Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

Χαμηλή αισιοδοξία στους πεζόδρομους

 


 γράφει ο Γιώργος Σταματόπουλος

 

Αυτό που είχαν φοβηθεί πολλοί με την έναρξη των λοκντάουν τελικά δεν το αποφύγαμε: το λοκντάουν μπήκε μέσα μας. Θρονιάστηκε εκεί για τα καλά και βασιλεύει στις μικρές στιγμές τής τάχα μου απελευθέρωσης. Βγαίνουν στις πλατείες και τους δρόμους οι άνθρωποι, αλλά δεν υπάρχει χαρά -πουθενά ευθυμία. Φαίνονται βαριές οι λαβωματιές, ανεπούλωτες. Και έχεις ταυτόχρονα τους [αστείους, τελικά] κυβερνητικούς να επαίρονται για τη διακυβέρνησή τους -και ας πλησιάζουμε τους δώδεκα χιλιάδες νεκρούς από τον κορονοϊό, σημασία έχει ότι οι εταίροι τούς συγχαίρουν για τη δεινότητά τους να απορροφούν κοινοτικά κονδύλια. Τι να πεις.

 

Αν εξαιρέσεις τους νέους που ξεσαλώνουν, οι «ώριμες» ηλικίες αντιδρούν αμήχανα, επιφυλακτικά, διστακτικά. Ανεβοκατεβαίνω, σχεδόν καθημερινά, έναν πολύ ωραίο δρόμο στο κέντρο της Αθήνας, τη Φωκίωνος Νέγρη. Ιστορικός δρόμος [πεζόδρομος, με πολλά παγκάκια και δέντρα]. Από τη μέρα της «απελευθέρωσης» είναι σχεδόν άδειος -χάσκουν οι άδειες καρέκλες στα πολύ όμορφα καφέ και μεζεδοπωλεία που βρίσκονται και από τις δυο πλευρές. Απογοητευμένοι οι φίλοι που διατηρούν εκεί τέτοια καφέ. Και ούτε οι ίδιοι έχουν κέφι για δουλειά, έρμαια πιθανώς της βαθύτερης αδράνειας που έχει καταλάβει αρκετούς.

 

Κάτι ασφαλώς συμβαίνει. Φίλοι, που κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού αγωνιούσαν πότε θα ανοίξουν τα μαγαζιά, να βρεθούμε, να πιούμε έναν καφέ, ένα ποτό, σταμάτησαν να τηλεφωνούν. Κουράστηκαν; Εθίστηκαν στην απομόνωση; Βαρέθηκαν να περιμένουν; Ξέρω γω; Με φώναξαν τις προάλλες σε ένα στέκι στα Εξάρχεια όπου είχαν μαζευτεί πέντε έξι φίλοι. Πήγα και μου φάνηκαν όλα περίεργα -σχεδόν ξένα. Ελεγαν τα αστεία τους, αλλά, ήταν φανερό, το γέλιο δεν «έβγαινε» και η συμμετοχή ήταν υποτονική. Δεν ήταν μόνο δική μου εντύπωση -φαινόταν στις ματιές και τις κινήσεις όλων.

 

 

Πλήρης και η απογοήτευση από τους κυβερνητικούς χειρισμούς στο δύσκολο, ούτως ή άλλως, θέμα της πανδημίας -και όχι μόνο από αριστερούς συνδαιτυμόνες αλλά και από όσους έχουν σαν ιδεολογικό όπλο την επιβίωση του δυνατότερου, του ικανότερου, «όπλο» που νομιμοποιεί τους ισχυρούς και τους πλούσιους. Φαίνεται εντούτοις [ή έτσι θέλουμε να φαίνεται] ότι είναι παροδική αυτή η παραίτηση και αυτό διότι το είδος πάντα βρίσκει τρόπους να εκδηλώνει τη μικρότητά του και ενίοτε το μεγαλείο του. Σχεδόν τίποτε δεν συνέχει την κοινωνία, τις κοινότητες· μάλλον δεν υπάρχουν πλέον κοινότητες παρά αλαφιασμένες παρέες και σπασμωδικές, νευρωσικές σχεδόν, επαφές. Είναι κρίμα αλλά δεν μπορούν να γίνουν και πολλά πράγματα.

 

Οπως έχει πολλές φορές επισημανθεί, η ομορφιά έχει εξοριστεί [από εμάς τους ίδιους]. Ομορφιά: ειρηνική συμβίωση, στέγαση, τροφή, ένδυση για όλους τους ανθρώπους του πλανήτη -ακολουθούν τα έργα τέχνης και η επιστήμη. Αυτά μπορεί να μην έχουν σχέση με την επάνοδο της «κανονικότητας», με την «απελευθέρωση» της κοινωνίας από τα κορονοϊκά δεσμά, συμβάλλουν όμως [ίσως] στην επανάκτηση μερικών αιώνιων βεβαιοτήτων και όχι βεβαιοτήτων που αποκτήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά στην ελληνική κοινωνία. Πάντως, ζωντανά πρόσωπα δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί στους αθηναϊκούς πεζόδρομους -χαμηλή η αισιοδοξία [υπαρκτή όμως -και αυτό μετράει].

     

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *