Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Μικρό κορίτσι στη θάλασσα

 


γράφει η Αρχοντία Κάτσουρα

 

Ο πρώτος καύσωνας της χρονιάς, ο πρώτος του φετινού καλοκαιριού. Οι άνθρωποι με όποιο τρόπο ξέρουν και μπορούν κλέβουν σταγόνες δροσιάς.

 

Ενας πλανόδιος πωλητής, στη νησίδα της λεωφόρου, έχει καθίσει κάτω από ένα δέντρο. Τρώει σουσαμένιο κουλούρι και πίνει παγωμένο νερό από ένα πλαστικό μπουκάλι. Μια κομψή ηλικιωμένη κυρία, με κόκκινο σαν τη φωτιά λινό αεράτο φόρεμα και πέδιλα, ανεμίζει τη βεντάλια της ενώ περιμένει στη στάση το λεωφορείο. Δυσανασχετεί με τη μάσκα της, τη βγάζει για λίγο και αστράφτει στη σκιά το κατακόκκινο κραγιόν που φοράει προφανώς και κυρίως για εκείνη. Τινάζει πίσω τα καλοχτενισμένα λουλακί μαλλιά της. Την καμαρώνω. Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να της μοιάσω κάποτε.

 

Υπάλληλοι των καταστημάτων στο κέντρο της πόλης βγαίνουν για λίγο στο πεζοδρόμιο. Μια ρουφηξιά από τσιγάρο, δυο γουλιές καφέ, και ξανά μέσα, στον κλιματισμό και την εξυπηρέτηση των πελατών. Υποφέρουν κάτω από το βαρύ μακιγιάζ και τα ομοιόμορφα, σαν στολή, ρούχα τους.

 

Δυο άνδρες, με κοστούμια, πουκάμισα κουμπωμένα έως τον λαιμό και γραβάτες, περπατούν κρατώντας χαρτοφύλακες και τσάντες με τα λάπτοπ τους. Συζητούν για κάτι σοβαρό, ξεσφίγγουν με ένταση τον γιακά τους. Βιάζονται κάπου να πάνε, κάποιοι τους περιμένουν, τα ραντεβού είναι πιεστικά. Κι όμως τους άκουσα να σκάνε στα γέλια.

 

Ενα νέο κορίτσι, με άνετο παντελόνι, ριγέ ασπρόμαυρη μακρυμάνικη μπλούζα, ψάθινο καπέλο και ασορτί τσάντα, στηρίζεται σε έναν στύλο και μιλάει στο τηλέφωνό της. Εχει μακριά σγουρά μαλλιά που πετάγονται ατίθασα αριστερά και δεξιά. Αν δεν ήταν το τηλέφωνο, θα έλεγες ότι ξέφυγε από το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη. Από λάθος βρέθηκε, Ιούνιο του 21ου αιώνα, στην τσιμεντένια πόλη.

 

Κι εγώ, με τον κλιματισμό στο φουλ, οδηγώ για να προλάβω να φτάσω. Κίνηση, πολλή. Τα αυτοκίνητα σαν μυρμήγκια το ένα πίσω από το άλλο, μια ολόκληρη στρατιά. Αλλά έτσι παρατηρώ τους ανθρώπους. Ζεσταίνομαι, παρά τον κλιματισμό, πίνω γουλιές κρύο νερό από το μπουκάλι μου και κάνω υπομονή.

 

Στο ραδιόφωνο ο παραγωγός κάνει έναν διαγωνισμό: Στείλτε μήνυμα στον τάδε αριθμό, γράψτε την τάδε λέξη και μπείτε στην κλήρωση για ένα διήμερο στο πιο όμορφο νησί των Κυκλάδων. Χαμογελάω πικρά, μου φαίνεται μάταιο και να προσπαθήσω. Αλλά χαίρομαι για όσους θα το κάνουν. Κάποιος θα είναι πράγματι ο τυχερός.

 

Ονειρεύομαι κι εγώ μια εκδρομή στη θάλασσα. Να ρίξω τη σκιά μου στην άμμο, μήπως πάρει αυτή κάποιο από τα βάρη μου. Και μετά να μπω στο νερό. Χωρίς καπέλο, χωρίς αντηλιακό, όπως όταν ήμουν παιδί. Τότε που, μόλις έμπαινε το καλοκαίρι, μου έκοβαν τα μαλλιά κοντό καρέ, για να δυναμώσουν -και να μην παιδεύεται η μάνα μου στο λούσιμο- και φορούσα ό,τι πιο ελαφρύ υπήρχε. Που το καλοκαίρι και η χαρά δεν είχαν τόσα όρια και προϋποθέσεις και αρκούσε μια φέτα φρεσκοκομμένο καρπούζι στο χέρι για να γλυκαθεί όλος ο κόσμος.

 

Οταν τα βότσαλα και τα κοχύλια ήταν αντικείμενα μυστήρια και μαγικά και με λίγη φαντασία μπορούσες να γίνεις ό,τι ήθελες: η μικρή γοργόνα του παραμυθιού, η νεράιδα που μάγεψε τον ψαρά, ή απλώς εσύ: ένα μικρό κορίτσι που τα μαλλιά του γίνονταν σχεδόν ξανθά από το αλάτι και τον ήλιο. Που σου άρεσε να κάνεις βουτιές από την προβλήτα και να κολυμπάς γύρω από τις βάρκες, γιατί ήθελες να καταλάβεις πώς γίνεται να βάφουν με τα χρώματά τους το νερό.

 

Αλλά η πραγματικότητα είναι εδώ και σε ξυπνάει. Μια κόρνα από το αυτοκίνητο πίσω σου, ένας πεζός που θέλει να περάσει με πράσινο φανάρι και τρέχει κάνοντας χειρονομίες για να τον προσέξεις, μια φρικαλέα είδηση στο μονόλεπτο δελτίο που θα σε ταράξει.

 

«Και τι ζητάω, τι ζητάω, μια ευκαιρία στον παράδεισο να πάω», λέει το τραγούδι που παίζει στο ραδιόφωνο. Αλλά ο παράδεισος -όποιος κι αν είναι αυτός- σήμερα είναι μακριά.  

 

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *