Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Γιατί… να διαβάσω, δάσκαλε;



Του Χρήστου Κάτσικα*

«Σε βάθος μελέτη για μεγάλη παρέμβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση» ετοιμάζεται το Υπουργείο Παιδείας, σύμφωνα με ανακοινώσεις του Ανδρέα Λοβέρδου, ενώ λίγες μέρες πριν, ο Πρωθυπουργός της χώρας σε συνέντευξή του σε κυριακάτικη εφημερίδα δήλωσε ότι η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πρέπει να γίνεται με κριτήριο τις επιδόσεις των μαθητών.
 
Ακούγοντας τις παραπάνω δηλώσεις ο καθένας μπορεί να φανταστεί ό,τι θέλει, ωστόσο δεν μπορεί να μην παίρνει υπόψη ότι η κεντρική «γραμμή» των περικοπών και των παρεμβάσεων, σύμφωνα με όσα ορίζει το γνωστό ΕΣΠΑ, είναι μια μόνιμη κεντρική κατεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας. Και όσα επικοινωνιακά τρικ και αν επιχειρεί το Υπουργείο και όσα λεκτικά πυροτεχνήματα και αν ξοδεύει ο Υπουργός Παιδείας, δεν πρέπει να διαφεύγει σε κανέναν ότι μόνιμος στόχος είναι αφενός η μείωση του προσωπικού και ένα αναλυτικό πρόγραμμα που θα «χωράει» μόνο τα μαθήματα αιχμής. Ωστόσο, η «γραμμή» αυτή έχει ήδη σοβαρές συνέπειες στην πορεία του μαθητικού πληθυσμού και ιδιαίτερα στη μορφωτική συγκρότησή του.
 
Και αυτό είναι φανερό, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, που η βαθιά οικονομική κρίση και οι πολιτικές της φτώχειας, της ανεργίας και της περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού διαπερνά την εκπαιδευτική διαδικασία και τις συνθήκες εκπαίδευσης δεκάδων χιλιάδων μαθητών στα ελληνικά σχολεία.
 
Χέρι χέρι, η ολοκληρωτική αναίρεση οποιασδήποτε δυνατότητας ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας μέσα από την πρόσβαση στον εκπαιδευτικό μηχανισμό ακυρώνει ένα ολόκληρο φάσμα κοινωνικών προσδοκιών, συγκροτημένο εδώ και αρκετές δεκαετίες, γεγονός που επηρεάζει τις συνθήκες αλλά και τα κίνητρα μάθησης μέσα στις σχολικές τάξεις. Η αθέατη υποχώρηση χιλιάδων μαθητών από τη μαθησιακή διαδικασία δεν προσαρμόζεται απλά στη ναυαγισμένη ζωή των οικογενειών, που είναι κατάσταση αδιεξόδου, αλλά ακριβώς στο αδιέξοδο της κατάστασής τους. Την κατάσταση αυτή, οπωσδήποτε έρχεται, όχι να αναιρέσει, αλλά να πριμοδοτήσει η συνολική «γραμμή» της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής με το λεγόμενο νέο Λύκειο και την Τράπεζα Θεμάτων, τα νέα αναλυτικά προγράμματα, η κακότεχνη φροντιστηριοποίηση, η μετάλλαξη της εκπαίδευσης σε φθηνή κατάρτιση, η μαθητεία και βεβαίως η βίαιη επιχείρηση μετάλλαξης των εκπαιδευτικών σε κακοπληρωμένους τεχνικούς και συμβολαιογράφους επιδόσεων.
 
Και στο σημείο αυτό οφείλουμε να εστιάσουμε σε μια πλευρά, η οποία μένει αθέατη, στο περιθώριο των δημοσίων συζητήσεων. Όλο και πιο πολλοί εκπαιδευτικοί υποστηρίζουν ότι πληθαίνουν οι «μαθητές των τελευταίων θρανίων», δηλαδή τα παιδιά εκείνα που νωρίς εγκαταλείπουν κάθε προσπάθεια, ενώ από την άλλη είναι φανερή διά γυμνού οφθαλμού η συρρίκνωση της ομάδας των μαθητών που πασχίζει για καλά σχολικά αποτελέσματα. Δεν είναι λίγοι μάλιστα εκείνοι που υποστηρίζουν ότι, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό σχολείο τείνει να μεταλλαχθεί σε μια «βιομηχανία» παραιτημένων και αδιάφορων μαθητών και μαζί ενός ιδιόμορφου αναλφαβητισμού.
 
Σα να αντανακλά η ίδια η κοινωνία πάνω στη μαθησιακή διαδικασία. Μια κοινωνία όπου ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού συντρίβονται οικονομικά και κοινωνικά και αυτή ακριβώς η συντριβή, η ματαίωση κάθε ελπίδας και προσδοκίας, γίνεται βραδυφλεγής βόμβα στα δίκτυα της θέλησης χιλιάδων παιδιών για εκπαίδευση.
 
Μυρίζουν ήδη τον αποκλεισμό και αισθάνονται ότι δεν μπορούν να οικοδομήσουν προσδοκία που να μην είναι συνδεδεμένη με ένα νήμα με τη ματαίωσή της. Βιώνουν ήδη ένα παρόν και ένα μέλλον που συντρίβεται ανάμεσα στις μυλόπετρες της ατομικής περιπλάνησης σε μια ακρωτηριασμένη εκπαίδευση και στην υπόσχεση μιας συντριπτικής εργασιακής ερήμου έπειτα από αυτή.
 
Στο πλαίσιο αυτό βαθαίνει ένα αγεφύρωτο χάσμα μέσα στις σχολικές τάξεις: Δίπλα στα όλο και λιγότερα «άλογα κούρσας» που τινάζουν τις επιδόσεις στον αέρα, διαμορφώνονται οι «ουραγοί», μια μεγάλη ομάδα (ίσως η μεγαλύτερη μετά τη μεταπολίτευση) παιδιών, κυρίως από τα λαϊκά στρώματα (γόνοι αγροτών, εργατών, μικροϋπαλλήλων και βεβαίως των κατεστραμμένων μεσαίων στρωμάτων), οι οποίοι γυρίζουν την πλάτη στη σχολική εκπαίδευση σαν απάντηση στο γεγονός ότι η τελευταία δεν έχει πλέον να τους προσφέρει αυτό που, στο πεδίο των επαγγελματικών προοπτικών, πρόσφερε στο παρελθόν. Το εφιαλτικό ερώτημα «γιατί να διαβάσω, δάσκαλε;» πλανάται ήδη σαν φάντασμα μέσα στις σχολικές τάξεις και λιπαίνει το έδαφος για μια πλήρη απαξίωση της γνώσης ακριβώς από τη γενιά εκείνη που τη χρειάζεται περισσότερο για να αλλάξει τον εαυτό της και τον κόσμο, να ξελασπώσει το μέλλον της.
 
Θα λέγαμε ότι πάνω σε αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα, που βεβαίως έχει αιτίες, έρχονται σήμερα να «πατήσουν» οι επιτελείς του Υπουργείου Παιδείας για να νομιμοποιήσουν στη συνείδηση της κοινής γνώμης το επιχειρούμενο «ρεκτιφιέ» της μεταγυμνασιακής δημόσιας εκπαίδευσης που περνάει μέσα από την «έξωση» χιλιάδων μαθητών, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως «πλεονάζον προσωπικό» σε επιχείρηση που «εξυγιαίνεται». Είναι τραγικό: Αυτοί που χρόνια τώρα λίπαναν το έδαφος της αμορφωσιάς, αυτοί που «λάσπωσαν» με την πολιτική την εκπαίδευση και τους μαθητές, αυτοί οι ίδιοι να παρουσιάζονται ως οι τιμητές της εξυγίανσης του σχολικού συστήματος.
 
Η κατάσταση στη σχολική εκπαίδευση
 
Aς έρθουμε σε όσα επιχειρεί αυτή την περίοδο το Υπουργείο Παιδείας στον χώρο της εκπαίδευσης και ας ρίξουμε μια ματιά μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της μελλοντικής σχολικής αίθουσας, όπως πασχίζει να τη διαμορφώσει η κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική που πήρε σάρκα και οστά τον Ιούνιο που μας πέρασε με την «κατασκευή» χιλιάδων μετεξεταστέων.
 
Είναι πλέον σαφές ότι το Λύκειο έχει ιδιαίτερα αναβαθμισμένη την επιλεκτική λειτουργία σε βάρος της μορφωτικής. H εντατικοποίηση των σπουδών μέσα από την εξετασιομανία διαπερνά όλο το σχολικό πρόγραμμα και δεν αποτελεί παρά τη νεκρολογία της επαφής του μαθητή με την ουσία της γνώσης. Γιατί, βέβαια, αν εξετάσει κανείς τη σχέση του περιεχομένου των μαθημάτων (τι), της μεθόδου (πώς) και των πρακτικών ελέγχου (εξεταστικές δοκιμασίες), θα διαπιστώσει εύκολα ότι η σύνθεσή τους, την ίδια στιγμή που μεταλλάσσει τη μαθησιακή διαδικασία σε μεθοδολογική εκγύμναση, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα που μπορεί και να αναστείλει ακόμη και μορφές προσαρμοστικότητας στη μάθηση.
 
Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα στην Τεχνική εκπαίδευση, καθώς εκεί η κατάρτιση σε συνδυασμό με τη μαθητεία (δωρεάν εργασία για τις επιχειρήσεις) οικοδομεί ένα φονικό συνδυασμό για τη γνώση στην πιο κρίσιμη ηλικία.
 
Η «προεργασία» έχει γίνει τα τελευταία χρόνια στην υποχρεωτική εκπαίδευση και στο Δημοτικό σχολείο. Και αυτό το έχουν αντιληφθεί όσοι αναπνέουν την κιμωλία στις σχολικές τάξεις αλλά και οι γονείς που έχουν παιδιά σε αυτή τη βαθμίδα.
 
Είναι φανερό ότι οι πρόσφατες εκπαιδευτικές αλλαγές, οι όροι λειτουργίας και οι προδιαγραφές του νέου Λυκείου, οδηγούν σε μια εκπαιδευτική Ηρωδιάδα! Μαζί με την υποεκπαίδευση το Υπουργείο Παιδείας έρχεται να επιχειρήσει τη μαζική έξωση των αδυνάτων. Η Λυκειακή βαθμίδα επιφορτίζεται, όχι στο να προετοιμάσει το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού, αλλά στο να διαπιστώσει - νομιμοποιήσει την ικανότητα εκείνων που προορίζονται να φοιτήσουν στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
 
Κλείνει τα μάτια στην πραγματικότητα του διαφοροποιημένου σχολικού πληθυσμού, στο γεγονός ότι οι μαθητές έχουν διαφορετικές/άνισες μορφωτικές αποσκευές, «ανάβει» στο φουλ τις μηχανές της επιλεκτικής λειτουργίας του σχολείου και καλεί τους εκπαιδευτικούς να λειτουργήσουν σαν μια «εκπαιδευτική ΥΠΕΔΑ». Αποκλειστικός ρόλος αυτού του νέου σχολείου γίνεται να χωρίσει με «αντικειμενικό» τρόπο τους «μπροστάρηδες» από τους «ουραγούς», τους ικανούς από τους «ανίκανους» και να εξωθήσει τους δεύτερους σε μια γρήγορη έξοδο από το Λύκειο. Η κυνική δικαιολογία: Αφού «δεν παίρνουν τα γράμματα» γιατί να υπάρχει σπατάλη πόρων για τη συντήρησή τους;
 
* Ο Χρήστος Κάτσικας είναι εκπαιδευτικός, γραμματέας του ΚΕΜΕΤΕ-ΟΛΜΕ και μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου – Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης




0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *