Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2021

Ανοιχτά παράθυρα

 


γράφει η Αρχοντία Κάτσουρα

 

Βράδυ, μιας συνηθισμένης καθημερινής. Λούστηκε, έκανε ντους και φόρεσε μια πιτζάμα. Ανετη και φαρδιά. Νύσταζε πολύ, αλλά δεν ήθελε να κοιμηθεί. Γλυκό φθινόπωρο, και ας είχε ακόμη αρκετή ζέστη. Ηπια, γλυκιά κι αυτή, σαν ρόγες από σταφύλι και τραγανή σαν τα πρώτα μήλα. Δεν την ένιωθες πολύ, αλλά τα μεσημέρια ένιωθες λίγο ιδρώτα στον αυχένα. Τα βράδια είχε μια ελαφριά υγρασία που δεν ενοχλούσε, αλλά έκανε ευχάριστη τη δροσιά.

 

Αυτές οι νύχτες της άρεσαν. Καθόταν στο μπαλκόνι έως αργά και άκουγε την πόλη να πηγαίνει σιγά σιγά για ύπνο. Τα μπαλκόνια άδειαζαν νωρίς, τα φώτα έσβηναν. Τα παιδιά της γειτονιάς την άλλη μέρα θα πήγαιναν σχολείο και έπρεπε να κοιμηθούν. Οι γονείς, προσαρμοσμένοι στην αλλαγή -πάνε πια οι βεγγέρες και τα ξενύχτια στις βεράντες, με παρέα ή με τηλεόραση- μαζεύονταν κι αυτοί μέσα.

 

Και οι δρόμοι ησύχαζαν. Τα αυτοκίνητα ήταν λίγα, η κίνηση αραιή. Και κάπου στον ουρανό ένα φεγγάρι που γέμιζε πάλι, ταγμένο στην αέναη ρουτίνα του. Θέλοντας και μη, να κρύβεται ή να αποκαλύπτεται ανάλογα με τη σκιά της γης. Εκείνη η αφέντρα, όριζε τους κανόνες, η σελήνη υπάκουε.

 

Μισοξάπλωσε στην πολυθρόνα, άπλωσε τα πόδια στο μωσαϊκό και αφέθηκε να ρουφά δροσιά και ησυχία. Περίεργο, απόψε δεν ακουγόταν τίποτα: ούτε ένα τραγούδι από κάποιο μακρινό ραδιόφωνο, ούτε χαμηλόφωνες συζητήσεις, ούτε γέλια. Νόμιζε ότι δεν άκουγε ούτε αυτοκίνητα. Σαν μια νύχτα στην εξοχή, όπου μόνο, πότε πότε, έκρωζε κανένα πουλί ή γάβγιζε ένα σκυλί.

 

Και πόσο περίεργο… Απόψε δεν σκεφτόταν τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα. Η μόνη μυρωδιά που της ερχόταν ήταν από την κολόνια της: γκρέιπφρουτ και πορτοκάλι. Δροσερή. Αναζωογονητική. Αλλά επ’ ουδενί δεν θύμιζε φθινόπωρο. Τέτοιες μέρες ταιριάζουν άλλα αρώματα: γιασεμί και αγιόκλημα, ίσως νυχτολούλουδο. Κι αν είσαι πολύ τυχερός, θάλασσα, ιώδιο.

 

«Δεν πειράζει», σκέφτηκε. «Καλά είναι τώρα εδώ. Ας είναι». Δίψασε, αλλά δεν ήθελε να μπει μέσα. Ωρα τώρα παρατηρούσε δυο γυαλιστερά μάτια να την παρακολουθούν πίσω από μια γλάστρα. Ηταν ο γκρίζος ριγωτός γάτος που επισκεπτόταν το μπαλκόνι της δυο-τρεις μήνες τώρα. Κοιμόταν τα μεσημέρια κάτω από την τέντα και, όπως υποψιαζόταν, τα βράδια άραζε στην πολυθρόνα της. Δεν την πλησίαζε, δεν περίμενε να τον ταΐσει, μόνο την κοίταζε από μακριά. Και όταν του μιλούσε, έκλεινε τα μάτια του και κουνούσε την ουρά του, σαν να καταλάβαινε. Αλλά ώς εκεί. Περισσότερες παρτίδες μαζί της δεν ήθελε: μόνο να του αδειάζει την πολυθρόνα τις νύχτες για να κοιμάται.

 

Σηκώθηκε τελικά για να πάει στην κουζίνα. Γέμισε ένα ποτήρι νερό και γύρισε στο μπαλκόνι. Ο γάτος είχε ξεθαρρέψει λίγο και πλησίασε δυο γλάστρες πιο κοντά.

 

Εκείνη κάθισε ξανά στην πολυθρόνα, αλλά κάτι είχε ραγίσει την πρότερη μαγεία. Νύσταζε πιο πολύ, σκεφτόταν και το γκρίζο γατί, που αδημονούσε να απαλλαγεί από την παρουσία της.

 

Θα έμπαινε μέσα. Θα ξυπνούσε και πολύ νωρίς… Εντεκα παρά έδειχνε το ρολόι.

 

Ηπιε το νερό, σηκώθηκε, μάζεψε και το βιβλίο της που είχε βγάλει έξω αλλά ποτέ δεν άνοιξε, και πήγε στο σπίτι. Εκεί ήταν ζεστά. Περισσότερο από όσο θα ήθελε. Η κρεβατοκάμαρα το ίδιο.

 

Εκλεισε τα παντζούρια, αλλά άφησε ανοιχτά τα παράθυρα. Ωσπου να ετοιμαστεί για ύπνο, το σπίτι δρόσισε. Πήρε μια λεπτή πικέ κουβέρτα και την έριξε πάνω από το σεντόνι.

 

«Απόψε θα κοιμηθώ με ανοιχτά παράθυρα» αποφάσισε. Σαν να ήταν καλοκαίρι, σαν να βρισκόταν στην εξοχή. Και έτσι, λουσμένη, δροσερή και μυρίζοντας εσπεριδοειδή, αφέθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα. Από κάπου πολύ μακριά, ερχόταν θαλασσινή αύρα. Αλλά αυτό μπορεί και να το ονειρεύτηκε.     

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *