Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

Φθινοπωρινό πρωινό

 


γράφει η Αρχοντία Κάτσουρα

 

Κυριακή πρωί. Η ατμόσφαιρα μύριζε υγρασία -ίσως και βροχή- ακόμη και μέσα στο σπίτι. Αν και ήταν πια οκτώ η ώρα, ήταν σκοτεινά. Στην καρδιά του φθινοπώρου. Αν και ακόμη μια φορά η ώρα είχε αλλάξει, επαναφέροντας τις μέρες στον κανονικό τους ρυθμό, κερδίζοντας εκείνη τη χαμένη ώρα που έκλεψε η άνοιξη, νύσταζε πολύ.

 

Αλλά διψούσε, το στομάχι κάπως διαμαρτυρόταν και η ιδέα ενός ζεστού καφέ τη σήκωσε από το κρεβάτι. «Ας αξιοποιήσουμε την επιστραφείσα ώρα», σκέφτηκε, όπως θυμήθηκε και όλα τα άλλα πρωινά που έτρεχε πίσω από το ρολόι για να προλάβει.

 

Τυλίχτηκε με ένα μάλλινο σάλι, φόρεσε ένα ζευγάρι κάλτσες και άρχισε να ανοίγει τα παντζούρια. Πάει κι ο Οκτώβριος, είπε, κοιτάζοντας το ημερολόγιο -κι ας ήξερε τι μέρα ήταν κάθε μέρα και πόσο του μηνός. Ο δρόμος ήταν βρεγμένος και γλιστερός. Είχε βρέξει μέσα στη νύχτα. Κάποιος έτρεχε φορώντας κοντή βερμούδα και αδιάβροχο πανωφόρι. Τα φωσφορίζοντα αθλητικά παπούτσια του έριχναν φως στη σκοτεινιά του πρωινού. Σαν φλας σε μαυρόασπρη σελίδα κόμικς.

 

Σφίχτηκε μέσα στο σάλι της και πήγε στην κουζίνα. Από εκεί, από τον ακάλυπτο της φάνηκε ότι τα σύννεφα άρχιζαν να διαλύονται σιγά σιγά. Μέχρι να γίνει ο καφές και να ψήσει το προχθεσινό ψωμί στην τοστιέρα δυο αχτίδες έσκασαν μέσα από μια σχισμή.

 

Πεινούσε. Διψούσε. Ηπιε μαζεμένα δυο ποτήρια νερό. Τότε κατάλαβε ότι ξύπνησε. Αλλά δεν ήθελε να κάνει τίποτα. Ηθελε μια μέρα τεμπελιάς -αν ήταν δυνατόν, να τη βγάλει έτσι, με τις κάλτσες, τις πιζάμες και το σάλι κουλουριασμένη στον καναπέ, πίνοντας όλη μέρα την ίδια κούπα καφέ και τρώγοντας φρυγανισμένο ψωμί με ταχίνι και μέλι. Ισως και ένα πράσινο μήλο αργότερα.

 

Ανοιξε το ραδιόφωνο. Επαιζε ένα ορχηστρικό του Μάνου Χατζιδάκι. Το μουσικό θέμα* προέρχεται από την ομώνυμη ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Χαμένα όνειρα» του 1961, πληροφορούσε ο εκφωνητής. Την είχε δει την ταινία. Μιάμιση φορά. Μία φορά ολόκληρη, στην εφηβεία, την εποχή που η ελληνική τηλεόραση έπαιζε ελληνικό σινεμά κάθε Σάββατο βράδυ και μερικές φορές και τα μεσημέρια της Κυριακής. Δυο νέοι καταδικασμένοι να ζήσουν μια ζωή ανάμεσα σε κουβαρίστρες… Αλλη μια φορά την πέτυχε στη μέση, και την άφησε να παίζει. Δεν θυμόταν γιατί δεν την είδε ώς το τέλος…

 

Είχε στενοχωρηθεί πολύ μάλλον την πρώτη φορά. Αλλά τη μουσική αυτή την ήξερε καλά, τόσο ώστε μερικές φορές την «άκουγε» μέσα στο μυαλό της. Τη συνέδεε με τις βροχερές μέρες και με κάποιους παλιούς περιπάτους στην Πλάκα, καθημερινή, λίγο μετά το σούρουπο, όταν οι τουρίστες χάνονταν στα ξενοδοχεία τους και οι δρόμοι άδειαζαν. Πάντα τότε περίμενε ότι από τα μισοφωτισμένα, σχεδόν μαυρόασπρα στενά μπορεί να δει να βγαίνουν ήρωες των ταινιών του ’50 και του ’60, σαν αυτές που έβλεπε παιδί. Η Ελλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν από την «Κάλπικη Λίρα», η Τζένη Καρέζη και ο Νίκος Κούρκουλος στον «Μεγάλο Ερωτα» ή ο Μίμης Φωτόπουλος στην ταινία «Ο Φανούρης και το σόι του». Μαυρόασπροι μεν, αλλά ολοζώντανοι…

 

Η μουσική, αν και έφερνε κάτι από τη θλιμμένη νοσταλγία μιας λατέρνας, της άρεσε. Σαν βόλτα σε λούνα παρκ με ποπ κορν και μαλλί της γριάς ή παγωτό αν ήταν καλοκαίρι.

 

Γέμισε μια κούπα με καφέ και έτσι, όρθια, μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας, είδε πάλι τον ήλιο να χάνεται. Σκοτείνιασε. Οι πρώτες ψιχάλες άρχισαν πάλι να πέφτουν και το ραδιόφωνο, απόλυτα συντονισμένο με τον καιρό και τη διάθεσή της, συνέχισε να παίζει τραγούδια και μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, με τις φωνές της Αρλέτας, της Φλέρυς Νταντωνάκη και του Δημήτρη Ψαριανού να χρωματίζουν τον χώρο. Κάθισε στον καναπέ ακούγοντας το «Οταν έρχονται τα σύννεφα», καλά τυλιγμένη στο σάλι της και πίνοντας καφέ. Σήμερα θα είναι μια όμορφη μέρα, είπε, και άνοιξε ένα βιβλίο.

 

* «Το βαλς των χαμένων ονείρων», Μάνος Χατζιδάκις  

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *