Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Το χρώμα της χαράς

 


γράφει η Αρχοντία Κάτσουρα

 

Μέτρησε σαράντα έξι πόντους. Και άλλους σαράντα έξι. Χρώμα σκούρο κόκκινο, μπορντό. Ενα κουβάρι μαλλί από τη μια πλευρά και ένα κουβάρι από την άλλη. Επρεπε να πλέξει είκοσι σειρές πυκνό λάστιχο και μετά να προσθέσει μερικούς πόντους -ακόμη δεν είχε υπολογίσει πόσους –θα το έβλεπε με το μάτι– και να κάνει ακόμη δεκαοχτώ σειρές.

 

Και μετά έπρεπε να ενώσει το χιονάτο λευκό μαλλί, για να αρχίσουν να γίνονται οι ρίγες. Οχι ισομερείς, φυσικά. Πρώτα θα ήταν φαρδιές οι κόκκινες και όσο θα ανέβαιναν θα γίνονταν πιο λεπτές, για να μεγαλώσουν οι λευκές. Και με λευκό θα τελείωνε: μια μεγάλη, φαρδιά ρίγα που θα πήγαινε να συναντήσει με κρυφές βελονιές άλλες.

 

Κοίταζε το πλάνο της αμφίθυμη. Πλάι στο σημειωματάριο ήταν αφημένα δύο έτοιμα κομμάτια. Ενα μπροστινό και μία πλάτη. Περίμεναν κι αυτά δύο χέρια για να ενωθούν όλα μαζί σε ό,τι είχε εκείνη κάνει σχέδιο.

 

Για να έχει μια ζεστή φωλιά στα επόμενα κρύα. Για να το φοράει στις εκδρομές στην εξοχή και καμιά φορά, όταν πρέπει να μένει σπίτι και ήθελε να τεμπελιάσει, να το βάζει πάνω από τις πιτζάμες της.

 

Αλλά τώρα έτσι όπως το κοίταζε, δύο έτοιμα κομμάτια και δύο να περιμένουν να γίνουν, σαν να μην ήθελε... Κρατιόταν και δεν ξεκινούσε, είχε μια ανησυχία μήπως κάτι πάει στραβά, μη γίνει κάποιο λάθος, μη δεν πετύχει και πάει ο κόπος χαμένος.

 

Εξω έβρεχε, όπως τα περισσότερα βράδια τον τελευταίο μήνα. Είχε και κρύο. Βολεύτηκε καλύτερα στην πολυθρόνα και άρχισε να χαζεύει το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα λαμπάκια του αναβόσβηναν, οι μπάλες γυάλιζαν, πήλινα παιχνίδια βάραιναν τα κλαδιά του και χαμογελαστά ξωτικά θύμιζαν ότι οι μέρες είναι λίγο διαφορετικές.

 

«Και τι να κάνω;» αναρωτήθηκε. «Κρίμα θα είναι», απαντούσε στην αναβλητικότητα που την έσπρωχνε να εγκαταλείψει.

 

«Κι αν δεν το φτιάξεις; Τι θα γίνει;» επέμενε εκείνη. «Ρούχα να φορέσεις έχεις. Ωραιότατα και σε άριστη κατάσταση».

 

«Ναι, αλλά εγώ ήθελα ένα ριγέ πουλόβερ. Αλλιώτικο από αυτά που κυκλοφορούν έξω», απαντούσε.

 

«Και τι πειράζει; Δεν έχεις ριγέ μπλούζες; Εκείνη η ωραία η μαύρη με το μπεζ; Κι εκείνη η καλοκαιρινή άσπρη-μπλε;»

 

«Και πότε θα το τελειώσεις; Μπορεί να μην προλάβεις να το φορέσεις φέτος».

 

Ο καλικάντζαρος της αναβολής –ή μήπως της τεμπελιάς– κόντευε να την πείσει… Τι θα γινόταν κιόλας αν δεν το τελείωνε φέτος; Πού θα το έβαζε έτσι κλεισμένη μέσα; Μόνο στο σουπερμάρκετ;

 

Ανοιξε ξανά την τσάντα και κοίταξε το νήμα. Κουβάρια κόκκινα μπορντό και λευκά. Θυμήθηκε πως αποφάσισε να τα αγοράσει σε μια μάλλον τυχαία επίσκεψη σε ένα κατάστημα. Κάτι άλλο έψαχνε, αλλά αυτό το κόκκινο χρώμα τής τράβηξε την προσοχή. Είχε ζεστά πουλόβερ, αλήθεια ήταν. Αλλά τα περισσότερα ήταν σκούρα. Μαύρα και γκρι κυρίως.

 

Είχε λαχταρήσει λίγο χρώμα, λίγη χαρά μες στον χειμώνα και ο συνδυασμός των δύο αυτών χρωμάτων την έκανε να χαμογελάσει. Κόκκινο της χαράς, λευκό της καθαρότητας και του χιονιού.

 

Ετσι, το αποφάσισε. Δεν θα βιαζόταν, είχε πει, όποτε προλάβαινε. Θα έκανε λίγο λίγο, σειρά τη σειρά, ώσπου να τελειώσει. Το είχε φορέσει κιόλας με τον νου και πολύ της άρεσε. Και το πήρε απόφαση, ρώτησε την πωλήτρια πόσο θα χρειαζόταν από το κάθε χρώμα και το αγόρασε.

 

Τώρα είχε φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τώρα. Η εικόνα που έφτιαξε τότε στο μυαλό της με το κόκκινο και λευκό πουλόβερ σε μια εκδρομή ζωντάνεψε.

 

«Θα συνεχίσω», είπε. «Και όποτε τελειώσει. Και θα το φορέσω την πρώτη Κυριακή ή Δευτέρα ή Τρίτη που θα μπορέσω. Ας είναι και τα επόμενα Χριστούγεννα».

 

Πήρε τις βελόνες της, μέτρησε ξανά τους πόντους της και ξεκίνησε. Αισθάνθηκε μια μικρή χαρά, αν και δεν ήξερε αν ήταν από το ωραίο χρώμα ή γιατί νίκησε τον εαυτό της.

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *