Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Η σκιά του κι αυτός

 


γράφει η Κυριακή Μπεϊόγλου

 

 

Ευκίνητη και γρήγορη η σκιά του σηκώθηκε μαζί του από το καφενείο σε πλήρη αντίθεση με το σώμα που στηριζόταν στο μπαστούνι. Τον ακολούθησε μέχρι το τέλος του δρόμου. Μέχρι εκεί που τους ακολούθησε και το βλέμμα μου πριν χαθούν στο στενό.

 

Πριν χαθούν μέσα στο καλοκαιρινό βάθος του αστικού τοπίου είχα την ευκαιρία να μάθω την ιστορία τους. Λέω την ιστορία τους γιατί σκιά και άνθρωπος είχαν γίνει ένα και το αυτό με την εμφατική δήλωση: Εχω γίνει η σκιά μου. Αυτό έλεγε και ξανάλεγε το «λιοντάρι των θαλασσών» στην παρέα του που αν έμεινε μέχρι αργά έξω αυτό το βράδυ ήταν εξαιτίας ενός μίνι καύσωνα στην πόλη που μήτε άνθρωπος μήτε πράγμα έμεναν στην αρχική τους μορφή. Λιώναμε, ιδρώναμε και η φιγούρα μας άλλαζε σχήμα. Το «λιοντάρι των θαλασσών» στην πραγματικότητα ήταν μάγειρας στα καράβια.

 

Μη νομίζετε όμως πως τούτη η ιδιότητα τον έκανε λιγότερο σημαντικό στα μάτια μας. Αντιθέτως κατάφερε μέσα στο ίδιο, συνηθισμένο τοπίο όπου ήμασταν να φέρει μυρωδιές από μπαχαρικά που αξίζουν χρυσάφι, γεύσεις από εξωτικά φαγητά, περιπέτειες με πειρατές και ερωτικές σχέσεις με γυναίκες που ακόμα και τώρα στα βαθιά του γεράματα τον θυμούνται και του γράφουν. Για του λόγου το αληθές ανέσυρε από το τσεπάκι του πουκαμίσου του πρόσφατη επιστολή από τη Ματίλντα. Η Ματίλντα είναι παλιά γνωριμία από τις Φιλιππίνες, εξήγησε. Ναι, η αλήθεια είναι πως το πειστήριο λειτούργησε πολύ, διότι η παρέα του, μιας κάποιας ηλικίας άντρες και γυναίκες, τον κοίταζε πια με ενθουσιασμό για να μην πω με θαυμασμό.

 

Κι εκεί κάπου ήταν που φώναξε: «Τώρα πια έχω γίνει η σκιά μου! Ούτε ένα αξιοπρεπές στιφάδο ούτε μπεσαμέλ για το παστίτσιο ούτε μια πίτα της προκοπής δεν μπορώ να φτιάξω». Τότε ήταν ακριβώς η στιγμή που «το λιοντάρι των θαλασσών» έγινε ήρωας αυτού του κειμένου και θα μπορούσε σίγουρα να γίνει και ήρωας λογοτεχνικού βιβλίου.

 

Ο κύριος λόγος είναι πως ο ηλικιωμένος κύριος έκρυβε ακόμα τόσο πάθος για αυτό που έκανε ως δουλειά που έφτασε να μη θέλει να ξεκουραστεί, να μη θέλει να υπακούσει στο γερασμένο σώμα, αλλά να είναι δυστυχής και πληγωμένος από την προδοσία αυτή που του επέβαλε το γήρας: να μην μπορεί να κάνει αυτό που αγαπάει. Σκέφτομαι πως η σκιά του κι αυτός θα έχουν γυρίσει πια στο σπίτι, θα έχουν ανοίξει παντζούρια και παράθυρα, πιθανότατα και τον ανεμιστήρα, και έπειτα θα ανοίξουν για ακόμη μία φορά το γράμμα της Ματίλντα. Κι ίσως έτσι νοστιμίσει και το έτοιμο φαγητό που είναι πάνω στο τραπέζι, ίσως έτσι σκιά και άνθρωπος γλυκαθούν λίγο και αποκοιμηθούν αυτή τη νύχτα που η πόλη και τα περίχωρα βράζουν.

   

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *