Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Σαν στοιχειό στο κάστρο




Ο άνεμος περνούσε μέσα από τις πολεμίστρες του παλιού κάστρου στην άκρη του λιμανιού. Εκανε ζέστη, ο ήλιος δεν αντεχόταν και έψαχνε σκιές για να προστατευτεί.

Είχε ελάχιστο χρόνο, ήθελε να προλάβει να το δει ολόκληρο. Μικρό «δώρο» ήταν αυτή η σύντομη εκδρομή στο νησί, προσπαθούσε να το εκμεταλλευτεί όσο γινόταν περισσότερο.

Η ιστορία του κάστρου μεγάλη, παλιά: Τούρκοι, Ενετοί, πολιορκίες, φυλακίσεις, επαναστάσεις και εξεγέρσεις, που άλλοτε πέτυχαν και άλλοτε πνίγηκαν στο αίμα. Εμπόριο με τόπους ξένους και τόσα άλλα, καταγραμμένα στις ενημερωτικές πινακίδες, αλλά πέρα και πάνω από όλα στους ογκόλιθους που το έχτισαν, το κράτησαν όρθιο στις επιθέσεις, προστάτεψαν τους υπερασπιστές του αλλά και «έκρυψαν» τις κραυγές των απεγνωσμένων, όσων βασανίστηκαν στα κελιά του. «Λες να πάτησε εδώ κι ο Καπετάν Μιχάλης;» αναρωτήθηκε.

Διάβαζε τις πληροφορίες και προσπαθούσε να τις κάνει εικόνες. Ανέβηκε στο πάνω μέρος του κάστρου και περπάτησε στις γκουαρδιόλες και τα παραπέτα. Δυστυχώς, χωρίς καπέλο… Κι έτσι κουράστηκε γρήγορα, ζαλίστηκε.

Βρήκε μια σκεπαστή πολεμίστρα και κάθισε να δροσιστεί. Μέσα από το τοξωτό «παράθυρο» άφησε τον άνεμο να της ψιθυρίσει και κοίταζε τη θάλασσα που άφριζε στα ανοιχτά, μακριά από το λιμάνι πίσω της, όπου ψαροκάικα και ιστιοφόρα είχαν βρει ασφαλές καταφύγιο.

Δεν ήθελε να φύγει, δεν ήθελε να επιστρέψει, ούτε στο σπίτι ούτε στη δουλειά ούτε σε όσα άφησε πίσω για τόσο λίγο. Ηξερε πως δεν γινόταν, αλλά ήθελε να μείνει εκεί. Να μπαίνει κάθε μέρα στο κάστρο, να βλέπει τη θάλασσα να αλλάζει χρώματα, να αγριεύει και να καλμάρει και να μη μιλάει.

Αν γινόταν θα ήθελε και να μη σκέφτεται -ώσπου όσα ξέρει και όσα νιώθει και όσα συμβαίνουν ή δεν συμβαίνουν, κι ας το χρειάζεται τόσο, να χωνευτούν, να τακτοποιηθούν, ίσως και να λυθούν. Με όλες τις εκδοχές της έννοιας της λύσης: της αποκατάστασης, της απαλλαγής, της διευθέτησης, της έκβασης.

Οι μυρωδιές της θάλασσας είχαν μια αγνότητα, μια καθαρότητα, και αυτό της άρεσε. Μαζί με το χρώμα της, που πότε ήταν ανοιχτό, σχεδόν λευκό, πότε πρασινωπό και πότε βαθύ κυανό.

Τα στεγνά από την κόπωση της δουλειάς μάτια της είχαν αρχίσει να ηρεμούν, η υγρασία τους είχε αρχίσει να αποκαθίσταται, σε λίγο νόμιζε ότι θα αλλάξουν χρώμα. Από το καστανό τους θα έφευγε το κίτρινο, το κόκκινο και θα έμενε το γαλάζιο, σαν αυτό που έχουν πολλά μωρά όταν γεννιούνται. Κι ας αλλάζει μετά, και ας ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη από το γενετικό τους υλικό μοίρα, καστανό, μαύρο, κάποιο άλλο. Μπορεί να δάκρυσε και λίγο, αλλά δεν ήταν σίγουρη.

Δίπλα της πέρασαν τρεις νεαροί Αμερικανοί τουρίστες. Μιλούσαν φωναχτά και έβγαζαν σέλφι. Μιλούσαν για το πόσο όμορφο ήταν το κάστρο και πόσο ενδιαφέρουσα τους φάνηκε η ιστορία του νησιού. Δεν της έδωσαν σημασία, δεν της ζήτησαν να απομακρυνθεί για να φωτογραφηθούν.

«Ισως με απορρόφησε το τοπίο και δεν φαίνομαι» σκέφτηκε. Για μια στιγμή η ιδέα τής φάνηκε διασκεδαστική, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα. Μπορεί η ευχή της να πραγματοποιήθηκε, να μπορούσε να μείνει έτσι για πάντα εκεί. Στοιχειό που περιπλανιέται στους διαδρόμους του κάστρου.

Τότε ήταν που χτύπησε το τηλέφωνό της. «Πού είσαι; Πρέπει να ετοιμαστούμε να φύγουμε. Μας περιμένουν για το φαγητό».

Απάντησε ότι θα ήταν πίσω σε μισή ώρα το πολύ. Χαιρέτησε τη θάλασσα και τράβηξε κι εκείνη μερικές φωτογραφίες. Τη θάλασσα όπως φαίνεται μέσα από τις πολεμίστρες και τα παλιά ανασκαμμένα αρσενάλια.

Και πήρε τον δρόμο για το δωμάτιο. Εξω από τον Κούλε, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ψάρευε με πετονιά και δόλωμα λευκό ψωμί ξαναζυμωμένο σε μικρές μπάλες. Γελούσαν, έμοιαζαν ευτυχισμένοι, είχαν στα χέρια τους από ένα ποτηράκι τσικουδιά.

«Αντε, και του χρόνου» είπε η γυναίκα. «Να είμαστε καλά, γυναίκα», της απάντησε ο άντρας. «Καλή ψαριά».

Καλό καλοκαίρι, ευχήθηκε σιωπηρά κι εκείνη και γύρισε βιαστικά στο ξενοδοχείο.  

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *