Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Μπορεί ο Μητσοτάκης να κάνει κάποιο βήμα; Και ποιο;




Η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι ιστορία «θριάμβων» και «καταστροφών». Όμως, μετά την κατάρρευση της δικτατορίας και την εισβολή στην Κύπρο(1974) η κατάσταση έχει «ομαλοποιηθεί». Με την εντός εισαγωγικών αυτή λέξη εννοούμε μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται άλλοτε από κρίσεις(Χόρα 1976, Σισμίκ 1987, Ιμια 1996, Οrcus Reis και Βarbaroς σήμερα) και άλλοτε από περιόδους «ανήσυχης ηρεμίας», αν μπορεί να περιγραφεί με αυτόν τον όρο ό,τι συμβαίνει στον αέρα του Αιγαίου, που τείνει να εξελιχθεί σε «ρουτίνα».

Η σημερινή κατάσταση, παρά την επικρατούσα εντύπωση, δεν διαφέρει πολύ από τις προηγούμενες. Οι τουρκικές διεκδικήσεις δεν έχουν αλλάξει έναντι της Ελλάδας, αλλά έχουν μετατοπιστεί στην ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που μπορεί να  φέρει την Τουρκία αντιμέτωπη με περισσότερες χώρες, οι οποίες έχουν στενά ή ευρύτερα συμφέροντα στην περιοχή. Ετσι, ενώ στις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο η Τουρκία μπορεί να έχει κάποιο πλεονέκτημα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις άλλες, στις περιοχές όπου έγιναν, γίνονται ή θα γίνουν έρευνες. Οσο για την επικρατούσα  εσχάτως εντύπωση(πεποίθηση δε μπορεί να υπάρξει) για απειλή πολεμικής σύρραξης, μάλλον είναι παραπλανητική. Ο Ερντογάν μπορεί να εμφανίζεται σαν «τσαμπουκάς», αλλά παράλογος δεν είναι. Μάλλον ρεαλιστής είναι. Γνωρίζει τα όριά του.

  Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τον κίνδυνο κάποιου ατυχήματος, το ενδεχόμενο πολέμου είναι πολύ μακρινό, αν όχι ανύπαρκτο. Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η Ελλάδα δεν είναι ούτε Συρία ούτε Λιβύη του Χαφτάρ για να κάνει περίπατο. Εχει ισχυρές συμμαχίες, αλλά πρωτίστως μπορεί να αντιπαρατεθεί σε στρατιωτικό επίπεδο. Γιατί, λοιπόν, να ρισκάρει κάτι που μπορεί να μην του αποφέρει τη «νίκη» που (υποτίθεται ότι) επιδιώκει; Πόσο μάλλον που σε περίπτωση «ήττας» ή και «ισοπαλίας» μπορεί να έχει εσωτερικές αναταράξεις, οι οποίες  μπορεί να οδηγήσουν σε απρόβλεπτες γι’ αυτόν εξελίξεις.  Με άλλα λόγια, για να απολαύσει ο Ερντογάν και οι δικοί του το καθεστώς που έχει οικοδομήσει, πρέπει να διασφαλίσει ότι δεν θα του συμβεί κάτι απρόβλεπτο, το οποίο θα το απειλήσει ή και θα το  ανατρέψει.

 Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Ελλάδα έχει την πολυτέλεια να διακινδυνεύσει κάποια πολεμική περιπέτεια. Το αντίθετο. Τώρα που βγαίνει,  κατά κάποιον τρόπο, από την δεκάχρονη περιπέτεια της οικονομικής κρίσης έχει κάθε λόγο να την αποφύγει. Και αυτό δεν σημαίνει «ενδοτικότητα». Σημαίνει οικοδόμηση συμμαχιών και αποτρεπτική ισχύ, ώστε η άλλη πλευρά να γνωρίζει ότι θα πληρώσει βαρύ τίμημα αν διαβεί την πόρτα του φρενοκομείου.

 Η οικοδόμηση συμμαχιών προϋποθέτει και παραχωρήσεις, όπως έγινε στις πρόσφατες συμφωνίες με την Αίγυπτο και την Ιταλία. Γι’ αυτό οι συμφωνίες αυτές δεν προσφέρονται για θριαμβολογίες και καλό  είναι οι λίγοι από την κυβέρνηση που το επιχείρησαν να σταματήσουν. Αλλά, από την άλλη, δεν προσφέρονται ούτε για (υπερ)πατριωτικές κορώνες και ευτυχώς η αντιπολίτευση, σε γενικές γραμμές, τις απέφυγε. Αλλωστε, σχεδόν  όλες  οι κυβερνήσεις των τελευταίων 46 ετών την ίδια πάνω κάτω πολιτική ακολούθησαν στα ελληνοτουρκικά, καθώς οι κινήσεις που μπορεί να γίνουν είναι περιορισμένες.

 Επομένως, η οικοδόμηση της λεγόμενης εθνικής γραμμής δεν είναι τόσο δύσκολη όσο φαίνεται. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει την ευθύνη να την επιδιώξει. Ετσι θα αποσείσει και την(προσωπική) ευθύνη που τον βαραίνει για την λαϊκιστική στάση που κράτησε έναντι της Συμφωνίας των Πρεσπών.

 Το ερώτημα που προκύπτει σήμερα είναι αν υπάρχει δυνατότητα και περιθώριο να γίνει κάποιο βήμα συνολικής διευθέτησης στην ανατολική Μεσόγειο, ώστε να εκλείψουν  οι εστίες έντασης. Αν υπάρχει τέτοιο περιθώριο, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να το εκμεταλλευθεί, εφόσον το δίκαιο είναι με το μέρος της, όπως ισχυρίζεται σχεδόν όλη η πολιτική τάξη της. Αν οι διεθνείς πιέσεις μπορεί να εξαναγκάσουν την Τουρκία σε προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο, η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη να κάνει το βήμα. Και έτσι θα  ισχυροποιήσει τη θέση της.

 Ο ισχυρισμός ότι ένα  διεθνές δικαστήριο ενδέχεται να μη δικαιώσει σε όλα την Ελλάδα, επομένως «κάτι θα χάσουμε» και γι’ αυτό δεν πρέπει να επιδιώξουμε την προσφυγή, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Τον προβάλλουν μόνον όσοι είναι εναντίον οποιασδήποτε προσπάθειας να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα, όσοι κάνουν διαχρονικά εμπόριο «πατριωτισμού». Δεν έχουν κανένα λόγο να ακολουθούν αυτήν την «γραμμή» οι υπεύθυνες κυβερνήσεις.

 Αν, λοιπόν, δοθεί η  ευκαιρία, ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να συνεννοηθεί με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις-έστω με όσες είναι δυνατή η συνεννόηση και φαίνεται ότι μπορεί να γίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Κίνημα Αλλαγής-και να κάνει το αναγκαίο βήμα. Όσο τολμηρό κι αν είναι. Με σύνεση και αποφασιστικότητα και μακριά από λαϊκισμούς και επικίνδυνες υστεροβουλίες εσωτερικού ή εσωκομματικού χαρακτήρα.

  Διότι, όπως έχει πει ο Αμερικανός συγγραφέας Αλβιν Τόφλερ, «καλύτερα να σφάλλεις τολμώντας παρά να σφάλλεις όντας προσεκτικός».

  

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *