση από τα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα.

Με λίγα λόγια, επειδή γίνεται όλο και πιο φανερό πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει την παραμικρή ιδέα, ούτε και το κόμμα του διαθέτει το δυναμικό για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της νέας εποχής για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Καμία λύση, σε ότι τον αφορά δεν θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές αν το τρελό φορτηγό δεν σταματήσει πριν τον γκρεμό!


Σαν σήμερα, 7 Ιουλίου 1936, γεννήθηκε ο Νίκος Ξυλούρης, ο Ανωγειανός: H φωνή της Ελλάδας που θα θέλαμε


Ο Νίκος Ξυλούρης γεννήθηκε, σαν σήμερα, στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγεια της Κρήτης. Είναι 5 χρονών όταν οι κατακτητές Γερμανοί καίνε το χωριό του και μεταφέρουν τους κατοίκους του, πρόσφυγες στο Μυλοπόταμο… Επιστρέφουν στ’Ανώγεια μετά την απελευθέρωση. Από πολύ μικρός δείχνει την κλίση του στο τραγούδι και τη λύρα. Στα δώδεκα, ο πατέρας του, του αγοράζει την πρώτη λύρα, για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα σ’έναν από τους πλέον περιζήτητους οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της περιοχής του σε γάμους, βαφτίσια και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις.

Σε ηλικία 17 χρονών κατεβαίνει για πρώτη φορά να δουλέψει στο Ηράκλειο, στο κέντρο “Κάστρο”. Οπως λέει αργότερα σε αφηγήσεις του, εκεί τα πράγματα αρχικά είναι πολύ δύσκολα:

“…Εις τα ορεινά χωριά της Κρήτης δεν ημπορούσε να εισχωρήσει αυτό που εισχώρησε στις πόλεις… Εκεί χόρευαν ταγκά, βάλσα, ρούμπες, σάμπες και είμαστε υποχρεωμένοι να τα μάθουμε αυτά τα τραγούδια, να τα παίζουμε στα πανηγύρια και στους γάμους, για να μπορούμε να ζήσουμε και μεις, να βγάλουμε τα έξοδά μας και να τους κάνουμε σιγά-σιγά ν’αλλάξουνε και ν’αγαπήσουνε την Κρητική μουσική…”


Στα τέλη του 1958 πραγματοποιεί την πρώτη του ηχογράφηση για δίσκο. Είναι το τραγούδι “Κρητικοπούλα μου” (“Μια μαυροφόρα οτάν περνά”). Λίγους μήνες πριν είχε παντρευτεί την Ουρανία Μελαμπιανάκη, κόρη ευκατάστατης οικογένειας του Ηρακλείου. Εγκαθίστανται στο Ηράκλειο. Οι οικονομικές δυσκολίες είναι στην αρχή μεγάλες.

Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Γιώργος και 6 χρόνια μετά το δεύτερο, η Ρηνιώ. Την επιτυχία του πρώτου εκείνου τραγουδιού ακολουθούν αρκετές ακόμα ηχογραφήσεις σε μικρά δισκάκια. Ακριβώς το 1966, βγαίνοντας για πρώτη φορά από την Ελλάδα, συμμετέχει σ’ένα φολκλορικό φεστιβάλ στο Σαν Ρέμο και παίρνει το πρώτο βραβείο.

Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο, το πρώτο Κρητικό κέντρο, τον “Ερωτόκριτο”. Τα πράγματα έχουν γίνει αισθητά καλύτερα γι’αυτόν. Τον Φεβρουάριου του 1969 ηχογραφεί την “Ανυφαντού”, ένα τραγούδι που κυριολεκτικά “σπάει τα ταμεία” μέσα στην παραδοσιακή δισκογραφία της εποχής. Τον Απρίλη εκείνης της εποχής έρχεται στην Αθήνα, στο κέντρο “Κονάκι” και τον Σεπτέμβριο εγκαθίσταται μόνιμα στην πρωτεύουσα.

Ο σκηνοθέτης Ερρίκος Θαλασσινός, με τον οποίο γνωρίζονται στο “Κονάκι”, μιλά γι’αυτόν στον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Ηδη όμως από το 1965, οι δυνατότητες αλλά και ο χαρακτήρας του έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον του διευθυντή -τότε- της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA, του Τάκη Λαμπρόπουλου. Μετά την επιτυχία της “Ανυφαντούς”, το καλοκαίρι του 1970, ο Λαμπρόπουλος κατεβαίνει μαζί του στ’Ανώγεια, γίνονται κουμπάροι και ξεκινούν μια συνεργασία σε νέα πλαίσια.

Πέρα από τα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, η φωνή του Νίκου Ξυλούρη θα περάσει στη σύγχρονη “έντεχνη” δημιουργία επώνυμων συνθετών. Μέσα σ’αυτές τις επιλογές, μέλλεται η γνήσια Κρητική έκφραση και το παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης ν’αποκτήσουν μια πανελλήνια εμβέλεια, μια δυναμική που ποτέ δεν είχαν στο παρελθόν, όσοι μεγάλοι και αν ήταν οι καλλιτέχνες, τραγουδιστές και οργανοπαίχτες που την υπηρέτησαν.

Με το Γιάννη Μαρκόπουλο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο “Χρονικό”, μια ενότητα τραγουδιών που θέτει σε νέα βάση τη σχέση της παράδοσης με το παρόν. Εξι μήνες μετά κυκλοφορεί ο δίσκος αναφορά στα “Ριζίτικα” της Κρήτης. Τον Μαϊο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στη μπουάτ “Λήδρα” στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας, η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. “Πότε θα κάνει ξαστεριά”, “Αγρίμια κι αγριμάκια μου” …

Ακολουθούν δύο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η “Ιθαγένεια” και ο “Στρατής ο θαλασσινός” αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο (“Διόνυσε καλοκαίρι μας”, “Συλλογή”), τον Χριστόδουλο Χάλαρη (“Τροπικός της Παρθένου”, “Ακολουθία”) και τον Χρήστο Λεοντή (“Καπνισμένο μου τσουκάλι”).

Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο του τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος, στον θέατρο “Αθήναιον” με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι “Το μεγάλο μας τσίρκο”. Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επίσημες παρουσίες στο χώρο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.

“Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν χθες στο Πολυτεχνείο” ενημερώνουν, μετατρέποντας τον ήδη φορτισμένο πολιτικά τραγουδιστή, σε “κόκκινο πανί” της μεταλλαγμένης δικτατορικής κυβέρνησης που ακολουθεί.



Από τη “Λήδρα”, στην “Αρχόντισσα”, μετά στην “Αποσπερίδα”… Ξανά στη “Λήδρα”, μετά στο “Κύτταρο” και στο “Θεμέλιο”… Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου…

Παράλληλα ηχογραφεί τα “Αντιπολεμικά” τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον “Αργαλειό”, το “Φιλεντέμ”, τον “Πραματευτή” αλλά και το “Μεσοπέλαγα αρμενίζω” ακούγεται ξανά έντονα η φωνή του. Τώρα λέει και πάλι “τραγούδια ζωής”.

Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται… Υστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την υγεία του, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980. Η φυσική του απουσία έρχεται να κλείσει μια ολόκληρη εποχή, να σφραγίσει μια συγκεκριμένη αντίληψη περί Ελληνικού τραγουδιού. Η ρωμαλέα έκφραση, η άμεση σύνδεση με τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα αλλά και ο άρρηκτος δεσμός με την ντόπια τραγουδιστική παράδοση, ίσως είναι “πολυτέλεια” για το νέο αιώνα…

“…ο Νίκος Ξυλούρης, όσο κι αν φαίνεται αστείο, έβγαλε για πρώτη φορά δίσκο με …πολιτικό μέσο. Οι εταιρίες εκείνη την εποχή ήταν δύο. Στη μία ήταν ο ένας σπουδαίος λυράρης και στην άλλη ο άλλος. Αφού έκανε πολλές προσπάθειες χωρίς αποτέλεσμα, χρειάστηκε να επέμβει πολιτικός παράγοντας και να εγγυηθεί ότι “αν δεν πουλήσει ο δίσκος του, θα τα πληρώσω εγώ”.

Στις 21 Νοεμβρίου 1958 ηχογραφήθηκαν η “Κρητικοπούλα” και το “Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές” σε δίσκο 78 στροφών. Ο δίσκος είχε μεγάλη επιτυχία και από τότε άρχισε και η άνοδος του Νίκου Ξυλούρη σε μια εποχή που τα Κρητικά δεν τα έπαιρναν και πολύ στα σοβαρά. Εκείνη την εποχή οι λυράρηδες ήταν μόνο για τα πανηγύρια, τα γλέντια και τους γάμους στα χωριά. Επαιξε ο ένας στο ένα καφενείο και ο άλλος στο απέναντι. Είχανε κάτι μικρά μεγάφωνα και τα έβαζε ο ένας καφετζής απέναντι από τον άλλο για να δουν ποιός θα επικρατήσει.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν δύο ομάδες. Οι “Μουντακικοί” και οι “Σκορδαλικοί” και ο Νίκος Ξυλούρης ήταν ανάμεσα, έχοντας το πλεονέκτημα ότι με τη φωνή που είχε μπορούσε να πει και άλλα πράγματα, εκτός από τα Κρητικά, όπως βαλς, “Ασπρες κορδέλες τα κορίτσια φοράνε”, “Του Μπελαμή το ουζερί” και “Νάτανε το ’21″.

Σχεδόν δύο χρόνια μετά τον πρώτο εκείνο δίσκο των 78 στροφών ηχογράφησε στη “Fidelity” μια σειρά από τραγούδια σε δίσκους 45 στροφών πλέον. Στη συνέχεια ήρθαν οι ηχογραφήσεις στη “Music Box” εκ των οποίων μερικά από αυτά ηχογραφήθηκαν την περίοδο Φεβρουάριος ’64 με Ιούλιος ’64 που ο Νίκος Ξυλούρης βρισκόταν στην Αθήνα (μέχρι τότε έμενε στο Ηράκλειο) με άρρωστο το παιδί του και ηχογραφούσε για να πάρει κάποια χρήματα, που τα είχε ανάγκη, με 90 λεπτά το κομμάτι!

Από το 1964 εως το το 1967 ηχογραφεί στη “Music Box”, ενώ σιγά-σιγά τα πράγματα στην Κρήτη άρχισαν να γίνονται καλύτερα. Υπήρχε μήνας που μπορεί να ήταν δύο τα πανηγύρια αλλά τύχαινε κι ένας γάμος, ένα πανηγύρι, ένα γλέντι. Το 1967 άνοιξε και το πρώτο Κρητικό κέντρο στο Ηράκλειο, ο “Ερωτόκριτος”. Το ’68 με ’69 δούλεψε στα “Ζαμάνια” και παράλληλα τα καλοκαίρια στην “Οαση” που είχε 2000 καθίσματα και ο κόσμος καθότανε μέχρι στα καφάσια της μπύρας, για ν’ακούσει το Νίκο Ξυλούρη.

Στη συνέχεια ήρθε στην Αθήνα, στη “Λήδρα” με μεροκάματο 800 δρχ. Πληρώνουν – λέει- λιγότερο τους καλλιτέχνες γιατί θέλουν να κάνουν “κίνημα” για να επιβάλλουν αυτή τη μουσική. Το κίνημα-κίνημα, αλλά ο ιδιοκτήτης και ο συνέταιρος παίρνανε κανονικά λεφτά από τον κόσμο.. 96 δρχ. κάνει το ποτό εκεί, 96 και στις άλλες μπουάτ.. Ο Νίκος Ξυλούρης με τη φωνή του, με τα τραγούδια του και με τον κόσμο που έρχεται γι’αυτόν, πληρώνεται με 8 ποτά! Εκείνη την εποχή σταμάτησε να δουλεύει στα Κρητικά. “Δεν ήτανε σωστό” λέει. “Τώρα πιέζομαι, αλλά αύριο…”. Πίστευε σ’ένα καλύτερο αύριο. Δεν έβαζε κακό στο νου του, ούτε ήθελε να λέει για κανέναν…”

Aποσπάσματα από συζήτηση της κας ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΞΥΛΟΥΡΗ (σύζυγος του Νίκου) με τον Γιώργο Τσάμπρα
από το cd Νίκος Ξυλούρης, Τα χρόνια στην Κρήτη
(http://blog.mantinades.gr/)
Είπαν γι’ αυτόν

Γιάννης Κεφαλογιάννης, τότε υφυπουργός Εσωτερικών
“Είμαστε μαζί από παιδιά, στην ίδια γειτονιά, στο ίδιο σχολειό. Μαζί κάναμε τα πρώτα βήματα στα σοκάκια του Κάστρου. Σαν γίναμε παλικάρια εκείνος ήταν ο αρχηγός στις νυχτερινές μας καντάδες κάτω από τα κλειστά παράθυρα των κοριτσιών. Ήμουν δίπλα του στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Στις πρώτες του δειλές εμφανίσεις στα κέντρα της Αθήνας και έπειτα στις μπουάτ της Πλάκας. Θυμάμαι ακόμα το πρώτο του δοκιμαστικό συμβόλαιο για 40 μέρες στην “Λήδρα” και την επιτυχία του στην άγνωστη μέχρι εκείνη την ώρα γι’ αυτόν δουλειά. Θυμάμαι τη συναυλία στο “Σπόρτιγκ” που έδωσε ο σύλλογος Κρητών το Μάιο του ’72 και τον Νίκο να τραγουδά την Ξαστεριά και να δακρύζει . Δεν είχε εχθρούς, είχε μόνο φίλους. Δεν θύμωνε ποτέ, γελούσε πάντα . Το τελευταίο μας γλέντι έγινε το καλοκαίρι του ’78, σε ένα γάμο στ’ Ανώγεια. Εκεί έπαιξε την τελευταία του “κοντυλιά” και εγώ χόρεψα”.

Μίκης Θεοδωράκης, μουσικοσυνθέτης
“Ο θάνατος του ήταν μεγάλη απώλεια για την ελληνική μουσική και την Κρήτη”.

Γιώργος Χατζηνάσιος, συνθέτης
“Για μένα ήταν η πιο αντιπροσωπευτική ελληνική φωνή. Η φωνή του χαρακτήριζε τη φυλή μας. Ήταν από τους πιο καλούς ανθρώπους στο επάγγελμα. Πιστεύω ότι θ’ αφήσει δυσαναπλήρωτο κενό και ότι θα περάσουν πολλές γενιές για να ξαναβγεί μια τέτοια φωνή”.

Μίμης Πλέσσας, συνθέτης
“Για μένα άνοιγε το στόμα του και τραγουδούσε η Ελλάδα. Ο χαμός του δεν είναι χαμός του τροβαδούρου, αλλά ενός συμβόλου”.

Γιώργος Θεοδοσιάδης, συνθέτης
” Ήταν η προσωποποίηση της αγνής έκφρασης στο τραγούδι. Η φωνή του ήταν ένα τραγούδι ακόμα κι όταν μιλούσε. Υπήρξε λεβέντης. Κρητικός και στην τέχνη του και στην καρδία και στο ήθος”.

Λινος Κοκοτος, συνθέτης
“Μέχρι τον τελευταίο χρόνο δουλεύαμε μαζί. Οι σχέσεις μας δεν ήταν εκείνες οι τυπικές των συνεργατών. Ο Νίκος ήθελε ν’ ανοίγει το σπίτι του και την αγκαλιά του σε φίλους και συνεργάτες σα γνήσιος Κρητικός. Ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος, το σπιτικό του δεν θύμιζε ποτέ “σπίτι φιρμάδικο” , κάτι πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας. Δεν είδε ποτέ τον εαυτό του σα βεντέτα, τον ενδιέφερε μόνο η σωστή δουλειά. Ο Νίκος Ξυλούρης δεν είχε μόνο μια σπουδαία φωνή, αλλά κι ένα μοναδικό ένστικτο για να δίνει την σωστότερη ερμηνεία. Πάντα έλεγε : “Πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να μη χαθεί το ελληνικό τραγούδι”. Χάνοντας τον Νίκο Ξυλούρη, χάσαμε τον πιο σημαντικό πρεσβευτή του ελληνικού τραγουδιού”.

Γιάννης Πάριος, τραγουδιστής
“Χάθηκε ένας πολύ μεγάλος τραγουδιστής κι ένας καταπληκτικός άνθρωπος. Ήταν λεβέντης σε όλα του ο Νίκος, ο φιλαράκος με την πιο γλυκιά καρδιά του κόσμου”.

Τόλης Βοσκόπουλος, τραγουδιστής
“Δεν τον γνώριζα προσωπικά, όμως έχω ακούσει ωραία λόγια γι’ αυτόν. Πάντως είναι ένας συνάδελφος που αφήνει κενό πίσω του”.

Δήμητρα Γαλάνη, τραγουδίστρια
“Δεν υπήρξα φίλη του Νίκου αλλά είχαμε συνεργαστεί αρκετές φορές. Είναι κάπως δύσκολο να μιλήσω με δυο λόγια για τον καλλιτέχνη και κυρίως για τον άνθρωπο Ξυλούρη. Ήταν ευθύς, γνήσιος , με λίγα λόγια αυτό που λέμε “λεβέντης”. Εκείνο που θα θυμάμαι πάντα από τον Νίκο είναι το μόνιμο χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και την έξυπνη ματιά του. Δεν νομίζω ότι το ελληνικό τραγούδι θα ξαναγεννήσει έναν Ξυλούρη”.

Τάνια Τσανακλίδου, τραγουδίστρια
“Ο θάνατος του μ’ έχει συγκλονίσει. Φίλος καλός κι ακόμα πιο καλός συνεργάτης ήταν ο Νίκος Ξυλούρης. Η εντελώς ιδιότυπη φωνή του άφησε τη σφραγίδα της στο ελληνικό τραγούδι. Σ’ όλες τις συνεργασίες που είχαμε, είτε στην Αθήνα είτε σε περιοδείες, ο Νίκος ήταν κάτι περισσότερο από καλός συνάδελφος, ήταν ένας λεβέντης. Θα τον έχω για πάντα στ’ αυτιά μου και στη καρδιά μου”.

Τζένη Καρέζη, ηθοποιός
“Ήταν από τα ωραιότερα και τα πιο αγνά πλάσματα που έχω συναντήσει . Όσο καθάρια και όσο συγκλονιστική ήταν η φωνή του, άλλο τόσο ήταν και στη ζωή του γνήσιος και καθάριος. Ήταν σαν αρχάγγελος. Κι ίσως γι’ αυτό πέθανε τόσο νέος. Κι εγώ κι ο Κώστας θυμόμαστε πάντα την συνεργασία μας και τώρα θα τη θυμόμαστε με περισσότερη συγκίνηση”.

Κώστας Καζάκος, ηθοποιός
“Ο θάνατος του Νίκου δεν μας βρήκε απροετοίμαστους, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ο πόνος μας είναι μικρότερος. Όσοι το γνωρίσανε και περισσότερο όσοι δουλέψανε μαζί του ξέρουνε ότι σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος είναι αναντικατάστατος”.

Αλίκη Βουγιουκλάκη, ηθοποιός
“Χάθηκε το παλικάρι με τη φωνή, το ήθος και τη λεβεντιά. Κάτι τέτοιες στιγμές αναλογίζομαι πόσο άδικος είναι ο Θεός”.

Μάνος Κατράκης, ηθοποιός
“Όταν μιλάει κανείς για τον Ξυλούρη δεν μπορεί να μη θυμηθεί το χαμόγελο και τη μεγάλη του καρδιά. Είχε μια απλή λεβεντιά που δύσκολα πια συναντάς. Δίκαια οι Κρητικοί ένιωθαν περήφανοι γι’ αυτόν”.

Αλέξης Μινωτής, ηθοποιός
“Τον θαύμαζα γιατί ήταν ένας καλός κρητικός, ένας θαυμάσιος τραγουδιστής. Λυπάμαι βαθιά που χάθηκε”.

Λυκούργος Καλέργης, ηθοποιός
“Ήταν ο καλλιτέχνης που άφησε τη δική του σφραγίδα όχι μόνο σαν τραγουδιστής αλλά και σαν άνθρωπος”.
  


























sansimera.gr

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *