Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η «Μέρα που ξεπεράσαμε τα όρια της Γης»


Του Παντελή Μπουκάλα

Οι τσούχτρες που κυρίευσαν φέτος τον Πατραϊκό και τον Κορινθιακό είναι κάτι αρκετά σοβαρότερο από ενόχληση στα κολυμβητικά όνειρα ημών των παραθεριστών. Και παρότι η μετακίνησή τους διέπεται από κάποια περιοδικότητα, υπακούει δηλαδή σε νόμους της φύσης, η φετινή μαζικότατη και παρατεταμένη παρουσία τους έχει γνωρίσματα που σχετίζονται με άλλου είδους «νόμους»: ανθρωπογενείς· δηλαδή αφύσικους ή περιβαλλοντοκτόνους. Πρώτος τέτοιος «νόμος», που αδιαφορεί για όσα νομικά πλέγματα επιχειρεί να εγκαταστήσει η πολιτεία, πάντα με τη γνωστή αργοπορία της, είναι η υπεραλίευση στους κόλπους και στο κοντινό Ιόνιο, και μάλιστα μεγάλων ψαριών. Δεύτερος «νόμος», η ρύπανση από κάθε λογής απόβλητα· η ψευδαίσθησή μας ότι η ανεξάντλητη θάλασσα έχει και ανεξάντλητες δυνατότητες απορρόφησης των ρύπων που της δωρίζουν οι βιομηχανικές και λοιπές δραστηριότητές μας είναι απλώς εγκληματική. Τρίτος «νόμος», η κλιματική αλλαγή και η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών, «νόμος» επίσης ανθρωπογενής, αν βεβαίως πιστέψουμε την ειδικευμένη στο θέμα επιστημονική κοινότητα και όχι τον Αμερικανό πρόεδρο, που δυστυχώς είναι και πλανητάρχης.

Η πληθυσμιακή έκρηξη των μεδουσών μπορεί να αντιμετωπιστεί περιστασιακά, με την επιστράτευση μεδουσοδιωκτικών σκαφών (η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, σε άσημη εκδοχή) και την τοποθέτηση επιφανειακών διχτυών που θα μας επιτρέπουν να δροσιζόμαστε ακίνδυνα, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι θα έχουμε τον νου μας για τα ταχύπλοα των μεθυσμένων από βενζίνη ατζαμήδων, που αδιαφορούν (άλλος «νόμος» κι αυτός) για τις απαγορευμένες ζώνες και τα όρια ταχύτητας. Με τέτοια τρικ, όμως, δεν αντιμετωπίζεται η ουσία του ειδικού και εντοπισμένου προβλήματος, η καταγωγή του. Και φυσικά δεν αντιμετωπίζεται το μείζον πρόβλημα, το συνολικό: η κλιματική αλλαγή. Και δυστυχώς, πρέπει να ειπωθεί πως υπάρχουν πολλά νεότερα από το οικολογικό μέτωπο, και είναι όλα τους δυσάρεστα. Στη σωβινιστικολαϊκιστική απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τη χώρα του από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα (υπογράφτηκε από 195 χώρες, που συναποδέχτηκαν ως όριο ασφαλείας την αύξηση της θερμοκρασίας έως δύο βαθμούς στη διάρκεια του 21ου αιώνα) και στην αποκόλληση του τεράστιου παγετώνα της Ανταρκτικής, προστίθενται νεότερες μελέτες με ολοένα και πιο αποκαρδιωτικά πορίσματα.

Σύμφωνα με όσα δημοσίευσαν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο περιοδικό Nature Climate Change, αν συνεχιστεί ο σημερινός ρυθμός εκπομπών αερίων και την επόμενη δεκαπενταετία, το πιθανότερο είναι πως η θερμοκρασία του πλανήτη θα αυξηθεί κατά ενάμιση βαθμό έως το 2032. Αλλά ακόμα κι αν οι γεωπολίτες κατορθώναμε να σταματήσουμε αμέσως και πλήρως όλες τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, κι αν όλες οι προηγμένες και οι αναπτυσσόμενες χώρες συναποφάσιζαν να χρησιμοποιούν αποκλειστικά εναλλακτικές, ήπιες μορφές ενέργειας, διαφοροποιώντας ριζικά και το καταναλωτικό τους μοντέλο, και πάλι ο πυρετός του πλανήτη θα συνέχιζε να αυξάνεται έως το τέλος του αιώνα μας. Ποια η πιθανότητα να αυξηθεί η θερμοκρασία από δύο έως πέντε βαθμούς έως το 2100; Εκτιμάται στο 90%, μόνο που το υπόλοιπο 10% δεν είναι από τα ποσοστά που δημιουργούν οποιοδήποτε αίσθημα ασφάλειας. Το μήνυμα, σφόδρα απογοητευτικό (αλλά και σφόδρα παρακινητικό συγχρόνως, αν αρνιόμαστε να υποταχθούμε στη μοίρα), είναι πως έχουμε ξεπεράσει πια τη δωδεκάτη στο «Ρολόι της Αποκάλυψης». Το σημείο δηλαδή όπου η αναστροφή ήταν εφικτή, τουλάχιστον θεωρητικά, μια και δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι έχουμε να κάνουμε με πρωτόγνωρο πρόβλημα και τα μοντέλα μας ενδέχεται να σφάλλουν· να είναι επηρεασμένα, λ.χ., από την αυτοπροστατευτική αισιοδοξία που διακρίνει το ανθρώπινο γένος.

Η «Μέρα που ξεπεράσαμε τα όρια της Γης» (Earth Overshoot Day) είναι ένα συμβολικό ορόσημο με βάση το οποίο το παγκόσμιο ερευνητικό δίκτυο «Global Footprint Network» και η οικολογική οργάνωση WWF ελέγχουν τον ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου οικολογικού χρέους· υπολογίζουν έτσι και πόσο μειώνονται οι αντοχές του πλανήτη στην κατάχρηση ή τη λεηλασία που υφίσταται από τους ενοίκους του, που ώρες ώρες φέρονται σαν κουρσάροι, ή σαν τους εξωγήινους σε δυστοπικές ταινίες, που καταφτάνουν μέχρις εδώ για ν’ αρπάξουν ό,τι χρειάζονται και να ξαναφύγουν, αδιάφοροι για το τι αφήνουν πίσω τους. Φέτος εξαντλήσαμε ήδη από τις 2 Αυγούστου τους φυσικούς πόρους με τους οποίους θα έπρεπε να τα βγάλουμε πέρα όλο το 2017. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να δανειστούμε, να σφετεριστούμε, να κλέψουμε από το 2018, το 2019 και τα επόμενα χρόνια πόρους επαρκείς για το υπολειπόμενο πεντάμηνο του τρέχοντος έτους. Για να φανεί η ταχύτητα της φθοράς, ας συνεκτιμηθεί ότι πριν από είκοσι χρόνια, το 1997, είχαμε καταφέρει να φτάσουμε έως τα τέλη του Σεπτεμβρίου με «ίδιους πόρους», χωρίς πίστωση.

Ετσι όμως δεν βγαίνει ο λογαριασμός. Το οικολογικό χρέος δεν είναι όπως το οικονομικό, για να προσδοκά κανείς «κούρεμα». Αν κάθε χρόνο η «Μέρα που εξαντλήσαμε τα όρια της Γης» έρχεται όλο και νωρίτερα (το φετινό ρεκόρ θα το καταρρίψουμε σίγουρα του χρόνου κ.ο.κ.)• κι αν πρέπει να τρώμε όλο και περισσότερο από το μέλλον (ή μάλλον να τρώμε το ίδιο το μέλλον) για να ψευτοσυντηρούμε το ασθματικό παρόν μας, η κατάρρευση, με τη μορφή της πείνας, της δίψας, της απώλειας εδαφών και των συνεπαγόμενων πολέμων, ίσως δεν θα περιμένει το «συμβολικό» 2100 για να εκδηλωθεί.

Βρισκόμαστε πράγματι στην Ανθρωπόκαινο περίοδο. Και με γνώμονα το οικολογικό μας αποτύπωμα πάνω τη Γη, που γίνεται ολοένα πιο τραχύ και βαθύ, η ανθρωπότητα, στο σύνολό της, χρειάζεται 1,7 πλανήτες τον χρόνο για να συνεχίσει να ζει με τον σημερινό τρόπο. Χρησιμοποιεί δηλαδή τη φύση 1,7 φορές ταχύτερα από τον ρυθμό με τον οποίο τα οικοσυστήματα αναπληρώνουν τις απώλειές τους. Πρωταθλήτρια στη σχετική κατάταξη είναι η Αυστραλία, που χρειάζεται 5,2 πλανήτες ετησίως, και στη δεύτερη θέση οι ΗΠΑ, με πέντε πλανήτες. Κάπου στη μέση βρίσκεται η Ελλάδα, με 2,5 πλανήτες, ίσως επειδή ούτε ο ήλιος την ευλογεί ούτε οι άνεμοι.


Να βρίσκουμε έναν πλανήτη τον χρόνο κάπου εκεί έξω, που να μπορούμε μάλιστα να τον αποστραγγίζουμε ή να τον χρησιμοποιούμε σαν ρεζέρβα, δεν φαίνεται πιθανό. Δεν είναι άλλωστε αυτή η πρόταση των επιστημόνων. Αλλο συμβουλεύουν: «Αν σκεφτεί κανείς ότι η ζήτηση για τροφή αποτελεί το 28% του οικολογικού αποτυπώματος της ανθρωπότητας, ενώ η σπατάλη τροφίμων αγγίζει το 1,3 δισ. τόνους ετησίως, τότε απλές κινήσεις για τη μείωση της σπατάλης μπορούν να κάνουν τη διαφορά». Μπορούν;   








kathimerini.gr


0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου