Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει



γράφει η Κλειώ Βλαχάκη   

Σταμάτησα να μετρώ. Έχω δρόμο πίσω μου. Έχω δρόμο μπροστά μου. Από το σπίτι μου σπάνια βλέπω πια παπούτσια ανθρώπων. Η γειτονιά έχει μια ανησυχητική ησυχία. Μια νεκρική σιγή. Η άνοιξη μας γέλασε. Έδωσε τόσες υποσχέσεις και ούτε μια δεν κράτησε. Μας πέταξε στο πρόσωπο όλες τις ανεπάρκειες μας, το λίγο μας, τη χάρτινη ύπαρξη μας που λιώνει με τις πρώτες βροχές. Είμαστε λειψοί χωρίς τους άλλους. Είμαστε συναισθηματικά ανάπηροι χωρίς χέρια που μας αγκαλιάζουν, μας χαϊδεύουν, μας παρηγορούν. Χωρίς μάτια που μας κοιτούν με αγάπη. Ποιος θα καλύψει το κενό του φόβου, της μοναξιάς, της απομόνωσης;

Να κερδίσουμε πάλι τη ζωή μας! Να κερδίσουμε πάλι τους φίλους μας, τους λατρεμένους, τα αγαπημένα πρόσωπα. Πώς να υψώσεις ανάστημα μέσα στη μοναξιά; Πώς να ταξιδέψεις στον κόσμο που έγινε μια σταλιά, κουζίνα, υπνοδωμάτιο, καθιστικό; Πώς να καλύψουμε τόσες φθορές ολομόναχοι;

Ζω για τη στιγμή που θα ανοίξει η πόρτα! Να ξεχυθώ στους δρόμους. Να καθίσω σε ένα παγκάκι στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης, να έχει κόσμο ολόγυρα, να μη χρειάζεται να πούμε τίποτα, να γελάσουμε, να αγκαλιαστούμε άφοβα, να το πάρουμε από την αρχή, να μηδενίσουμε το κοντέρ, να δώσουμε υποσχέσεις, να ερωτευτούμε!

Θέλω να μπω στην τάξη μου, να δω τα χαμόγελα των εφήβων, να μαλώσουμε, να κάνουμε παράπονα, να πούμε εκείνο το «μου έλειψες» και να είναι τόσο κομμάτι μας, αλήθεια μας, ρούχο μας φορεμένο κατάσαρκα.

Θέλω να δω τους γονείς μου, να τραβάω βίντεο τη μάνα μου την ώρα που τραγουδά και χορεύει, να δω το βλέμμα του πατέρα μου, ζωντανό, ακέραιο, έντιμο, να μου πει «τα καταφέραμε», να πάμε μαζί στα χωράφια να περπατήσουμε, να πιάσουμε το χώμα και να μου πει «όλα από εδώ ξεκίνησαν».

Θέλω να συναντήσω τις «λουλουδένιες» μου, να κάνουμε σχέδια για το καλοκαίρι, να βάψουμε τα νύχια μας όλα τα χρώματα, να πιούμε κρασί, να ευχηθούμε εις υγείαν και να είναι η πρώτη φορά που θα εννοούμε αυτή την ευχή γιατί θα έχουμε καταλάβει πόσο ουσιαστική είναι.

Θέλω να συναντήσω τους Γιάννηδες, να σχεδιάσουμε την επόμενη παράσταση, να διαφωνήσουμε, να συμφωνήσουμε, να πούμε πάμε πάλι να κλάψουμε, τι ωραίο ταξίδι ο κόσμος, να γεμίσουμε οξυγόνο τα πνευμόνια, να μη φοβηθούμε κανέναν και τίποτα.

Θέλω να πάμε στη Μήλο με τη Μαριλού μου, να μεθύσουμε, να γελάσουμε, να ξενυχτήσουμε, να κλάψουμε, να θυμηθούμε όλες τις ματαιώσεις, τις διαψεύσεις, τα ζόρια, να συμφωνήσουμε πως όλα είναι περαστικά, να μου δώσει πάλι θάρρος, να της δώσω κουράγιο.

Θέλω να συναντήσω εσένα. Να μην πούμε τίποτα. Να αγκαλιαστούμε, να κοιταχτούμε, να μη ματώσουμε πάλι, να μη σε φοβηθώ, να μη με φοβηθείς και να πούμε για μια φορά μια αλήθεια μεγάλη, τόσο μεγάλη που να μην αντέχεται.

Θέλω, θέλω, θέλω… θέλω να μη φοβάμαι! Θέλω να είμαστε όλοι εδώ. Να μη λείψει κανένας! Ούτε φίλος, ούτε γνωστός! Θέλω να γράψω μια ιστορία για όλη αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα με ευτυχισμένο τέλος!

Θέλω να είμαστε όλοι καλά, να συναντηθούμε σε ένα καταπράσινο λιβάδι, έτσι αυθόρμητα, να κρατάμε ομπρέλες, να τις αφήσουμε ελεύθερες, γιατί ελεύθερα πρέπει να ζουν όλα τα πράγματα, μα πιο πολύ τα όνειρα μας.

Οι πιο όμορφες στιγμές μας δεν έχουν έρθει ακόμα! Να είστε όλοι εκεί!  

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *