Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Δυο κουβέντες με αφορμή το επερχόμενο αντιφασιστικό φεστιβάλ ‘’Χαϊμαλίνα’’ στα Ανώγεια



από τον Anaximandros Soicher

Της γιαγιάς το μπόλιασμα.

Μέσα στις ροδιές και τους βασιλικούς ξεχωρίζει ένα κατάμαυρο τσεμπέρι. Πάνω στο ανισόπεδο πάτωμα της αυλής, μια καρέκλα φαγωμένη από τον ήλιο παλεύει να ισορροπήσει. Η επί αυτής καθήμενη  στα χέρια της κρατά ένα βιβλίο, διαβάζει φωναχτά και συλλαβιστά σα σκολιαρούδι, κάθε που σκοντάφτει σε μιαν αράδα καταριέται πνιχτά. ‘’Μαύρε δε θα σου περάσει…’’

Τα λάθη που κάνε σαν διάβαζε της θύμιζαν την  αγραμματοσιά της, αλλά και το ποιος της την προκάλεσε. Κάθε σαρδάμ κι ανάθεμα στο ναζισμό, κάθε ανορθογραφία της, στα κιτάπια  που γραφε τις συνταγές της, και μια κατάρα στον πόλεμο. Για εκείνη ειρήνη είναι το σκολειό, η γραφή και η ανάγνωση. Μα ο πόλεμος της έσπασε τα μολύβια, της πέταξε πέρα τα τετράδια και της ξεχαρβάλωσε τη σάκα.

Το πείσμα της να μάθει, μετάλαβε το πάθος και την θέρμη του από τις φλόγες εκείνες που ζώσαν το σχολειό της. Το κάψανε λέει, γιατί το χωριό είχε αντάρτες στο βουνό και βοηθούσε τους εγγλέζους, χαλάλι λέει σαν το σκέφτεται με τα δόντια σφαλιχτά, χαλάλι της λευτεριάς.

Την δικιά της εκδίκηση την είχε σκαρώσει καιρό τώρα.

Από τη μέρα που γεννήθηκε ο εγγονός της διάβαζε όλο και περισσότερο, για να καταφέρει μια μέρα να του μεταλαμπαδεύσει όλα αυτά που έπρεπε να μάθει, τις μνήμες του τόπου και των ανθρώπων, όχι για να μάθει να μισεί μα για να μάθει να αγαπά, έτσι θα εκδικείτο τον πόλεμο . Οι σκέψεις της ηλικιωμένης γυναίκας είχαν το μεγαλείο της απλότητας. Ο νεαρός όμως την αιφνιδίασε και η ανάγνωση άρχισε νωρίτερα από το προβλεπόμενο.

Μέσα στη ραστώνη του καλοκαιριού, σε μικρή απόσταση από την καρέκλα, ένα παιδί ακούει ιεροκρυφίως  τις προσπάθειες της γιαγιάς του. Σαν η ηλικιωμένη γυναίκα με το σκαμμένο κούτελο και το ζωηρό βλέμμα συνειδητοποιεί πως έχει ακροατήριο, σταματά. Το αίσθημα ντροπής, αποδεικνύετε θνησιγενές. Και τι πως δεν διαβάζει καλά… Και τι πως την άκουγε ο εγγονός της να μπερδεύεται;

Ενθαρρύνει το νεαρό να ‘ρθει και να κάτσει μπροστά της. ‘’ Ίσως να παρά σαι μικιός’’ του λέει, ‘’μα θεού θέλημα μοιάζει…’’

Το βλέμμα της μερώνει. Σχεδόν δια μαγείας η καρέκλα και η ηλικιωμένη γυναίκα βρίσκουν την ισορροπία τους. Η παρουσία του έγγονα αυτομάτως ανήγαγε το όλο εγχείρημα σε μυστήριο εφάμιλλης ιερότητας με εκείνο της βάφτισης.

Πήγε μέσα και έφερε το βιβλίο εκείνο που είχε αποφασίσει από καιρό να είναι το πρώτο που θα διάβαζε στο παιδί. Με βήμα γοργό γύρισε κρατώντας στα χέρια το ‘’Θύελλες και κατατρεγμοί’’ του Νιδιώτη. Το παιδί στην σκιά ενός υποστέγου άκουγε με μεγαλόψυχη υπομονή και αγνό ενδιαφέρον το διάβασμα της γιαγιάς. Μερικές σελίδες μετά, το πρόσωπο της ηλικιωμένης  έλαμψε, τα μάθια της βουρκώσανε.

’Εδώ είναι όλη η ουσία του κόσμου αντράκι μου…’’ είπε με φωνή χρωματισμένη απ’ τη συγκίνηση.

 ‘’Κι όταν θα σβήσει ο πόλεμος

στα πέρατα του κόσμου,

Θα λάμψει ο ήλιος ξάστερος

να δω, μάνα, το φως μου.

Τότε θα γίνουν λεύτεροι,

γαληνεμένοι οι τόποι,

να τους διαβούν γεμάτοι φως

χαρούμενοι οι αθρώποι.’’

Στην τελευταία λέξη η γιαγιά δεν κατάφερε να πνίξει το κλάμα της, ανοίγοντας παράλληλα μια αγκαλιά που μύριζε θύμησες, στοιχειώματα κ αγάπη, μια θερμοκοιτίδα που μέσα της θεριέψανε οι ιδέες του ανθρωπισμού και της δικαιοσύνης. Μέσα στις αγκαλιές αυτές κοινωνήσαμε των αντιφασισμό.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου