Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

 


γράφει η Σοφία Βιδάλη*

 

Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων επιβεβαιώνουν την παρακμή στην οποία έχουν περιέλθει η ελληνική κοινωνία και ένα μέρος των θεσμών. Παρακμή που δεν είναι άσχετη από ευρύτερες πολιτικές διαδικασίες ή συγκεκριμένες κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές και αντιλήψεις.

 

Ενα πλήθος εγκλημάτων, δικαστικών αποφάσεων υποθέσεων ακραίας βίας και διαφθοράς και ακραίας βίας σε βάρος ανηλίκων, όπως η υπόθεση της μαστροπείας και των βιασμών της 12χρονης, που είναι τυπικά άσχετα μεταξύ τους, συνθέτουν ένα περιβάλλον ατιμωρησίας των κάθε είδους ισχυρών, των συστημάτων διαφθοράς, όπως και ένα περιβάλλον άγριας αστυνομικής βίας και κοινωνικής εξαθλίωσης, που αποτελεί πλέον την κανονικότητα της καθημερινότητας για πολλούς ανθρώπους και ταυτόχρονα, κλονίζει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

 

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοείται και το πρόσφατο έγκλημα του βιασμού 19χρονης από αστυνομικούς μέσα στο Α.Τ. Ομόνοιας. Το θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό. Δεν θα εστιάσω στο περιστατικό του βιασμού που θα μας απασχολήσει στο μέλλον αυτοτελώς. Ομως δημιουργούνται μια σειρά από εύλογα ερωτήματα για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στα σώματα ασφαλείας της χώρας και για τη στάση του προσωπικού τους. Ανάλογα ερωτήματα δημιουργούνται και με την περίπτωση διαφθοράς αστυνομικών που φαίνεται ότι προκύπτει στα σύνορα.

Η κυρίαρχη επιθετική και χαοτική αστυνόμευση, οι πρακτικές ωμής αστυνομικής βίας και η ατιμωρησία, το διαφοροποιημένο καθεστώς προσλήψεων είναι μερικοί από τους παράγοντες που έχουν συμβάλει, ώστε μέρος του προσωπικού της αστυνομίας να αναπτύξει νοοτροπίες όμοιες με αυτές των κακοποιών (όπου ισχύει το δίκαιο του ισχυρού και όχι του νόμου), να αναπαράγει αντιλήψεις ανδρισμού, που έρχονται από τα σκοτεινά βάθη της Ιστορίας και να προκαλεί συχνά το δημόσιο αίσθημα, με τρόπο απαράδεκτο για δημόσιο λειτουργό. Δεν είναι μόνο η άτυπη εκπαίδευση των αστυνομικών στο πεδίο της δουλειάς που προκαλεί όλα αυτά, αλλά και η επίσημη καθοδήγηση και ο επίσημος πολιτικός λόγος, που προσανατολίζει προς τον εκφασισμό της αστυνομίας και τον αποπολιτισμό του προσωπικού της.

 

Ο τρόπος με τον οποίο κοινωνικοποιούνται οι αστυνομικοί στο σώμα (ειδικά το προσωπικό ειδικών κατηγοριών), σε συνδυασμό με την ατιμωρησία των «δικών μας», την «άρνηση» των αρμοδίων να κάνουν ελέγχους, επιτρέπει σε κάποιους να σκεφτούν ότι μπορούν να κάνουν οτιδήποτε φανταστούν μέσα στον χώρο δουλειάς (από δωροληψία έως σεξουαλική πράξη και βιασμό) ακόμα και σε αστυνομικό τμήμα και διασφαλίζει τη δυνατότητά τους να το κάνουν. Αυτό το πλαίσιο μετατρέπει μέσα από συγκεκριμένες στρατηγικές νέους ανθρώπους σε όργανα βίας, σε άγριους και απάνθρωπους διαχειριστές της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των πολιτών και έχει συρρικνώσει την αστυνομία σε μια απέραντη μονάδα ΜΑΤ, ενώ η διαφθορά και τα εγκλήματα των ισχυρών αναπαράγονται.

 

Αποτέλεσμα αυτού του κλίματος είναι και οι εσωτερικές αντιδράσεις στην περίπτωση του Α.Τ. Ομόνοιας, δηλαδή των μαρτύρων-παρόντων στο κτίριο, που δεν είδαν, δεν άκουσαν, όπως και οι επίσημες αντιδράσεις: μέχρι στιγμής κανένας προϊστάμενος δεν παραιτήθηκε, ενώ η ηγεσία της αστυνομίας αντέδρασε λες και επρόκειτο για τρακάρισμα υπηρεσιακού οχήματος. Εξάλλου, ερωτήματα δημιουργούνται και για το «θράσος» των αστυνομικών της ΔΙΑΣ σε σχέση με τον χώρο, εκτός εάν ανάλογες πράξεις συνέβησαν και με άλλα θύματα λιγότερο διαθέσιμα να καταγγείλουν.

 

Οι ευθύνες για τις πολιτικές επιλογές που έγιναν στην αστυνομία όλα αυτά τα χρόνια είναι βαριές. Τώρα φαίνεται αυτό που πάντα λέγαμε, ότι οι διάφοροι «πόλεμοι» που διεξήγαγαν οι διάφορες ηγεσίες του υπουργείου και της αστυνομίας πλαισιώνονταν από τον εκβαρβαρισμό του προσωπικού και την ανοχή σε άλλες παρανομίες. Ετσι περάσαμε από τον φόβο του εγκλήματος στον φόβο των εγκλημάτων του κράτους. Ολα αυτά έχουν πλέον βαριές αρνητικές συνέπειες σε ολόκληρο το σώμα, στο κύρος του, στη δημόσια τάξη και στην ασφάλεια, στην κοινωνία.

 

Αν υπάρχει περιθώριο υπέρβασης της παρακμής προέχει να εξαλειφθεί ο φόβος των εγκλημάτων του κράτους. Οι άνθρωποι πρέπει πάλι να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην καθημερινότητά τους και να μη φοβούνται να απευθυνθούν στους θεσμούς. Το περιστατικό στο Α.Τ. Ομόνοιας αποτελεί ένα οριακό σημείο, που δείχνει ότι έχει έρθει η ώρα των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στην αστυνομία, η ώρα της επιστροφής στη νομιμότητα και της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στον θεσμό επί της ουσίας και όχι με ευφυολογήματα «του σαλονιού» και κατασταλτικά πυροτεχνήματα, εκτός πραγματικότητας: έτσι θα μπορεί η αστυνομία να εγγυάται την προστασία του πολιτεύματος και των ανθρώπων, να προλαμβάνει και να διώκει το έγκλημα και να είναι σαφώς διακριτή από αυτό. Σε κάθε περίπτωση καλό είναι να θυμόμαστε ότι η αστυνομία είναι λαϊκό σώμα, είναι δείκτης της λειτουργίας του πολιτεύματος και κανείς δεν μπορεί να επιτρέπει κανένα τμήμα της να μεταμορφώνεται σε μια μηχανή βίας και κτηνωδίας. Αλλά πρέπει και οι ίδιοι οι αστυνομικοί να κατανοούν ενιαία τον θεσμικό ρόλο τους και να τον προστατεύουν.

 

* καθηγήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *