Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Χρωματίζοντας πουλιά



  

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου»*. Αυτό σκεφτόμουν εκείνο το βράδυ, το πρώτο ουσιαστικά βράδυ του εθελοντικού κατ’ οίκον περιορισμού. Ρεπό από τη δουλειά, που ήταν και θα συνεχίσει να είναι σαρωτική για όσους δουλεύουν, σε όποιον τομέα.

Μόνο για να ψωνίσω τα χρειώδη είχα βγει, πράγμα που καθυστερούσα μέρες, για να αποφύγω τον συγχρωτισμό -εντολή γιατρών γαρ-, αλλά και το αίσθημα αγοραφοβίας που ούτως ή άλλως μου προκαλούν τα σουπερμάρκετ τον κανονικό καιρό, αν είναι Σάββατο ή κάποια μεγάλη γιορτή. Πόσο μάλλον εν μέσω κρίσης, με τις αγορές της χλωρίνης και των αντισηπτικών να θυμίζουν αγορές αναψυκτικών για εταιρικό πάρτι.

Εχοντας περάσει όλη σχεδόν τη μέρα στο σπίτι, όπου πάντα υπάρχει κάτι να κάνεις, βγήκα στο μπαλκόνι, με πολύ κρύο, σαν τους καπνιστές που προσπαθούν να ξεκλέψουν δυο τζούρες. Εγώ ξέκλεψα δυο τζούρες αέρα. Αφησα και το παράθυρο ανοιχτό, να αεριστεί και το σπίτι πριν πάω για ύπνο. Ευτυχώς ήταν σκοτεινά και δεν χρειάστηκε να με επιπλήξω που εδώ και μία εβδομάδα δεν σκούπισα και δεν καθάρισα το μπαλκόνι - άλλωστε ποτέ δεν προλαβαίνω να βγω. Αλλά αναλογίστηκα πόσο φόβο και πόσες φοβίες έβγαλε στην επιφάνεια αυτή η αναγκαστική παραμονή στα σπίτια μας. Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες και άλλα άγρια θηρία…


Αλλοι δεν ξέρουν να ζουν στο σπίτι, παρά μόνο για να κοιμηθούν. Κάποιοι δεν έχουν μάθει πώς είναι να πρέπει να μοιράζεσαι χρόνο πολύ με άλλους, ακόμη και την οικογένειά σου. Και άλλοι ξαφνικά δεν αντέχουν ούτε τον εαυτό τους. Ακόμη και όσοι αγαπούν τη μοναχικότητα ή ζητούσαν μια αφορμή για να κάνουν ό,τι δεν μπορούν τον υπόλοιπο καιρό, μετά την τρίτη, τέταρτη μέρα, άρχισαν να δυσανασχετούν. Ωραία να έχεις χρόνο, αλλά…

Οταν ήμουν μικρή, λόγω αλλεργικής ρινίτιδας, πάντα αισθανόμουν έναν μικρό τρόμο για την άνοιξη. Γιατί, παρά τα αντιισταμινικά και μέχρι να με «πιάσουν», ήμουν ένα κανονικό δράμα: κόκκινα και δακρυσμένα μάτια, τόνοι χαρτομάντιλα, απανωτά φταρνίσματα, που έκαναν ακόμη και τον κατά τα άλλα μακάριο γάτο να τρέχει από τρομάρα.

Κι εμένα που μου άρεσαν τόσο τα λουλούδια και τα δέντρα, απέφευγα τις βόλτες σε πάρκα και εξοχές μέχρι τον Ιούνιο σχεδόν και τα πρώτα θαλάσσια μπάνια. Τώρα πια, είτε γιατί τα φάρμακα βελτιώθηκαν είτε γιατί με τα χρόνια υποχώρησε σε ένταση η ρινίτιδα, δεν τρομάζω τον κόσμο με τα φταρνίσματα. Αν και μου φεύγουν πέντε-έξι απανωτά αψούουουου: «Τώρα έτσι θα κάνεις;» με πειράζουν όσοι με ξέρουν.

Βλέπω έξω την πάντα ελπιδοφόρα άνοιξη· έρχεται, άνθισαν οι κορομηλιές στην πρασιά της πολυκατοικίας. Και σκέφτομαι ότι όλο αυτό θα κρατήσει καιρό, ότι αν βγούμε αλώβητοι από την πανδημία -πράγμα που μπορεί να είναι και θέμα τύχης σε συνδυασμό με την αναγκαία προσοχή, συμμόρφωση με τους κανόνες και επαγρύπνηση- θα έχουμε αλλάξει όλοι. Πρέπει να αλλάξουμε.

Και όχι μόνο σε επίπεδο οικονομίας, που ελπίζω να πήραμε το μάθημά μας και να βάλουμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και όχι τους δείκτες και τους αριθμούς. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι αυτό.

Θα πρέπει να αλλάξουμε και εμείς οι ίδιοι. Ισως ήρθε η ώρα να επανεκτιμήσουμε τη δική μας συμπεριφορά, τις επιλογές μας, τον έως τώρα τρόπο ζωής μας. Αυτό που πάντα θα μας λείπει είναι κάτι που δεν αγοράζεται, ούτε πουλιέται, αλλά μπορεί να κοστίζει να το αποκτήσεις: κόπο, αισθήματα, χρόνο, ίσως να απαιτεί μια θυσία.

Πριν κοιμηθώ, αναρωτιέμαι τι λείπει από μένα. Χαμογελάω λίγο. Είναι τόσο υπέροχο και τόσο φευγαλέο. Σαν τα λουλούδια της κορομηλιάς, που μια βροχή ή ένας δυνατός αέρας θα τα σκορπίσει. Σαν τα πουλιά που χρωματίζει ο ποιητής και περιμένει να κελαηδήσουν**. Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη αξία.

* «Ιθάκη», Κ. Π. Καβάφης
** «Επίλογος (Φυσάει)», Τάσος Λειβαδίτης

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *