Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Εμείς δε φιλάμε Παρθενώνες


γράφει η  Έλλη Πράντζου   

Εμείς δε φιλάμε Παρθενώνες. Δεν ανήκουμε ούτε σε εκείνους που φιλάνε κατουρημένες ποδιές. Δεν είμαστε από αυτούς, τους φτασμένους, που έπειτα από κάθε παράσταση, έργο, συναυλία ή οποιοδήποτε άλλο καλλιτεχνικό δημιούργημά τους σπεύδει το ξεσηκωμένο πλήθος να φιλήσει εκείνους. Τα μόνα φιλιά που ξέρουμε είναι τα παθιασμένα γλωσσόφιλα που δίνουμε καθημερινά στην Τέχνη μας. Γλωσσόφιλα που μόνο οι καυλωμένες ψυχές ξέρουν να δίνουν στα όνειρά τους.

Δε λέω πως οι φτασμένοι των τεχνών και των γραμμάτων έφτασαν εκεί που έφτασαν δίχως κόπο. Δε λέω πως όλοι βράζουν στο ίδιο καζάνι ή μένουν στο ίδιο τσουβάλι με τις ίδιες ακαθαρσίες αγκαλιά. Κάποτε ήμουν όμως τόσο καλοπροαίρετη, μικρή γαρ ακόμη, που δεν πήγαινε το μυαλό μου να ασχοληθώ με τη στάση ζωής του κάθε καλλιτέχνη, δεν περνούσε από τη σκέψη μου πως η επιτυχία δεν είναι πάντα αποτέλεσμα κόπου, δεν ήθελα να πιστέψω πως η αλαζονεία κι η βόλεψη θα μπορούσε να είναι χαρακτηριστικά ακόμη και των πιο δημιουργικών ανθρώπων. Έστω μιας μεγάλης τους μερίδας.

Ήθελα μόνο να ανταγωνίζομαι τον καλύτερό μου εαυτό, αυτό με ενδιέφερε. Ήθελα μόνο να πιστεύω με παιδιάστικο πείσμα ότι κι “εγώ θα γίνω!” γιατί, ναι, κι εγώ κι εσύ κι όποιος το επιθυμεί πολύ μπορεί να γίνει. Έτσι πίστευα ξεχνώντας πως δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια αφετηρία ούτε ακολουθούμε το ίδιο μονοπάτι. Μπορεί να γίνει, έλεγα, ο καθένας αυτό που τραβάει η ψυχούλα του ξεχνώντας τους μεσάζοντες, τις “καρέκλες”, τις κλίκες, τα χειροφιλήματα σε συμπάθειες κι εξουσίες. Δεν ήξερα τι θα πει να είσαι βολεμένος. Δεν έμαθα ποτέ γιατί ποτέ δε βολεύτηκα. Έκανα λάθη, κάνω ακόμη, πλήρωσα πάθη, πληρώνω ακόμη μα αν με ρωτήσεις για το μόνο που μετανιώνω είναι για τα φοβικά όρια που δεν έσπασα, όχι για εκείνα τα άλλα τα προσωπικά μου ηθικά. Δεν μπορώ να περηφανευτώ για τίποτε γιατί δεν κατάφερα τίποτε κι ούτε θα το επιχειρήσω. Αλλού είναι το θέμα.

Ο πόνος όσων έχουν την τέχνη τους για πάθος είναι ένας κι αξεπέραστος. Η ίδια η ύπαρξη που γίνεται τροφή για πάλη, συμφιλίωση και γέννα. Αυτός ο πόνος δεν μπορεί να λερωθεί με μικροπρέπειες, έλεγα. Μέχρι που το μικρό εκείνο κομμάτι μου που μεγάλωσε κατάλαβε ότι όχι μόνο μπορεί να λερωθεί αλλά μόνο ως λερωμένος θα έχει την ευκαιρία να μιλήσει τελικά σε έναν κόσμο ο οποίος έχει μάθει να προσκυνάει τα τοτέμ της μόδας και της δημοσιότητας.

Στα πιο υγρά υπόγεια κρύβονται οι πιο αληθινοί καλλιτέχνες, όμως. Εκείνοι που πάντα θα απαξιώνεις, εκείνοι που πάντα θα μέμφεσαι, εκείνοι που πάντα θα καροϊδεύεις, εκείνοι που πάντα θα αγνοείς, εκείνοι που κάθε μέρα φλερτάρουν με την απελπισία, την απόγνωση, τις μαύρες τους σκέψεις, τις αυτοκαταστροφικές τους τάσεις. Eκείνοι που πολεμούν απέναντι στην προκλητική πλάτη ενός κόσμου που το παίζει συμπονετικός μόνο όταν το απαιτήσει το ρεύμα της εποχής.

Βαρέθηκα τους ασπασμούς στους θεσμούς, τις παραδόσεις και τις εξουσίες. Οι ζωές των νέων ανθρώπων είναι που έχουν ουσιαστική αξία, τα όνειρά τους είναι πολύτιμα, οι προσπάθειές τους είναι ο θησαυρός μας και το πείσμα τους είναι ό,τι μας έχει απομείνει σε έναν κόσμο παραδομένο προ πολλού. Βαρέθηκα τη μαζική απόρριψη όταν δεν είσαι “ο κάποιος”. Βαρέθηκα την υποκρισία των πολλών μεγαλοπιασμένων που όσο βρίσκεσαι εν ζωή σε γράφουν στα παλιά τους τα υποδήματα γιατί δεν είσαι ένας από αυτούς, ενώ αν αποφασίσεις να αυτοκτονήσεις, λέει, από απελπισία κι εφόσον ο θάνατός σου κι οι αιτίες του γνωστοποιηθούν, σπεύδουν να αξιοποιήσουν με περισσή συμπόνια κι οργή προς το σύστημα το έργο σου. Το ίδιο έργο που πριν πεθάνεις είχε θέση στον κάλαθο των αχρήστων τους μα έτσι ξαφνικά αποκτά έπειτα απίστευτη καλλιτεχνική αξία αφού ο δημιουργός του “αυτοκτόνησε λόγω του συστήματος” κι αυτό από μόνο του μάλλον είναι πολύ “ουάου” για το image των επωνύμων. Ένα image που πρέπει πάντα να διατηρείται σε υψηλά για την εποχή και τα πλήθη επίπεδα.

Μόνο που το σύστημα είναι αυτοί οι ίδιοι.

Σε πείσμα όλων σας εμείς δε θα φιλάμε μακέτες αρχαίων μνημείων ούτε θα φλερτάρουμε με εξουσιαστές. Σε πείσμα όλων σας εμείς θα φιλάμε με πάθος κι αγάπη όσα μας στερείτε σαν να τα έχουμε κατακτήσει ήδη και θα φυλάμε τα νώτα μας ώστε να μη φιλήσουμε ποτέ ό,τι σαλιώσατε εσείς στο πέρασμά σας. Προσέξτε όμως. Αν ποτέ κάποιος από εμάς φύγει από τη ζωή, ή γίνει αλλιώς “της μόδας”, μη βγείτε να το παίξετε ευεργέτες κι υποστηρικτές του δικαίου (του). Πλέον σας το λέω ευθαρσώς πως σας έχουμε πάρει χαμπάρι κι αηδιάζουν ως και τα σωθικά μας με την πάρτη σας.

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *