Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

Ετσι, με λίγη φαντασία

 


γράφει η Αρχοντία Κάτσουρα

 

Το τζάκι είχε χρόνια να ανάψει. Τις παλιές δόξες του, όταν σ’ αυτό βασιζόταν η χειμερινή θέρμανση μιας ολόκληρης οικογένειας, θύμιζαν μόνο τα καπνισμένα πυρότουβλα. Είχε χαθεί πια και η μυρωδιά της στάχτης που είχε σκουπιστεί ξανά και ξανά.

 

Το καλοριφέρ, αρχικά με πετρέλαιο, πλέον με αέριο, έκανε όλη τη δουλειά και η ζέστη, απαλή, αόρατη, απλή και χωρίς εξάρσεις, απλωνόταν διακριτικά σε όλο το σπίτι. Το τζάκι περιοριζόταν σε διακοσμητικό ρόλο. Τη μεγάλη σαν αγκαλιά εστία του τώρα διακοσμούσε ένας μεταλλικός δίσκος με καινούργια κεριά, μικρά και μεγαλύτερα, για να μην είναι άδειο, για να δικαιολογείται η αχρησία του χώρου που δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί αλλιώς.

 

Οι μέρες του μεγάλου χιονιά πέρασαν, το κρύο έξω παρέμενε πολύ, ειδικά τις πρωινές ώρες. Οταν ξυπνούσε και μέχρι να έρθει η ώρα που θα έπαιρνε μπρος η θέρμανση, το κοιτούσε με λύπη.

 

«Αν το άναβα; Μόνο για λίγες ώρες…» Αλλά δεν το έκανε. Ξύλα δεν είχε αγοράσει, φοβόταν μήπως ύστερα από τόσα χρόνια δεν δουλέψει καλά, θα έπρεπε να μετακινήσει κάπως τα έπιπλα για να μην καούν από τις πιο ζωηρές σπίθες…

 

«Ισως του χρόνου», σκεφτόταν. «Να έρθει να το δει ένας μάστορας, να ελέγξει το τάμπερ, την καμινάδα. Μπορεί να χρειάζεται κάτι…».

 

Εκείνο το πρωί, που το τελευταίο χιόνι έλιωνε, αφήνοντας πίσω του μόνο λιμνούλες από βρόμικη λάσπη και μερικά καμένα φυτά στο μπαλκόνι, συνειδητοποίησε ότι την ίδια σκέψη έκανε κάθε χρόνο και την ίδια αναβολή έδινε κάθε χρόνο.

 

Ισως έφταιγε η βολή της συνήθειας, η ασφάλεια της υπάρχουσας λύσης. Σαν το φαγητό που το ζεσταίνεις την άλλη μέρα, γιατί είναι ευκολότερο από το να μαγειρέψεις κάτι που έχεις λαχταρήσει καιρό αλλά θέλει παραπάνω κόπο. Σαν τη δουλειά στην οποία παραμένουν τόσοι άνθρωποι γιατί πληρώνει τους λογαριασμούς και το σουπερμάρκετ, κι ας μην θέλουν το πρωί να ξυπνήσουν για να πάνε. Αλλα ήταν τα σχέδιά τους όταν ξεκινούσαν, άλλα ονειρεύονταν και επιθυμούσαν -και τελικά είπαν «εντάξει, καλά είναι κι εδώ». Σαν τη σχέση που επέλεγαν γιατί ήταν διαθέσιμη, κι εκείνοι είχαν κουραστεί να ψάχνουν -έχω κάποιον εδώ, δίπλα, μου φτάνει, έλεγαν. Τους έφταναν αυτά, αλήθεια; Πώς γίνεται να επιβιώνεις χωρίς να τολμάς να ζεις;

 

«Ωχ, πια. Τι σκέψεις είναι αυτές πρωί πρωί;» αναρωτήθηκε, ενώ άδειαζε η κούπα με τον καφέ που πάγωσε πριν την ώρα του. Τα δάχτυλά της ήταν κρύα, όπως κάθε πρωί τις τελευταίες ημέρες, μέχρι να ξεκινήσει να κάνει ό,τι κάνουν όλοι. Να μαζέψει μερικά πράγματα, να μαγειρέψει, να καθίσει μετά στο σαλόνι-γραφείο-τραπεζαρία-κρεβατοκάμαρα, για να δουλέψει.

 

Ηξερε ότι έφταιγε κι ο εγκλεισμός -πόση καραντίνα να αντέξει ένας άνθρωπος; Πόσο να μείνει απασχολημένος με τα μικρά για να μην αντιμετωπίσει τους δαίμονες που καιροφυλακτούν στις γωνίες και τους ελέφαντες που κοιμούνται στις ντουλάπες;

 

Ξανακοίταξε το από χρόνια σβησμένο τζάκι. Εκλεισε τα μάτια και ανακάλεσε το βίωμα: ξύλα τριζοβολούν, κάθεται κοντά στην εστία και οι φλόγες βγάζουν τόση ζέστη που την κάνουν να πετάξει τη μάλλινη ζακέτα που φοράει. Η θαλπωρή τη νανουρίζει και τη χαλαρώνει. Εξω κάνει κρύο, αλλά εδώ είναι ζεστά. Πότε πότε ταΐζει τη φωτιά με ακόμη ένα κομμάτι κορμού. Στο τραπέζι έχει πορτοκάλια και μανταρίνια. Πετάει τις φλούδες στη φλόγα και το σπίτι μοσχοβολάει για λίγο αιθέρια έλαια.

 

Ανοίγει πάλι τα μάτια. Ξαφνικά κάνει πάλι κρύο. Αλλά και κάτι έχει αλλάξει. Το αισθάνεται χωρίς να ξέρει τι ακριβώς είναι αυτό.

 

Το ίδιο βράδυ, αργά, μετά το βραδινό δελτίο ειδήσεων, άναψε μόνο μια απλίκα. Καθάρισε μανταρίνια και πορτοκάλια, έβαλε τις φλούδες πάνω στο σώμα του καλοριφέρ που άναβε και άλλαξε θέση στην πολυθρόνα να κοιτάζει στο τζάκι. Υστερα άναψε όλα τα κεριά μέσα στην εστία και τυλίχτηκε με μια κουβέρτα.

 

Κι έτσι, με λίγη φαντασία, αναπαρέστησε μια στιγμή ευτυχίας. 













πηγή

 

  

Απαράδεκτη μονταζιέρα από το in.gr

 


Όταν θεωρείς ότι έχεις επιχειρήματα για να γράψεις ένα άρθρο δεν έχεις ανάγκη να καταφύγεις σε μια «ομολογημένη» μονταζιέρα, σε ψεύτικη φωτογραφία. Ούτε σε άθλιο τίτλο, γνωρίζοντας, μάλιστα, ότι όλα αυτά θα κυκλοφορήσουν – πολλές φορές άκριτα – στο διαδίκτυο.

 

Η εντυπωσιοθηρία ανθεί εκεί που δεν υπάρχει επιχείρημα. Κι αν τα γραφόμενά σου είναι τόσο αίολα που για να περπατήσουν πρέπει να πλασαριστούν και αίολα, μονταρισμένα, κατασκευασμένα, σκηνοθετημένα, τότε μιλάμε για κατήφορο. Και μόνο σαν κουτοπονηριά μπορεί να εκληφθεί ότι ομολόγησες ο ίδιος το fake. Αφού, όμως, πρώτα το έχεις σερβίρει… 

 

Ο λόγος, δε, που δεν τα κάνεις αυτά, είναι απλός: Διότι τότε ακριβώς είναι που γίνεσαι «Μακελειό». Με ό,τι αυτό σημαίνει.

 

Αυτό είναι το σχόλιο του «Ημεροδρόμου» για πρακτικές τέτοιου είδους όπως αυτή που ακολουθεί:

 

Στην ιστοσελίδα in.gr δημοσιεύθηκε ένα κείμενο υπό τον τίτλο «Αποκάλυψη: Είσαι παιδεραστής Αλέξη;» (εδώ).

 

Στη φωτογραφία (δείτε και παρακάτω) εμφανίζεται ο Δημήτρης Λιγνάδης μαζί με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα. Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και το εξής για…ξεκάρφωμα :

 

«Προς διευκρίνιση: Η φωτογραφία είναι προϊόν μοντάζ. Αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αληθινή, όπως αληθινές είναι άλλες με τον πρώην ή τον νυν πρωθυπουργό και χιλιάδες πρόσωπα από όλους τους χώρους. Αυτό όμως δεν τους κάνει ταυτόχρονα παιδεραστές, σεξουαλικά αρπακτικά, κλέφτες ή λαμόγια. Αλίμονο αν σε κάθε φωτογραφία προβλέπαμε το αμαρτωλό μέλλον ή ξέραμε το αμαρτωλό παρελθόν ορισμένων ανθρώπων. Υστερόγραφο: Και τώρα που τα Ορκ του διαδικτύου θα αναλάβουν την αναπαραγωγή χωρίς τη διευκρίνιση τι θα κάνεις Αλέξη; Θα συνεχίσεις την τακτική του Μακελειού;».

 

Για το θέμα ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Νάσος Ηλιόπουλος, εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία αναφέρει ότι η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι μοντάζ, όπου έχει «αφαιρεθεί η σύντροφος του Αλέξη Τσίπρα Μπέτυ Μπαζιάνα και στη θέση της εμφανίζεται ο κ. Λιγνάδης».




Η φωτογραφία – μοντάζ του in.gr (επάνω) και (κάτω) οι φωτογραφίες που δημοσίευσε ο Ν. Ηλιόπουλος.   




πηγή


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

Η ΕΡΤ δεν-πρέπει να- ανήκει στις κυβερνήσεις…

 


γράφει ο Γιάννης Παντελάκης*

 

Η κυβέρνηση ακολούθησε την πεπατημένη που θέλει τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα προέκτασή της, ως ένα ιδιοκτησιακό της στοιχείο το οποίο κέρδισε μαζί με τις εκλογές.

 

Στην κυβέρνηση έχουν την βεβαιότητα πως ελέγχοντας τα ειδησεογραφικά προϊόντα που παράγονται από την ΕΡΤ θα ελέγξουν και την πληροφόρηση που δέχεται η κοινωνία. Με αυτή την βεβαιότητα την έβαλαν υπό την άμεση εποπτεία του πρωθυπουργικού γραφείου (όπως και το ΑΠΕ), τοποθέτησαν στην ηγεσία της ένα πρόσωπο που είχε ταυτίσει τις πολιτικές του επιλογές με τον πρωθυπουργό, άλλαξαν τους διευθυντές και προϊσταμένους με πρόσωπα που αγαπάνε πολιτικά την κυβέρνηση και παράγουν δελτία που διάκεινται φιλικά ( sic ) προς αυτήν.

 

Με διαφορετικά λόγια, η κυβέρνηση ακολούθησε την πεπατημένη που θέλει τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα προέκτασή της, ως ένα ιδιοκτησιακό της στοιχείο το οποίο κέρδισε μαζί με τις εκλογές. Το έκανε, είναι η αλήθεια, με υπέρμετρο ζήλο, με σχεδόν πρωτόγονο τρόπο, χωρίς προσχήματα και με μια ωμότητα που ενόχλησε (μάλλον προσωρινά) ακόμα και τους θαυμαστές της που «δεν ανήκουν παραδοσιακά στη δεξιά, αλλά την ψήφισαν για να φύγουν οι άλλοι» και οι οποίοι είναι οι πιο φανατικοί υποστηρικτές της κυβέρνησης. Ωστόσο, όλα αυτά δεν πρέπει να ξενίζουν, τον ίδιο ζήλο έδειξε η κυβέρνηση σε ολόκληρο το φάσμα των σχέσεών της με ιδιοκτήτες ΜΜΕ, αρκετούς δημοσιογράφους κ.ο.κ. Σχέσεις αμοιβαίας αλληλοϋποστήριξης.

 

Η φιλοδοξία της κυβέρνησης να ελέγχει τα παραγόμενα από την ΕΡΤ ειδησεογραφικά προϊόντα είναι βαθειά προβληματική. Όχι μόνο γιατί αφήνει να ξεθωριάσει και σε αυτό το επίπεδο η αξιοπιστία της (κατήγγειλε τους προηγούμενους ότι ασκούσαν έλεγχο), όχι μόνο γιατί αναπαράγει ένα ξεπερασμένο μοντέλο, αλλά και γιατί ουσιαστικά πρόκειται για μια ανόητη επιλογή. Στην εποχή της κυριαρχίας του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η επιδίωξη να ελέγχει κάποιος τις πληροφορίες είναι όχι απλά αποτυχημένη αλλά και απόλυτα μάταιη. Μπορεί στις φοιτητικές κινητοποιήσεις τα δελτία τα ΕΡΤ να φιλοξενούν ως εκπρόσωπο των φοιτητών έναν εκπρόσωπο της ΔΑΠ που θα υμνήσει ένα κυβερνητικό νομοσχέδιο, αλλά ακόμα και αυτό κάποια στιγμή θα δημοσιοποιηθεί προκαλώντας πολλαπλάσια ζημιά σε όποια ποσοστά αξιοπιστίας έχουν απομείνει.

 

Η ΕΡΤ είναι σχεδόν διαχρονικά το θύμα των κυβερνήσεων που πέρασαν από τη χώρα, με μικρές μόνο εξαιρέσεις ελάχιστων πολιτικών προϊσταμένων της αλλά και διευθυντών της που τολμούσαν να κλείνουν το τηλέφωνο σε υπουργούς που επιχειρούσαν να δώσουν εντολές. Και παρότι διαθέτει επαρκέστατο προσωπικό, τεχνικές δυνατότητες, μοναδικό αρχειακό υλικό και υποδομές να υπηρετήσει μια δημόσια ραδιοτηλεόραση με σύγχρονες αντιλήψεις και στοιχειώδη αντικειμενικότητα, δεν την αφήνουν να λειτουργήσει με τις αναγκαίες συνθήκες για κάτι τέτοιο. Τουλάχιστον στον ειδησεογραφικό τομέα. Πρόκειται για θέμα κουλτούρας που έχει διαμορφωθεί στο πολιτικό προσωπικό και δυστυχώς αυτό διαχέεται τουλάχιστον στα κόμματα που έχουν βρεθεί στην εξουσία.

 

 

Λίγες ημέρες πριν, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε μια πρόταση βάσει της οποίας η διοίκηση της ΕΡΤ θα πρέπει επιλέγεται με αυξημένη πλειοψηφία από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Η πρόταση, όπως ήταν αναμενόμενο, απορρίφθηκε από την κυβέρνηση ωστόσο το παράδειγμα είναι ενδεικτικό της προαναφερόμενης κουλτούρας και αντίληψης που δεν αφορά μόνο στην σημερινή κυβέρνηση αλλά και την χθεσινή. Ο κρατικός ραδιοτηλεοπτικός φορέας δεν μπορεί να διοικείται από ανθρώπους που αποτελούν το άθροισμα κομματικών συσχετισμών που έχουν προκύψει από τις εκάστοτε εκλογές. Δεν μπορεί η λειτουργία του να βασίζεται σε αριθμητικές κομματικές ισορροπίες, ανάλογες με εκείνες που διατηρήθηκαν στο ΕΣΡ με τα γνωστά αποτελέσματα.

 

Θα έπρεπε να αποτελεί έναν δημόσιο φορέα που θα στηρίζεται σε πρόσωπα με επάρκεια και ικανότητες, ανεξάρτητα από κομματικές ταυτότητες, με κοινή αποδοχή και εμπιστοσύνη από την κοινωνία και ελεγχόμενος από ένα συμβούλιο δεοντολογίας με όρους οι οποίοι θα βασίζονται στη διάθεση για -όσο το δυνατόν- αντικειμενική ενημέρωση και ποιοτική ψυχαγωγία.

 

Το καλοκαίρι του 2015 μετά την επαναλειτουργία της, χάθηκε για την ΕΡΤ μια μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός τέτοιου μοντέλου που θα παραπέμπει σε μια δημόσια ραδιοτηλεόραση με αναφορές στην κοινωνία, τις σταθερές της και τις αυξημένες ανάγκες της για καλή και αξιόπιστη πληροφόρηση και όχι στο κόμμα που κυβερνά. Η κυβέρνηση της εποχής προτίμησε να ακολουθήσει το μοντέλο που-με μικρές ή μεγάλες διαφοροποιήσεις-ειχαν υποστηρίξει οι κυβερνήσεις μεταπολιτευτικά. Είχε την μικρόνοη αντίληψη ότι έτσι θα ελέγξει την πληροφόρηση, η ίδια αντίληψη που διακατέχει και την σημερινή εξουσία.

 

 

Οι εκάστοτε κυβερνήσεις λειτουργούν με αυτό το στενά κομματικό και αντικειμενικά ξεπερασμένο τρόπο, όχι την εποχή Μαρούδα (στενού συνεργάτη του Α. Παπανδρέου) ο οποίος θα αντιμετώπιζε την ‘’εισβολή’’ των ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων γκρεμίζοντας τους δορυφόρους (!) αλλά σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, την εποχή της λεγόμενης «δημοσιογραφίας των πολιτών» (με όποιες στρεβλώσεις αυτή έχει), την εποχή που την πολιτική αλλά και κοινωνική ατζέντα, δεν την διαμορφώνουν πια τα ΜΜΕ (που σχεδόν αναγκάζονται να ακολουθούν) αλλά παράγοντες εξωγενείς από αυτά.

 

Στη χώρα μας, βιώνουμε εδώ και χρόνια ένα φαινόμενο που δύσκολα συναντάει κάποιος αλλού, η συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ (με ποσοστά που ξεπερνούν συχνά το 80%) θεωρούνται από τους ίδιους τους αποδέκτες τους (τηλεθεατές, ακροατές, αναγνώστες) αναξιόπιστα και εξαρτημένα. Ανεξάρτητα από τον βαθμό βασιμότητας αυτών των εκτιμήσεων, αυτό συμβαίνει. Τα ΜΜΕ δεν (μπορούν να ) παίζουν τον ενισχυμένο ρόλο του μακρινού παρελθόντος ο οποίος συνοψιζόταν στη φράση, έστω με δόσεις υπερβολής «οι εφημερίδες ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις’’. Δεν συμβαίνει αυτό, το καλοκαίρι του 2015 η συντριπτικά μεγάλη πλειονότητα των ισχυρών ΜΜΕ είχε ταχθεί με απόλυτα ξεκάθαρο και συχνά με αντιδεοντολογικό τρόπο υπέρ της επιλογής του ‘’Ναι’’ στο δημοψήφισμα. Δεν τα κατάφεραν.

 

Σε μια εποχή με τέτοια χαρακτηριστικά, αλλά και με δεδομένη και καταγεγραμμένη την πολιτική και ηθική αναξιοπιστία στο χώρο των ιδιωτικών μέσων, η ΕΡΤ έχει τις προϋποθέσεις και δυνατότητες να κάνει τη διαφορά. Την κάνει σε κάποιο βαθμό σε προϊόντα που δεν συνδέονται με την πληροφόρηση. Έχω την βεβαιότητα πως αν έπαυαν οι κυβερνήσεις να την θεωρούν ένα ιδιοκτησιακό τους στοιχείο και αν παράλληλα έπαυαν κάποιοι δημοσιογράφοι να λειτουργούν ως εκπρόσωποι κομματικών επιλογών, η ΕΡΤ θα ήταν ικανή να κερδίσει ποσοστά αξιοπιστίας, τηλεθέασης, ακρόασης που θα πλησίαζαν σε πολλούς δημόσιους φορείς της Ευρώπης. Δεν υπάρχει καμία αισιοδοξία πως αυτό θα συμβεί. Η ΕΡΤ θα συνεχίσει να αδικείται…

 

*(Ο Γιάννης Παντελάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας)

Το κίνημα QAnon και η επικοινωνιακή φαρέτρα της ΝΔ

 

Πριν λίγους μήνες, ο Ντόναλντ Τραμπ ρωτήθηκε περί του QAnon. Η απάντηση τους ήταν: “Δεν ξέρω πολλά για το κίνημα αυτό, εκτός του ότι καταλαβαίνω ότι τους αρέσω πάρα πολύ, πράγμα το οποίο εκτιμώ. Αλλά δεν γνωρίζω πολλά για το κίνημα”. Το κίνημα QAnon μόλις άρχισε να μεγαλώνει σε μέγεθος και αναγνωρισιμότητα.

 

Σύμφωνα με την Βικιπαίδεια, το κίνημα QAnon είναι μία ακροδεξιά θεωρία συνωμοσίας βάσει της οποίας μία ομάδα παιδόφιλων που λατρεύουν τον Σατανά διευθύνουν μία παγκόσμια σπείρα σωματεμπορίας παιδιών και συνωμοτούν εναντίον του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος με την σειρά του την καταπολεμά. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι ο Τραμπ σχεδιάζει μια ημέρα της κρίσης γνωστή ως «Καταιγίδα», όταν χιλιάδες μέλη της κλίκας θα συλληφθούν. Οι υποστηρικτές της QAnon κατηγόρησαν πολλούς φιλελεύθερους ηθοποιούς του Χόλιγουντ, δημοκρατικούς πολιτικούς και υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους ότι είναι μέλη της κλίκας.

 

 




γράφει ο Γιάννης Μπάκος


Σήμερα η κυβέρνηση αναζητά διέξοδο από την κρίση που δημιουργεί η υπόθεση Λιγνάδη. Εδώ και εβδομάδες τα συστημικά και χειραγωγούμενα ΜΜΕ παρακολουθούν με αμηχανία τις εξελίξεις έχοντας περάσει από πολλές διαβαθμίσεις συγκάλυψης.

 

Η παράταξη της οποίας τα εξέχοντα μέλη δεν ξεχνούν στα tweets τους να συμπεριλαμβάνουν το #ΣΚΑΙ δείχνει να βρίσκεται σε βαθιά εσωστρέφεια μαζί με ένα πολιτικό vertigo. Γιατί όμως;

 

Οι παλινωδίες στην διαχείριση της πανδημίας, η υπόθεση της Ικαρίας, η αποτυχία στην διαχείριση της “Μήδειας” που οδήγησε ακόμα και σε νεκρούς, τα εκχιονιστικά στο Κολωνάκι, ο ατάραχος εσπρέσο στο ΝταΚάπο και η υπόθεση Δημήτρη Λιγνάδη που πλέον και σύμφωνα με ρεπορτάζ του Mega παίρνει διαστάσεις κυκλώματος, εμπλέκοντας ακόμα και ασυνόδευτα ανήλικα και ΜΚΟ δεν είναι πλέον “καυτή πατάτα”.

 

Η κοινωνία παρακολουθεί την υπόθεση με κομμένη ανάσα.

Πρόσωπα οικεία σε όλους μας βρίσκονται από την μία θύτες κι από την άλλη θύματα. Τα πρόσωπα αυτά μέσω των τηλεοπτικών μας δεκτών έμπαιναν σπίτια μας για χρόνια. Η τηλεοπτική διάσταση του θέματος πέραν του θεάτρου που έχει ήδη βασανιστεί μοιάζει ως πολύ επικίνδυνη για τα επικοινωνιακά στελέχη του Μαξίμου.

 

Η Υπουργός που δεν παραιτείται, η κυβέρνηση που αντιδρά δύο εβδομάδες μετά την πρώτη επώνυμη καταγγελία στον εισαγγελέα και μια κοινωνία που αναρωτιέται διαρκώς “ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;” ψάχνοντας τρόπο να ενώσει τελείες και να φτάσει σε συμπεράσματα. Εκρηκτικό μείγμα.

 

Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνη επικοινωνιακά στρατηγική για την κυβέρνηση από την αργή αντίδραση καθώς δίνει “χώρο και χρόνο για έρευνα” και συμπεράσματα από την ανάγκη όλων μας να απαντήσουμε σε κάτι που μας κάνει να αισθανόμαστε ντροπή και μένος.

 

Παρακολουθήσαμε χτες τον κ. Τζωρτζάκη να βάζει στην κουβέντα την υπόθεση του συμβούλου του πρωθυπουργού Ν. Γεωργιάδη και τους δημοσιογράφους του ΣΚΑΙ να παλεύουν να σώσουν ότι δεν σώζεται.       



Είδαμε από την άλλη την προσπάθεια μιας “υπέροχης” σχετικοποίησης, με τον Άρη Βελουχιώτη να μπαίνει στο κάδρο ως “παιδεραστής”, με στόχο την ευαισθητοποίηση ενός μέρους ψηφοφόρων που ήρθαν στη ΝΔ από την Χρυσή Αυγή, κλείνοντας το μάτι και στους υποστηρικτές του Βελόπουλου. Ο κ. Λαζαρίδης είναι βουλευτής Καβάλας της ΝΔ.



 

Μέχρι που σήμερα όταν ξυπνήσαμε βρήκα στο twitter νο.1 Trend το #ΣΥΡΙΖΑ_βούρκος.

Ίσως ακολουθήσουν η εμπλοκή του Στάλιν και η αναδημοσίευση του εμπνευσμένου άρθρου “Λιγνάδης, ο Τσε Γκεβάρα του έρωτα”.  

        



Ο Λιγνάδης ως… «Τσε Γκεβάρα του έρωτα»


Επόμενο βήμα

Αναζητώντας τον επόμενο αντιπερισπασμό έχουμε σκεφτεί από “θερμό επεισόδιο” με την Τουρκία μέχρι αποδοχή αιτημάτων Κουφοντίνα και ανακοίνωση ανοίγματος αγοράς και εστίασης. Τίποτα δεν πείθει.

 

Στο Μέγαρο Μαξίμου καλό είναι να παραδειγματιστούν από τον Ντόναλντ Τραμπ. Μια δική τους υπόθεση QAnon με τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως πολεμιστή ενός δικτύου παιδεραστών που μόνο σκοπό έχει την εξόντωση του ίσως έχει απήχηση σε μέρος του ακροατηρίου της δεξιάς πολυκατοικίας και σίγουρα θα την λατρέψουν τα ΜΜΕ.

 

Αυτό όμως προϋποθέτει μια σειρά παραδοχών με τεράστιο πολιτικό κόστος.

 

Εμείς απλά περιμένουμε.     




πηγή      


Κάτω από τη σάπια κορυφή

 


γράφει ο ΑντώνηςΑνδρουλιδάκης   

 

Το ζήτημα της ασφάλειας για ένα παιδί είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι που κακοποιήθηκαν στην παιδική τους ηλικία δεν μπορούν, σχεδόν ποτέ, να νιώσουν ασφάλεια. Νιώθουν ανά πάσα στιγμή πως κάτι φρικτό μπορεί ξανά να συμβεί στη ζωή τους. Νιώθουν ευάλωτοι και εύθραυστοι, η ισορροπία τους διαταράσσεται πολύ εύκολα, η διάθεση τους είναι έντονη και ασταθής και οι ίδιοι γίνονται συχνά παρορμητικοί και αυτοκαταστροφικοί. Κι’ όσο κι αν η παραβίαση της ασφάλειας μπορεί να συμβεί σε μια στιγμή, χρειάζεται συνήθως μια ζωή ολόκληρη για να επουλωθεί.

 

Αυτήν ακριβώς την ανάγκη της ασφάλειας φαίνεται σήμερα, με τον πιο τραγικό τρόπο, ότι η ελληνική κοινωνία, παρά την θρυλούμενη υπερ-προστατευτικότητα της, παρά την “αγία οικογένεια της”, δεν κατόρθωσε να προσφέρει στα παιδιά της. Δεν κατάφερε να προστατεύσει τα παιδιά της ούτε από την απεχθέστερη μορφή κακοποίησης. Αυτήν της σεξουαλικής κακοποίησης. Ούτε, δηλαδή, την βασική σωματική ασφάλεια δεν μπόρεσε να προσφέρει.

 

Μην έχετε, μάλιστα, καμιά αμφιβολία ότι κάτω από την καλλιτεχνική-θεατρική κορυφή του παγόβουνου-που τώρα γίνεται ορατή- κρύβεται ο τεράστιος όγκος της κακοποίησης και της παραβίασης της ανάγκης για βασική ασφάλεια εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών μας.

 

Πρόκειται για μια “κουλτούρα κακοποίησης”, που μπορεί να μην έχει πάντα την οδυνηρή μορφή της σεξουαλικής κακοποίησης, αλλά εντούτοις διαχέεται και αναπαράγεται ως καθημερινή πρακτική στο κοινωνικό σώμα. Από την κακοποίηση του παιδιού, μέχρι την κακοποίηση του πολίτη, μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας βυθίζεται εδώ και δεκαετίες σε ένα τέλμα ανοχής -αν όχι και επιβράβευσης-της εξουσιαστικής βίας. Η ελληνική κοινωνία -ευτυχώς όχι στο σύνολο της- έμαθε να κάνει συχνά ακόμη και χαβαλέ στην κακοποίηση του Άλλου. Να θυμίσω την σαδιστική εκδοχή “δεν έπρεπε να κάνουν παιδιά, όπως στρώνουν κοιμούνται” που έλεγαν οι “επιτυχημένοι” γονείς της μνημονιακής δουλοπρέπειας για το παιδί της Ρούπα ή την απανθρωπιά στην απεργία πείνας του Ρωμανού;

 

Πρόκειται για μια “κοινωνική μόλυνση”, που μπορεί να διαρρηγνύει τα ιμάτια της στο αδιανόητο της σεξουαλικής κακοποίησης, διαχέει όμως σταθερά το “περίπου” αποδεκτό της όποια άλλης κακοποίησης και το πάει από γενιά σε γενιά, από κοινωνική τάξη σε κοινωνική τάξη, από εξουσιαστική σχέση σε εξουσιαστική σχέση.

 

Αρκεί να σκεφτεί κανείς, εντελώς ενδεικτικά, ότι κάθε χρόνο μερικές χιλιάδες γυναίκες-μητέρες και αντίστοιχα μερικές χιλιάδες άνδρες-πατέρες στέλνουν τα κορίτσια τους στην “κρεαταγορά” του next-top-model, ορίζοντας έτσι τα κορμιά των ίδιων των παιδιών τους ως εργαλεία-αντικείμενα χρήσης στην Κοινωνία του Θεάματος. Ή μήπως δεν είναι κακοποίηση αυτό, επειδή επενδύεται με την νομιμοποίηση του θεάματος; Ή μήπως δεν είναι δείγμα ανοχής στην κακοποίηση οι εκατομμύρια θεατές-παρατηρητές της τηλεοπτικής αυτής κακοποίησης; Ή μήπως δεν είναι δείγμα κακοποίησης ανθρώπινων υπάρξεων τα διάφορα τηλεοπτικά «παρατράγουδα»;

 

Πρόκειται, επίσης, για μια “εκπαίδευση στη σιωπή της υποταγής”, στην “συνωμοσία του τραύματος”, που πρέπει να θαφτεί, να αποσιωπηθεί, να μπει κάτω από το χαλί, να μην υπάρξει καν ως τραύμα, αλλά να εξωραϊστεί ως “ξύπνια” συμπεριφορά, έως να στοιχειώσει τις οικογένειες στην εσωστρεφή και ανέκφραστη ντροπή του “μυστικού”.

 

Μέχρις ότου η υποταγή να γίνει κυρίαρχη κοινωνική πρακτική, μέχρις ότου η σιωπή και η συμμόρφωση να γίνουν διαβατήριο κοινωνικής ανέλιξης και επιτυχίας. Ο κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικός βίος της χώρας είναι διάχυτος από τέτοια «παραδείγματα», που δυστυχώς δεν τα ορίσαμε ως παραδείγματα αποφυγής, αλλά πολύ φοβάμαι ως κυρίαρχα πρότυπα.

 

Αλλά το ξέρουμε καλά, όπως το λέει ο Serge Tisseron, πως ό,τι μείνει ανείπωτο στην πρώτη γενιά, θα γίνει ανομολόγητο στην δεύτερη και αδιανόητο στην τρίτη. Θέλω να πω, το σημερινό κοινωνικά αδιανόητο είναι το ανομολόγητο των γονιών μας και το ανείπωτο των παππούδων μας. Γι’ αυτό και «τώρα» και όχι «τότε»! Γιατί το χθεσινό ανομολόγητο, γίνεται το σημερινό αδιανόητο.

 

Όλο αυτό θα είναι για πάντα ένα φάντασμα που θα στοιχειώνει την κοινωνική μας μηχανή, όσο δεν εμβολιαζόμαστε με το εμβόλιο της καθολικής υπεράσπισης όχι μόνο του παιδιού, αλλά και του ανθρώπινου προσώπου.

 

Χρειάζεται, με άλλα λόγια, όχι μόνο να σπάσουμε την κορυφή του πυώδους παγόβουνου, αλλά και να τολμήσουμε να δούμε κάτω από την επιφάνεια του βάλτου τη διάχυτη κοινωνική μόλυνση, που, εκτός των άλλων, κάνει και την σάπια “κορυφή” να μπορεί να υπάρχει. Χρειάζεται να ξαναδούμε σαν κοινωνία την προκλητική ανοχή μας απέναντι στην εξουσιαστική κακοποιητική βία οποιασδήποτε μορφής και οπουδήποτε και αν αυτή συντελείται.

 

Και προσοχή: οι σκέψεις αυτές δεν κουκουλώνουν, ούτε ξεπλένουν την κορυφή, αλλά επιδιώκουν να αναδείξουν (και) τον κύριο όγκο κάτω από το νερό που χρόνια τώρα -και πολιτικά- την αναδεικνύει και την στηρίζει.

 

Το ζήτημα της ασφάλειας για τα παιδιά μας είναι πια ζήτημα ζωής ή θανάτου και για την ίδια την κοινωνία μας.     

«Πότε θα κάνει ξαστεριά»…

 


Στις αρχές του 1973, τα ελληνικά Πανεπιστήμια μοιάζουν με καζάνι που βράζει, έτοιμο να εκραγεί. Στις 26 Γενάρη, η χούντα δίνει στη δημοσιότητα τον Καταστατικό Χάρτη για την Ανώτατη Παιδεία, με τον οποίο, εκτός των άλλων, επιχειρεί την κατάργηση του φοιτητικού συνδικαλισμού. Ακολουθεί θύελλα διαμαρτυριών. Εν τω μεταξύ, συνεχίζεται η αποχή σε πολλές σχολές του ΕΜΠ, ενώ σε αποχή κατεβαίνουν και οι σπουδαστές των Σχολών Υπομηχανικών, αλλά και οι σπουδαστές της Σιβιτανιδείου. Σε αποχή κατεβαίνουν και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου της Πάτρας. Οξυμένη είναι η κατάσταση και στη Θεσσαλονίκη.

 

Η χούντα απαντά με συλλήψεις και βία, ενώ στις 4 Φλεβάρη εκδίδεται το νομοθετικό διάταγμα 1347/73, που επιτρέπει την άρση της αναβολής στράτευσης για τους φοιτητές που απέχουν από τα μαθήματα ή προτρέπουν συναδέλφους τους σε αποχή. Ηταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά. Στις 14 Φλεβάρη, η αστυνομία παραβιάζει το άσυλο, εισβάλλει στο Πολυτεχνείο και διαλύει με ιδιαίτερη βιαιότητα φοιτητική συγκέντρωση. Μέχρι τις 20 Φλεβάρη έχουν επιστρατευθεί ήδη 97 φοιτητές, στελέχη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος.

 

Στις 21 Φλεβάρη πραγματοποιούνται στο κτίριο της Νομικής φοιτητικές συνελεύσεις, με κύριο αίτημα την κατάργηση του μέτρου της στράτευσης. Μέχρι το μεσημέρι έχουν συγκεντρωθεί στη Νομική γύρω στους 4.000 φοιτητές, που απλώνονται σε όλο το κτίριο και δίνουν τον περίφημο «όρκο»: «Εμείς οι φοιτητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμεθα εις το όνομα της Ελευθερίας να αγωνισθώμεν μέχρι τέλους διά την κατοχύρωσιν: Των ακαδημαϊκών ελευθεριών, του πανεπιστημιακού ασύλου, της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων. Ορκιζόμεθα συμπαράστασιν εις όλον τον φοιτητικόν κόσμον της Ελλάδος, ο οποίος βασανίζεται. Η βία και η τρομοκρατία δε θα περάσουν. Ζήτω ο φοιτητικός κόσμος της Ελλάδος».

 

Οι συγκεντρωμένοι φοιτητές φωνάζουν από την ταράτσα της Νομικής συνθήματα, χορεύουν και τραγουδούν το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», ρίχνουν στα πεζοδρόμια αυτοσχέδια τρικ και χειρόγραφες προκηρύξεις. Τα συνθήματα που κυριαρχούν είναι: «Λευτεριά στα αδέλφια μας», «Δημοκρατία», «Δεν περνά ο φασισμός», «Κάτω η χούντα», «Ελλάς Ελλήνων Φυλακισμένων».  




Από τις 7 το απόγευμα συγκεντρώνονται γύρω από τη Νομική εκατοντάδες άτομα, εκφράζοντας τη συμπαράστασή τους στους φοιτητές. Η αστυνομία διαλύει βίαια τους συγκεντρωμένους. Ομως, ο κόσμος ξανασυγκεντρώνεται σε λίγο στην οδό Ακαδημίας. Η κατάληψη της Νομικής έληξε αναίμακτα το απόγευμα της άλλης μέρας. Οι φοιτητές αποχωρούν συντεταγμένα, έχοντας σημειώσει μια ουσιαστική νίκη.

 

Η κατάληψη της Νομικής δεν είναι μόνο η πιο μαζική και θεαματική αντιδικτατορική εκδήλωση στα χρονικά του φοιτητικού κινήματος. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της είναι αφ’ ενός η πολιτικοποίησή της και αφ’ ετέρου η ανοιχτή συμπαράσταση του αθηναϊκού λαού. Ο αγώνας των φοιτητών μαζικοποιείται και απηχεί όλο και πιο έντονα τις αντιδικτατορικές διαθέσεις της πλειοψηφίας των Ελλήνων.

 

Μετά τη Νομική, τίποτα πια δε θα είναι το ίδιο, καθώς από την ίδια τους την πείρα οι φοιτητές έχουν πειστεί ότι ο αγώνας για ακαδημαϊκές ελευθερίες είναι αξεχώριστος από τον αγώνα για το γκρέμισμα της χούντας, για την ελευθερία. Η αντίστροφη μέτρηση για την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973 άρχισε… 






πηγή

   






Δριμύ κατηγορώ κατά της κυβέρνησης από το ΣΕΗ


"Η αλήθεια είναι ότι καταστάσεις (…) δημιουργούν την προδιάθεση να παρασυρθούμε από την ψυχολογία του όχλου, να συμφωνήσουμε με σχόλια μίσους των social media, τις αυτόκλητες “εισαγγελικές” αγορεύσεις, απαξιώνοντας τις αρχές του νομικού και ηθικού μας συστήματος”. Αυτά έγραφε η κυρία Λ. Μενδώνη, υπερασπιζόμενη τον Δ. Λιγνάδη. Όχλος και μισεροί, τα θύματα του Λιγνάδη και όσοι στάθηκαν δίπλα τους. Για «το μίσος» των social media έγραφε και η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Η Καθημερινή», ζητώντας μάλιστα «μέτρα» περιορισμού των «νέων μέσων επικοινωνίας».
 

 

Κι όταν ο Λιγνάδης έγινε «ένας επικίνδυνος άνθρωπος», που «εξαπάτησε»(!) την Μενδώνη και τον Μητσοτάκη, ο «όχλος» παρέμεινε «όχλος», και στο διαδίκτυο έριξαν τους πελταστές της μαύρης προπαγάνδας, τα περίφημα μποτ(το πρόγραμμα ρομποτ στέλνει αυτοματοποιημένα μηνύματα στο διαδίκτυο με μαζικό τρόπο), που σαν τα ρόμποκοπ του Χρυσοχοΐδη χτυπούν στο σωρό αδιακρίτως και με αισχρό τρόπο τους καταγγέλοντες. Έτσι, στη ζυγαριά, ως αντίβαρο στον Λιγνάδη θα μπει ακόμη και ο Άρης Βελουχιώτης! Η «φωνή» των θυμάτων, αλλά και του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, θα χαθεί στον ορυμαγδό των κυμβάλων. Οι θύτες θα κρυφτούν μέσα στον κουρνιαχτό και οι κραυγές των θυμάτων θα χαθούν μέσα στους ήχους των τενεκέδων. Η κάθαρση θα περιμένει την επόμενη φορά.

 

Γι’ αυτό με ανακοίνωση που αναρτήθηκε στο Facebook, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών καταγγέλλει την κυβέρνηση, και προσωπικά τον πρωθυπουργό και την υπουργό Πολιτισμού, για επικοινωνιακά παιχνίδια μετά από τρεις εβδομάδες εκκωφαντικής σιωπής, τρεις εβδομάδες που οι Κυριάκος Μητσοτάκης και Λίνα Μενδώνη «κρύβονταν και έκαναν υπογείως τα πάντα για να αποπροσανατολίσουν, ελπίζοντας πως η κορωνίδα αυτών των υποθέσεων, η υπόθεση της παιδεραστίας και του πιθανού κυκλώματος πίσω από αυτήν, απλά θα παραγραφεί, όπως άλλωστε και η ανάλογη υπόθεση του συμβούλου του Πρωθυπουργού Νίκου Γεωργιάδη».

 

 Γράφει μεταξύ άλλων η ανακοίνωση:

 

«Μετά από 3 εβδομάδες εκκωφαντικής κυβερνητικής σιωπής, μόλις χθες, γίναμε μάρτυρες μιας επικοινωνιακής ομοβροντίας: ηθοποιός και σκηνοθέτης με άμεση πρόσβαση στον Πρωθυπουργό παρουσιάστηκε στην τηλεοπτική εκπομπή από όπου ξεκίνησε το κύμα των ΕΠΩΝΥΜΩΝ καταγγελιών στο χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου, ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε την Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να δηλώσει την συμπαράστασή του στα θύματα και, τέλος, ως αποκορύφωμα, η Υπουργός Πολιτισμού παρέθεσε (στην εποχή του πολυδιαφημισμένου διαδικτυακού πολιτισμού) συνέντευξη τύπου με πρωτοφανώς κάκιστα τεχνικά μέσα και χρήση υποβολέα (που ακούστηκε καθαρότατα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης).

 

«Είδαμε, λοιπόν, χθες την Υπουργό να λέει πως δεν γνώριζε τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή. Ούτε εκείνη, ούτε ο Πρωθυπουργός. Τότε ΓΙΑΤΙ τον διόρισαν; Γιατί αυτόν έναντι οποιουδήποτε άλλου; Ποιος εισηγήθηκε τον απευθείας διορισμό του; Γιατί τον διόρισε, επίσης, με απόφασή της μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης του "Όλη η Ελλάδα, Ένας πολιτισμός 2020"; Γιατί τον διόρισε, επίσης με απόφασή της, μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης των επιχορηγήσεων για το Ελεύθερο Θέατρο (πλην ΑΜΚΕ); Γιατί τον κάλεσε το 2014 να κάνει αμισθί το σπικάζ του βίντεο για το ΕΣΠΑ παραγωγής του ΥΠΠΟ, όταν ήταν Γενική Γραμματέας του; Γιατί, την ίδια στιγμή, στη φετινή σύνθεση της επιτροπής "ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ, ΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ" συμμετέχει - χωρίς ψήφο - η σύμβουλος της Υπουργού; Ποια ήταν άραγε η εισήγηση της ίδιας συμβούλου κατά τον διορισμό του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή;

 

Και μέσα σε όλα, χτες, η Υπουργός Πολιτισμού της Νέας Δημοκρατίας, η επί πολλά έτη Γενική Γραμματέας του Υπουργείου, αρσακειάδα η ίδια (με την ευκαιρία, άραγε, ούτε εκείνη ούτε ο κύριος Μπαμπινιώτης γνωρίζουν για τις καταγγελίες στο Αρσάκειο παρά την στενή τους σχέση με το σχολείο αυτό;), αριστούχος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μας αποκάλυψε ότι πέραν της - κατά δήλωσή της - άγνοιάς της για τον σύγχρονο πολιτισμό, της άγνοιάς της για την έννοια της πολιτικής, κυβερνητικής και, τελικά, της προσωπικής ευθύνης, αγνοεί βασικές διακρίσεις νοημάτων της Ελληνικής γλώσσας: δεν δύναται να διακρίνει τον ηθοποιό από τον απατεώνα, τον καλλιτέχνη από τον εγκληματία…» 






πηγή

 


H εξαπατημένη Υπουργός

 


γράφει η Αργυρώ Μποζώνη

 

ΔΕΝ ΗΞΕΡΕΣ, ΔΕΝ ΡΩΤΑΓΕΣ; λέει ο απλός λαός που κάτι ξέρει περισσότερο.

Και αν ο απλός λαός δεν δικαιολογεί την άγνοια ως δικαιολογία σε έναν κακομοίρη για παράδειγμα,  πώς να δικαιολογήσει έναν Υπουργό;   


Τη Λίνα Μενδώνη εννοώ που η άγνοια, η περιφρονητική άγνοια που επιδείκνυε μέχρι πρόσφατα στις καταγγελίες, η άρνηση να δεχθεί ότι κάτι συγκλονίζει το χώρο του θεάτρου, η άρνηση να μελετήσει τις σοβαρές καταγγελίες, η άρνηση να διαβάσει τις φήμες και να τις εκτιμήσει όχι μόνο ως πολιτικό πρόσωπο αλλά και ως πολίτης, την παραδίδουν στην κρίση όχι μόνο του καλλιτεχνικού κόσμου, που ζητά επίμονα την παραίτησή της, αλλά και όλων των πολιτών.    


Πόσο μακριά από αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία μπορεί να είναι ένας πολιτικός; Ή πόσο μακριά τον συμβουλεύουν να μείνει; Γιατί η Λίνα Μενδώνη αυτή την οδό είχε επιλέξει.   


Στις 3 Φεβρουαρίου, η Υπουργός εμφανίζεται στον ΣΚΑΪ και εκτυλίσσεται ένας διάλογος με τον δημοσιογράφο Χρήστο Κούτρα στον οποίο λέει «Δεν ξέρω τι εννοείτε, "για όλα αυτά βοά ο κόσμος του θέατρου"», ….«επίσημη καταγγελία, επώνυμη καταγγελία, ούτε καν non paper που να αναφέρεται συγκεκριμένο όνομα, δεν έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού»,  ― κάτι που δεν έχει βάση γιατί στο Υπουργείο δε μπορείς να κάνεις τέτοια καταγγελία―  και ότι «το σενάριο το οποίο στήθηκε χθες, περί παραίτησης του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου δεν ευσταθεί».   


Πρόκειται για ένα σκάνδαλο πρώτου μεγέθους για το οποίο οποιοσδήποτε Υπουργός σε οποιαδήποτε πολιτισμένη χώρα θα είχε ήδη παραιτηθεί και όχι επειδή το ζητά σύσσωμος ο καλλιτεχνικός κόσμος― πράγμα (και αυτό) πρωτοφανές στα ελληνικά χρονικά για Υπουργό Πολιτισμού. 

 

Η υπουργός δεν παρακολουθεί τα σόσιαλ μίντια, όπως όλοι οι πολιτικοί στον πλανήτη. Ούτε οι σύμβουλοί της, ούτε το γραφείο τύπου- αυτό συμπεραίνουμε. Περιμένει κάποιον να φτάσει στο Υπουργείο με μια καταγγελία που θα καταθέσει στη διεύθυνση χορού και θεάτρου και θα πάρει πρωτόκολλο. Αυτό να υποθέσουμε;    


Εν τω μεταξύ, τις επόμενες ημέρες, μετά από μια καταγγελία να βλέπει το φως της δημοσιότητας, ο Δημήτρης Λιγνάδης παραιτείται «για το συμφέρον όλων μας και το κοινό καλό» όπως λέει στους Αχαρνής ο Αριστοφάνης αλλά και εκείνος στην ανακοίνωσή του, πιθανώς γιατί πιστεύει ότι η παραίτησή του θα καταλαγιάσει τη φασαρία, η οποία ωστόσο ακόμη δεν έχει φτάσει στα παράθυρα της οδού Μπουμπουλίνας. Όμως οι καταγγελίες πληθαίνουν και κατατίθεται και δεύτερη μήνυση, με όνομα και επώνυμο αυτή τη φορά που η Υπουργός δε μπορεί πλέον να αγνοήσει.     


Αυτά όλα τα περί φημών και άγνοιας που έχει επικαλεστεί η Υπουργός τον προηγούμενο καιρό ανατρέπονται στη συνέντευξη τύπου που δίνει την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου. Εξαιρετικά πιεσμένη, και χωρίς τη συνηθισμένη της ψυχραιμία, αν δεί κάποιος ξανά και ξανά το βίντεο. Μετά από μια σχοινοτενή και εφ΄όλης της ύλης τοποθέτηση για τη βία, την παρενόχληση, τον Γουάινστιν, τη Βενεζουέλα, την υπόθεση Μιωνή-Παππά, τη Σοφία Μπεκατώρου που τις αποκαλύψεις (τις οποίες έκανε σε ημερίδα του Υπουργείου όπως υπερηφανέυτηκε η Υπουργός ― αλήθεια γιατί αμέσως μετά την ημερίδα δεν διέταξε έρευνα το Υπουργείο;) και το #metoo, φτάνει στο «ζουμί» που περιμέναμε όλοι οι δημοσιογράφοι και «αδειάζει» τον Δημήτρη Λιγνάδη, για την επιλογή του οποίου ήταν σαφώς υπερήφανη όταν την έκανε -γιατί ο Λιγνάδης εκπροσωπούσε αυτά που θέλει και πιστεύει η Λίνα Μενδώνη, για τη γλώσσα, τη φιλολογία, τη ρητορεία, το αρχαίο κλέος, τα Αρσάκεια, την αριστεία, τα φιλήματα στον Παρθενώνα ― λέγοντας ότι φίλος της δεν υπήρξε ποτέ, ότι καλά-καλά δεν τον ήξερε.     


«Δικός μου προσωπικός φίλος ο Δημήτρης Λιγνάδης δεν υπήρξε ποτέ. Είχα μία συνομιλία μαζί του τηλεφωνική το 2014, και τον ξανάδα, όπως οι περισσότεροι άλλωστε που πηγαίνουμε στο θέατρο, όταν τον συνεχάρην για την παράσταση του Πέερ Γκυντ στο Εθνικό Θέατρο, νομίζω ήταν το 2018, και τίποτα περισσότερο».     


Και με αυτές τις δυο φορές τον κάνετε διευθυντή κυρία Υπουργέ; Δηλαδή πριν γίνει Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, δεν βγήκατε να ρωτήσετε, φυσικά όχι στο δρόμο, αλλά τον Γεωργουσόπουλο, τον Μπαμπινιώτη, ανθρώπους της τέχνης, όχι τους περαστικούς, αυτούς που εσείς εκτιμάτε. Ερευνήσατε αν υπάρχουν παλιότερες καταγγελίες, αν υπάρχει ποινικό μητρώο -έστω και για μια κλήση βρε αδερφέ- όπως ερευνώνται όσοι μπαίνουν στην πολιτική; Μάλλον όχι. Και βέβαια δεν είναι αφελής μια κατά τα άλλα έξυπνη υπουργός να πιστεύει ότι όλο -σχεδόν σύσσωμο- το ελληνικό θέατρο ζητά την παραίτησή του για πολιτικούς λόγους.    


Είναι άτυχη, ας το πούμε και έτσι η ικανή κατά τα άλλα Υπουργός που στα χέρια της έσκασε αυτή η υπόθεση. Και τυχεροί οι προκάτοχοί της που δεν δοκιμάστηκαν με μια τέτοια ιστορία που όμοιά της δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας στο πεδίο της αρμοδιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού. Έκανε λάθος επιλογή αλλά δε το παραδέχεται και υποστηρίζει πως «Το γεγονός ότι ο Δημήτρης Λιγνάδης είχε μία διθυραμβική αποδοχή από όλα τα Μέσα, συμβατικά και ψηφιακά, όταν τοποθετήθηκε στο Εθνικό Θέατρο, είναι κατά κάποιον τρόπο η απόδειξη ότι η επιλογή του ήταν ορθή». Φταίνε τα Μέσα λοιπόν που τον αποδέχτηκαν και τα θεωρεί γνώμονα της ορθής της επιλογής!   


Επόμενοι φταίχτες είναι ίσως και οι πρώην υπουργοί και βουλευτές που δεν «αποκάλυψαν» πριν τον Δημήτρη Λιγνάδη―  η Κονιόρδου, ο Σκουρολιάκος, όσοι ήταν στο Εθνικό, στο ελεύθερο θέατρο και πάει λέγοντας.   


ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ σε ένα άλλο κομμάτι της συνέντευξης τύπου η Λίνα Μενδώνη λέει: «Από τη στιγμή που ξεκινούν οι φήμες, επαναλαμβάνω, οι φήμες για τον Λιγνάδη, τον πιέσαμε πολύ να μας πει αν είχε ο ίδιος κάποια σχέση με αυτές και αν ο ίδιος ήταν πίσω από αυτές τις φήμες. Εδώ αισθάνομαι ότι ο Λιγνάδης, πέραν όλων των άλλων, μας εξαπάτησε και με εξαπάτησε. Με βαθιά υποκριτική τέχνη προσπαθούσε να μας πείσει ότι δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Υποκριτική τέχνη, ηθοποιός. Υπήρχε μια σταθερή άρνηση προς όλους μας όσοι τον ρωτήσαμε ότι δεν έχει σχέση, ότι οι φήμες δεν αφορούν αυτά. Και ενώ οι φήμες πολλαπλασιάζονταν για την ανάρμοστη, όπως φαίνεται στη συνέχεια, δράση του, αυτός εξακολουθούσε να επιμένει. Αυτό ας το δούμε ως μια προσωπική μαρτυρία». Ομολογεί λοιπόν η Υπουργός ότι ήξερε τελικά για τις φήμες που κυκλοφορούν, ότι είναι μια εξαπατημένη υπουργός. Εξαπατήθηκε και δεν ήξερε. Η πραγματικότητα όμως είναι λίγο πιο σκληρή. Είτε εξαπατήθηκε είτε όχι, έχει ευθύνη. Την ίδια που θα είχε αν ως Υπουργός Ναυτιλίας δεν ήξερε ότι ένα πλοίο που έχει μολύνει όλο το Αιγαίο κυκλοφορεί ελεύθερα μέσα στον στόλο του εμπορικού Ναυτικού.


Συγγνώμη δε ζήτησε η Υπουργός, χθες, ούτε καν επειδή υπήρξε τόσο αφελής, γιατί ένας τόσο αφελής δεν γίνεται Υπουργός και δε μπλέκει και με την πολιτική. Ούτε προτίθεται να ζητήσει. Ούτε σε αυτούς που φωνάζουν και της επισημαίνουν ότι «κάτι τρέχει με τον Λιγνάδη» εδώ και ένα μήνα. Αν για παράδειγμα ένας διευθυντής μουσείου είχε εξαπατηθεί και δάνειζε μια αρχαιότητα, θα τον συγχωρούσε η υπουργός; Ή θα ζητούσε την παραίτησή του; Πάντως η ίδια αποκλείει να παραιτηθεί και μάλιστα -κάπως αφελώς- υποστηρίζει ότι δεν έχει πολιτική ευθύνη, πετώντας το μπαλάκι της «πολιτικής»ευθύνης σε άλλους, ας πούμε στους καλλιτέχνες που φωνάζουν στα σόσιαλ μίντια (που δεν διαβάζει) ή σε όποιον άλλο «ήξερε».     


«Πολιτική ευθύνη γιατί; Για την επιλογή κάποιου για τον οποίο δεν υπήρξε καμία αντίρρηση την εποχή που επελέγη; Πολιτική ευθύνη για τί; Γιατί δεν ξέραμε και δεν μας είπε κανείς αυτά που λένε ότι ξέρανε; Τότε η πολιτική ευθύνη είναι σε αυτούς που λένε ότι ξέρανε και δεν λέγανε, όχι σε μας», λέει με έμφαση στη συνέντευξη τύπου.   


Η Λίνα Μενδώνη είναι αυτή που διόρισε έναν επικίνδυνο άνθρωπο, που δεν έγινε επικίνδυνος τον Φεβρουάριο του 2021. Διόρισε έναν επικίνδυνο άνθρωπο, ο οποίος συνελήφθη για βιασμούς κατά συρροήν. Πρόκειται για ένα σκάνδαλο πρώτου μεγέθους για το οποίο οποιοσδήποτε Υπουργός σε οποιαδήποτε πολιτισμένη χώρα θα είχε ήδη παραιτηθεί και όχι επειδή το ζητά σύσσωμος ο καλλιτεχνικός κόσμος―  πράγμα (και αυτό) πρωτοφανές στα ελληνικά χρονικά για Υπουργό Πολιτισμού. Η Λίνα Μενδώνη είναι μια Υπουργός που δε θέλει να εγκαταλείψει για κανένα λόγο τον υπουργικό θώκο. Αυτό είναι σαφές. Ως πολιτικός και μητέρα -όπως επικαλέστηκε στη συνέντευξη τύπου- που σέβεται τον εαυτό της θα πρέπει να παραιτηθεί για λόγους ευθιξίας. Είναι η μόνη αρμόδια, υπεύθυνη, ο άνθρωπος που ενορχήστρωσε την επιλογή Λιγνάδη. Και σήμερα είναι μόνη απέναντι σε αυτή την επιλογή.   


Ή την έχουν αφήσει μόνη.

 

 

 

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

Συνελήφθη ο Δημήτρης Λιγνάδης

 


Συνελήφθη ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, Δημήτρης Λιγνάδης, έπειτα από ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, για την κατηγορία του βιασμού κατά συρροή.

 

Το αποδεικτικό υλικό που συγκέντρωσαν οι εισαγγελείς πρωτοδικών Κώστας Σπυρόπουλος και Νίκος Στεφανάτος τους οδήγησε στην άσκηση της ποινικής δίωξης για το κακούργημα του βιασμού.

 

Η δικογραφία διαβιβάστηκε αμέσως στην ανακρίτρια η οποία συμφώνησε για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης.

 

Υπενθυμίζεται ότι το πρωί του Σαββάτου, ο Δ. Λιγνάδης εμφανίστηκε αυτοβούλως στη ΓΑΔΑ.

 

 

 

πηγή 

Η «Καθημερινή» ζητά... περιορισμό των νέων μέσων επικοινωνίας...!

 


γράφει ο Γιώργος X. Παπασωτηρίου

  

 Έλεγξαν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης με τις «λίστες Πέτσα», νομοθέτησαν τον τρομονόμο στην τέχνη, τώρα θέλουν να φιμώσουν και το διαδίκτυο.

 

Το σύνθημα δίνει η εφημερίδα «Καθημερινή», η οποία στο κύριο άρθρο της σήμερα (19/2/2021) καλεί τις… πολιτικές δυνάμεις να περιορίσουν τα νέα μέσα επικοινωνίας!

 

Η φιλοκυβερνητική εφημερίδα  υπό τον τίτλο «Το μίσος» σημειώνει μεταξύ άλλων: «…Ο δημόσιος λόγος, όταν διαποτίζεται από πολιτικό φανατισμό, μπορεί να αποβεί εγκληματικός. Τώρα η αντιπολιτική κουλτούρα διαχέεται στα νέα μέσα επικοινωνίας. Οι πολιτικές δυνάμεις έχουν χρέος να θέσουν το μέτρο…»!

 

Πώς ορίζει άραγε η συντηρητική εφημερίδα τι είναι πολιτικό και τι είναι αντιπολιτικό; Και ακόμη, πώς διακρίνει τη δυναμική διεκδίκηση από το μίσος;

 

Είναι αντιπολιτικό, τάχα, να ζητά κανείς την παρέμβαση των εισαγγελικών αρχών, όταν υπάρχουν φοβερές καταγγελίες για εγκλήματα. Τι άραγε θρέφει το μίσος, τα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή η αγανάκτηση από την προσπάθεια συγκάλυψης βιαστών και παιδεραστών, οι οποίοι, μάλιστα, έχουν αποδεδειγμένα προνομιακές σχέσεις με την κυβέρνηση; Άραγε, η τιμωρητική στάση της κυβέρνησης απέναντι σ’ έναν κρατούμενο -όποιο κι αν είναι το έγκλημά του-, είναι πολιτική, ενώ η διεκδίκηση της ισονομίας είναι αντιπολιτική;

 

Αλλά τι εννοεί η εφημερίδα με τον όρο «βία» και «μίσος»; Ασφαλώς δεν εννοεί ούτε την εισβολή της αστυνομίας στο σπίτι του Ινδαρέ, ούτε στο σπίτι του Κολωνού, ούτε στα ξεβρακώματα στα Εξάρχεια. Ως «βία» εννοεί τις διαδηλώσεις του ΚΚΕ, των φοιτητών, τα τρικάκια του Ρουβίκωνα και τα… γκαζάκια. Αλλά η εφημερίδα αγνοεί ότι η  βία «αρχίζει εκεί που σταματάει ο λόγος», εκεί όπου δεν υφίσταται ο δημόσιος χώρος διαλόγου και σύνθεσης, εκεί όπου έχουμε κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών από φασιστικά καθεστώτα και από δικτατορίες ή από αστυνομικά κράτη, εκεί όπου επιβάλλεται κατάργηση των μέσων επικοινωνίας δια της εξαγοράς ή της φίμωσης.

 

Η βία εκ μέρους αυτών που τους έχει αφαιρεθεί ο λόγος και οι οποίοι υφίστανται μια αδικία μπορεί να είναι σε ορισμένες περιστάσεις «...ο μόνος τρόπος να ισορροπήσει ξανά η πλάστιγγα της δικαιοσύνης», γράφει η Χάνα Άρεντ.

 

Η βία όμως των «από πάνω» με την φίμωση και των νέων μέσων επικοινωνίας, είναι μια επιχείρηση ολοκληρωτικού σιωπητηρίου και ολιστικής προπαγάνδας. Ακριβώς αυτή η βίαιη αφαίρεση του δημόσιου λόγου δημιουργεί τις συνθήκες προσφυγής στη βία, καθώς δεν υπάρχει άλλος δρόμος και τρόπος κάποιος να κάνει τη "φωνή" του να ακουστεί. 

           

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *