Του Αλμπέρ Καμύ
Μεγάλωσα μέσα στη θάλασσα και η φτώχεια μου είχε ένα μεγάλο πλούτο, αλλά έπειτα έχασα τη θάλασσα και όλες οι πολυτέλειες μου φάνηκαν γκριζωπές και η αθλιότητα ανυπόφορη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα καράβια της επιστροφής, το σπίτι των υδάτων, τη διάφανη μέρα. Κάνω υπομονή και καλλιεργώ την ψυχή μου με όλες μου τις δυνάμεις. Με βλέπουν να περνώ από όμορφους και σοφούς δρόμους, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι μου, δεν είμαι εγώ που μιλάω. Με εγκωμιάζουν, ονειρεύομαι λίγο˙ με προσβάλλουν, δεν εκπλήσσομαι σχεδόν καθόλου. … Στους ενταφιασμούς ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου. Στ’ αλήθεια αριστεύω. Βαδίζω με αργό βήμα στα προάστια που ανθίζουν από σιδερικά, διασχίζω μεγάλες αλέες που είναι φυτεμένες με τσιμεντένια δέντρα και σε οδηγούν σε τρύπες της παγωμένης γης. Εκεί, κάτω από τον επίδεσμο του ουρανού που μόλις βάφεται κόκκινος, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος. Αν πετάξω το λουλούδι που μου δίνει ένα απλωμένο χέρι από άργιλο, θα πέσει σίγουρα μέσα σ’ έναν τάφο. …
[Albert Camus, Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής,
μετάφραση Χρήστος Σαλταπήδας, εκδ. Απόστροφος]
artworks : Katrien De Blauwer

0 comments :
Δημοσίευση σχολίου