Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022

Το παιχνίδι του δέντρου

 


γράφει η Αρχοντία Κάτσουρα


Πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε λαμπιόνια. Ψεύτικα μπισκότα και ριγωτά κόκκινα-λευκά ζαχαρωτά. Μονόχρωμες και πολύχρωμες μπάλες, μικρά παιχνίδια, τρενάκια, ξύλινοι τυμπανιστές, χιονάνθρωποι με κόκκινα κασκόλ και καρότα αντί για μύτη. Ολα κρεμασμένα στα φορτωμένα κλαδιά ενός δέντρου που πολύ μοιάζει με αληθινό, αλλά δεν είναι… Αληθινή είναι η μαγεία που υπόσχεται. Ειδικά τα βράδια, όταν όλα τα άλλα φώτα είναι κλειστά και το ρυθμικό παιχνίδισμα από τα λαμπάκια ρίχνει σκιές στο σαλόνι, αλλάζοντας τα σχήματα και την ηλικία των πραγμάτων, ακόμη και των ανθρώπων.

 

Γιορτές. Τι κι αν το πραγματικό νόημα κρύβεται πίσω από την ψευδή ευτυχία της αναγκαστικής κατανάλωσης και της «καταναγκαστικής» χαράς που σου επιβάλλουν οι βιτρίνες και οι διαφημίσεις, του τύπου «δείξτε την αγάπη σας, χαρίστε αυτό το πολύτιμο κάτι». Ενα «κάτι» που μπορεί να έχει τη μορφή ενός αντικειμένου - χρήσιμου ή μη, δεν έχει σημασία. Μα πώς να περιγράψεις το πολύτιμο; Τι χρώμα έχει; Τι σχήμα; Εχει γεύση; Αρωμα; Και ποιο από αυτά πυροδοτεί εκείνο το αίσθημα που ορίζεται ως ευτυχία;


 

Ενα βράδυ, μετά τη δουλειά και τον κάματο που απαιτείται για να ετοιμάσει κανείς το σπίτι για τις γιορτές -όχι σπουδαία πράγματα: καθαριότητα, τακτοποίηση, λίγα ψώνια…- και ένα τσάι αρωματισμένο με μπαχαρικά και μέλι, είπε να σβήσει τα μεγάλα φώτα και να πάει πίσω.

 

Σε εκείνα τα χρόνια που ένα ψεύτικο ελατάκι με χρωματιστά φωτάκια και γυάλινες μπάλες ήταν η επιτομή της χαράς και η αναμονή της ευτυχίας: ένα δωδεκαήμερο χωρίς σχολείο, ένα καινούργιο παιχνίδι την Πρωτοχρονιά και οι συναντήσεις με τα ξαδέρφια, για ατελείωτες ώρες παιχνιδιού. Ενδιάμεσα και κανένα γλυκό: αρωματικά μελομακάρονα, χιονισμένοι κουραμπιέδες και -ω, αυτό ήταν το καλύτερο μάλλον…- σοκολάτες, που έφταναν στα παιδικά χέρια από θείους και φίλους των γονιών. Κι ας φώναζε η μαμά: «Φτάνει πια με τα γλυκά! Να κάνατε έτσι για το φαγητό…».

 

Τώρα τα γλυκά ήταν από τα χέρια της, εκείνη ετοίμαζε τα σακουλάκια με τις σοκολάτες και τις καραμέλες για τα παιδιά, εκείνη θα ετοίμαζε τα πακέτα με τα δώρα που έμπαιναν κάτω από το δέντρο για μεγάλους και μικρούς. Και θα έμεναν εκεί, περιμένοντας τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου προς 1η Ιανουαρίου για να ανοιχτούν, ανανεώνοντας την υπόσχεση για μια καλή χρονιά.

 

Πολλά είχαν αλλάξει, κάποια έμεναν ίδια. Οπως εκείνο το παιχνίδι που έπαιζαν ακόμα όταν όλοι βαριούνταν. Το είχαν εφεύρει οι τέσσερίς τους; Το είχαν κάπου ακούσει ή δει; Δεν ήξερε, δεν θυμόταν. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι τα τέσσερά τους θα έπιαναν μια θέση στον καναπέ ή μια πολυθρόνα ή ένα σκαμπό κοντά στο τζάκι και θα περνούσαν ώρες πολλές παίζοντας το παιχνίδι του δέντρου. Διάλεγε ο καθένας τους μια μπάλα ή ένα άλλο στολίδι και οι υπόλοιποι έπρεπε να μαντέψουν ποιο ήταν αυτό κάνοντας ερωτήσεις: Είναι στρογγυλό; Είναι γυάλινο; Εχει κόκκινο χρώμα; Τα σχέδια είναι από χρυσόσκονη; Νικητής, όποιος έβρισκε τα περισσότερα. Επαθλο δεν υπήρχε. Μπορεί να ήταν η ικανοποίηση της νίκης και του παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού που μύριζε φρέσκο βούτυρο και καβουρντισμένα αμύγδαλα ή μέλι, κανέλα και γαρίφαλο. Αυτές οι μυρωδιές έρχονταν από την κουζίνα τις μέρες πριν από τις γιορτές και πλημμύριζαν το σπίτι, 65 τετραγωνικά όλο κι όλο, έως τα Θεοφάνια.

 

Το παιχνίδι τώρα παραλάμβανε η επόμενη γενιά. Μαζί με τις μνήμες της όσφρησης. Κι όπως το άρωμα του τσαγιού μπερδευόταν με αυτό των αναμνήσεων, ο χώρος, το τραπέζι, ο καναπές άλλαξαν σχήμα. Μεγάλωσαν πολύ -ή μήπως μίκρυνε εκείνη;- και βρέθηκε μέσα σε γαλάζιες πιτζάμες με αρκουδάκια, είχε τα μαλλιά της αλογοουρά και κρατούσε στο χέρι ένα βιβλίο με παραμύθια ή μήπως ήταν ημερολόγιο; Και ετοιμαζόταν να αποκοιμηθεί νανουρισμένη από τα φωτάκια που αναβόσβηναν ρυθμικά, γεννώντας όνειρα και υποσχόμενα ένα μέλλον γεμάτο σχέδια, έναν κόσμο όλο δικό της.

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *