Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Το μαγαζί των νεκρεμπόρων. Γράφει ο Μιχάλης Στρατάκης

Για τους πολλούς μια συζήτηση γύρω από το θέμα του θανάτου σημαίνει κάτι το μακάβριο. Δεν θέλουν ούτε να ακούν τέτοια συζήτηση. Πολλώ μάλλον δεν θέλουν να συμμετέχουν σ’ αυτήν. Τους καταλαβαίνω απόλυτα. Δεν θέλουν οι άνθρωποι να ακούνε τίποτα για εκείνο που φοβούνται. Νομίζουν ότι κλείνοντας τα αφτιά τους και γυρνώντας την πλάτη τους σ’ αυτό το θέμα, …. καλοπιάνουν το χάρο.
Νομίζουν ότι με αυτό τον τρόπο μπορούν να ακυρώσουν τον κανόνα της νομοτέλειας.
Εγώ τέτοιο πρόβλημα δεν έχω. Αυτό που μου είναι αδύνατο να αποφύγω, μου αρέσει να το συζητώ. Το κακό είναι ότι δεν βρίσκω πάντα πρόθυμους συνομιλητές.


Και το χειρότερο είναι ότι και αν τύχει να βρω κάποιον, αυτός προσπαθεί να καλοπιάσει τους … παπάδες για να καλοπιάσουν αυτοί με τη σειρά τους, και για λογαριασμό του, το… χάρο.
Από απομνημονεύτου χρόνου ανοιχτά, κατηγορηματικά και δημόσια έχω ταχθεί υπέρ της αποτέφρωσης των νεκρών. Είναι παγκοίνως γνωστή η θέση μου μέσα από τα άρθρα και τις εκπομπές μου. Μη σπεύσει κανείς ανόητος να με χαρακτηρίσει «άπιστο» και να με κατατάξει στο στρατόπεδο του «θηρίου». Διότι δεν σημαίνει ότι, κατ’ ανάγκη, είμαι άπιστος επειδή διαφωνώ, κάθετα και ριζικά, με κάποιες παπαδίστικες δοξασίες και υπερβολές.
Όπως διαφωνώ με το «δος ημίν σήμερον τον άρτον ημών τον επιούσιον», έτσι διαφωνώ και με την απαράδεκτη εμμονή των εκπροσώπων της εκκλησίας ότι οι νεκροί πρέπει να θάβονται, και ν’ αρχίζει αμέσως μετά και ο μετά θάνατον εξευτελισμός τους.
Διαφωνώ με το «δος ημίν σήμερον τον άρτον ημών τον επιούσιον», διότι θεωρώ ότι αυτό ακυρώνει την ανάγκη του ανθρώπου για εξέλιξη, για πρόοδο, για προκοπή. Αν το αποκλειστικό ζητούμενο και μέλημα του είναι η εξασφάλιση του «επιούσιου άρτου», τότε δεν μπορεί –και εκκλησιαστικώς δεν επιτρέπεται- να μεριμνήσει για τον «άρτο» της επόμενης και της μεθεπόμενης μέρας. Αλίμονο εάν ο άνθρωπος μεταβληθεί σε «πετεινόν του ουρανού» και ολημερίς κι οληνυχτίς δοξάζει το Θεό, επειδή κάποιοι φιλοτιμήθηκαν να του πετάξουν λίγα ψίχουλα για να επιβιώσει. Στο κάτω -κάτω της γραφής, ας μου αποδείξουν πρώτοι οι μεγαλόσχημοι «εκπρόσωποι του Θεού επί της γης» ότι νοιάζονται οι ίδιοι για τον «επιούσιο τους». Δεν νομίζω ότι ο «επιούσιος» συνάδει με τις απαστράπτουσες λιμουζίνες, τα λουκούλλεια γεύματα, τις χρυσοποίκιλτες εμφανίσεις, τις τεράστιες καταθέσεις στις τράπεζες, και την άκρως προκλητική –ορισμένες φορές- προσωπική ζωή. Γι’ αυτό διαφωνώ με τα περί του «επιούσιου». Πιστεύω ότι με κάτι τέτοια οι παπάδες προσπαθούσαν, και προσπαθούν, να κρατούν τον άνθρωπο μονίμως όχι απλά γονατισμένο, αλλά πεσμένο μπρούμυτα στο χώμα για να μπορούν να τον πατούν στο λαιμό με τα «άγια» μοκασίνια τους. Διότι ένας άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του υπερευτυχισμένο επειδή εξασφάλισε τον «επιούσιο», είναι ένας άνθρωπος παντελώς ακίνδυνος για το σύστημα. Για το σύστημα στο οποίο συμμετέχουν, ως μεγαλομέτοχοι, και οι μεγαλόσχημοι παπάδες. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται όχι μόνο για το σήμερα αλλά κυρίως για το μέλλον του και παράλληλα αγωνίζεται και για το μέλλον των συνανθρώπων του, είναι άνθρωπος άκρως επικίνδυνος για το σύστημα. Παλιότερα, αυτούς τους επικίνδυνους ανθρώπους οι παπάδες ιεροεξεταστές τους έκαιγαν ζωντανούς στο όνομα του… φιλεύσπλαχνου Θεού. Σήμερα που δεν μπορούν να τους κάψουν ζωντανούς, τους κατατρομοκρατούν διαβεβαιώνοντας τους ότι μετά το θάνατο τους θα καίγονται «στον αιώνα τον άπαντα» στις φωτιές και στα καζάνια της κόλασης.
Όλα αυτά θα τα πάθουν εάν διεκδικήσουν, σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, κάτι παραπάνω από «τον άρτο τον επιούσιο». Διότι αλίμονο στο σύστημα εάν όλοι οι άνθρωποι της γης διεκδικήσουν αυτό το «κάτι παραπάνω». Το σύστημα θα καταρρεύσει.
Έτσι όπως διαφωνώ με τον «επιούσιο», διαφωνώ και με την ταφή των νεκρών.
Δεν μου ήρθε, έτσι ξαφνικά, να διαφωνήσω και να ταχθώ υπέρ της καύσης. Άρχισα να το σκέφτομαι σοβαρά πριν από κάμποσα χρόνια όταν κηδεύαμε τον μακαρίτη τον πεθερό μου στα κοιμητήρια της Αναστάσεως του Κυρίου στη Θεσσαλονίκη. Λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε, η πολυπόλωση της κοινωνίας ήταν πασιφανής και πανθομολογούμενη. Δεν μπορούσα, όμως, να φανταστώ ότι αυτή η εμφυλιοπολεμική πόλωση θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος και μέσα στην Εκκλησία. Και όμως. Μέσα στην Εκκλησία, όση ώρα ο παπάς έψελνε στην κηδεία του πεθερού μου, στο ένα χέρι κρατούσε το θυμιατό και στο άλλο έπαιζε ένα ευμέγεθες μπρελόκ της Νέας Δημοκρατίας!
Σεβάστηκα, τότε, την ιερότητα της περίστασης και έδωσα τόπο στην οργή. Η οργή μου, όμως, άρχισε να παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις παρακολουθώντας στη συνέχεια τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, τις δεήσεις και όλα εκείνα που γίνονται πάνω από τους τάφους. Καθαρή επιχείρηση. Εκμετάλλευση του νεκρού και των συγγενών του. Εκμετάλλευση του πόνου τους και της αγάπης τους προς τον θανόντα. Σκέτη ντροπή. Και απόλυτος παραλογισμός το να νομίζεις ότι μόνο αν δώσεις «φακελάκι» στον παπά μπορεί αυτός να … μεσολαβήσει στο Θεό για να συγχωρέσει τις αμαρτίες του ανθρώπου σου που έφυγε από τη ζωή. Για μένα αποτελεί ύβρη προς τον ίδιο το Θεό το να πιστεύεις ότι Αυτός «πουλάει» τις θέσεις στον Παράδεισο και ως «μεσίτες» χρησιμοποιεί τους παπάδες.
Η οργή μου μεγάλωνε ακόμα πιο πολύ σαν πέθαναν και η πεθερά μου και ο πατέρας μου και τελευταία η μάνα μου. Σε κάθε θάνατο δικού μου ανθρώπου ένοιωθα την αγανάκτηση μου να με πνίγει.
Μέχρι που βίωσα και τη διαδικασία της εκταφής. Εκεί κατάλαβα ότι η ταφή του νεκρού σημαίνει την απαρχή του μετά θάνατον εξευτελισμού του, ο οποίος κορυφώνεται με την εκταφή. Μένω στον χαρακτηρισμό «εξευτελισμός» και δεν προχωρώ παραπέρα, για να μη ξύσω επώδυνες πληγές σε ανθρώπους που έχουν βιώσει τέτοιες καταστάσεις.
Γιατί μόνο οι άνθρωποι που βρέθηκαν μάρτυρες σε τέτοια διαδικασία μπορούν να καταλάβουν πόσο δίκιο έχουν όσοι λένε ότι η εκταφή του νεκρού είναι χειρότερη από τον θάνατο του. Φυσικά, η Εκκλησία και οι «τη επιφοιτήσει του Αγίου Πνεύματος» εκπρόσωποι της, τα γνωρίζουν όλα αυτά. Και πώς να μη τα γνωρίζουν αφού οι ίδιοι σε όλα αυτά συμμετέχουν και από όλα αυτά θησαυρίζουν; Γι’ αυτό και δεν αντιδρούν.
Γι’ αυτό και αγωνίζονται υπέρ της διαιώνισης αυτής της απάνθρωπης κατάστασης. Το νεκροταφείο είναι γι’ αυτούς ένα χρυσοφόρο μαγαζί και αυτό το μαγαζί δεν πρέπει να κλείσει. Διότι πολλές φορές το σώμα του νεκρού δεν έχει πλήρως αποσυντεθεί, οπότε τον βγάζουν από τον τάφο του σε κατάσταση ημιαποσύνθεσης και τον ξαναθάβουν σε άλλο τάφο. Δεν τον αφήνουν το νεκρό να ησυχάσει. Τον θάβουν, τον ξεθάβουν, τον ξαναθάβουν, τον ξαναξεθάβουν και δώστου τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι δεήσεις και το χρήμα. Και όταν, κάποτε τον ξεθάψουν για τελευταία φορά, τότε τα οστά του μεταφέρονται στο οστεοφυλάκιο, το οποίο αποτελεί νέο μαγαζί.
Εκεί πηγαίνουν πυκνά συχνά οι συγγενείς του νεκρού και κάνουν τα «επιβεβλημένα» τρισάγια «υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του». Και δώστου και πληρώνουν. Η ανάπαυση της ψυχής δεν είναι οριστική και τελεσίδικη. Η ανάπαυση «ενοικιάζεται» για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που οριοθετείται από δύο τρισάγια.
Το κάθε τρισάγιο εξασφαλίζει ανάπαυση ψυχής μέχρι το επόμενο τρισάγιο. Έτσι πάει το πράγμα. Για να είναι αναπαυμένη η ψυχή του ανθρώπου σου πρέπει να πληρώνεις… συνδρομή στους εκπροσώπους του Θεού επί της γης. Έτσι και τολμήσεις να διακόψεις τη συνδρομή σου, τέρμα η ανάπαυση της ψυχής του ανθρώπου σου. Σα δε ντρεπόμαστε όλοι μας που επιτρέπουμε να συνεχίζεται αυτή η γελοιότητα. Φυσικά και δεν περιμένω να ντραπούν εκείνοι που αγωνίζονται για τη διαιώνιση αυτής της γελοιότητας.
Αυτοί επαγγελματίες νεκρέμποροι είναι και τη δουλειά τους κάνουν.
Για όλα αυτά και για μύρια όσα άλλα –οικολογικού χαρακτήρα και θεμάτων που αφορούν στη δημόσια υγεία και όχι μόνο- έχω ταχθεί υπέρ της καύσης των νεκρών. Τουλάχιστο της προαιρετικής. Όποιος θέλει ,σώνει και καλά, να τον θάψουν μετά τον θάνατο του, γενηθήτω το θέλημα του. Όποιος, όμως, επιθυμεί να αποτεφρωθεί να έχει το δικαίωμα και το δικό του θέλημα να γίνεται πράξη, όχι στο εξωτερικό –όπως γίνεται σήμερα- αλλά στην πατρίδα του. Στον τόπο του.
Κατά καιρούς έχω χειροκροτήσει πολιτικούς όλων των παρατάξεων που έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες υπέρ της καύσης των νεκρών. Δυστυχώς, τζάμπα μου φαίνεται χειροκροτούσα, αφού παρότι έχουν περάσει χρόνια και ζαμάνια οι πρωτοβουλίες εξακολουθούν να παραμένουν καταχωνιασμένες σε κάποιο συρτάρι του αρμόδιου υπουργού. Φαντάζομαι κάποια τέτοια πρωτοβουλία αραχνιάζει και στο γραφείο του υπουργού εκείνου ο οποίος επαγγέλλεται την πάταξη της φοροδιαφυγής.
Ας ενημερώσει κάποιος ιδιαίτερα τον εν λόγω υπουργό ότι γύρω από αυτή την ιστορία της νεκρεμπορίας των παπάδων –και όλων των λοιπών επαγγελματιών που θησαυρίζουν από την ταφή των νεκρών- έχει στηθεί ένας απίστευτος χορός φοροδιαφυγής. Αλλά μάλλον το γνωρίζει. Απλώς δεν τολμά να κάνει τίποτα γιατί τρέμει το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται μια σύγκρουση του με τους παπάδες. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες που είναι υπέρ της καύσης των νεκρών, είναι αιχμάλωτοι της διαπλοκής πολιτικών και παπάδων. Δυστυχώς, αυτή είναι η αλήθεια.
Δεν ξέρω εάν όσο ζω θα ευτυχήσω να δω να γίνεται νόμος του κράτους το αναφαίρετο δικαίωμα μου να αποφασίσω εγώ πως θα διαθέσω το σώμα μου μετά τον θάνατο μου.
Το αναφαίρετο δικαίωμα μου να πω ότι θέτω στη διάθεση της επιστήμης το όλον ή μέρος της σωρού μου. Και μετά ότι απομείνει το θέτω στη διάθεση της φωτιάς.
Αισθάνομαι να με πλημμυρίζει ευτυχία σκεπτόμενος ότι η στάχτη μου μπορεί να γίνει λίπασμα στις ρίζες των ελιών μου στη Ρογδιά.
Και δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι το ενδεχόμενο και εγώ και οι δικοί μου άνθρωποι να γίνουμε πελάτες στο μαγαζί των νεκρεμπόρων.
Τελεία και παύλα.

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *