Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ σε σόλ μαζόρ



Της Αλίκης Παπαδομιχελάκη*


Εκείνη: Υπομονή, κόρη της ανάγκης και της γνώσης. Με τα πόδια γυμνά, ήρθες κι έκατσες στη γωνιά της νοσταλγίας μου. Θα σου χαρίσω βελανίδια, να τα κρεμάσεις σκουλαρίκια. Σε κάθε τρύπα του χιτώνα σου, θα κεντήσω κι ένα τραγούδι. Να σου κρατάει συντροφιά. Σε ποια γλώσσα όμως, για να το καταλάβεις;

Εκείνος: Μεσημέρι. Τα χέρια άδεια. Ομίχλη πολλή. Ψάχνω το πρόσωπό σου δεν το βρίσκω. Κι ο ουρανός καταγάλανος. Βάζω τις σκέψεις στο χαρτί. Ανάμεσα στις φράσεις, αγκιστρωμένο σ’ ένα κόμμα, βρίσκω το χαμόγελο. Σε βρίσκω. Το χαρτί μιλάει. Τριγύρω σιωπή. Η παρουσία σου απλώνεται. Τα χέρια σου, αόρατα, τυλίγουνε τη νοσταλγία μου.

Εκείνη: Νύχτα. Με τα μάτια κλειστά σε βλέπω καλύτερα. Πίσω απ’ τα τζάμια το βουνό. Γκρίζο, ακίνητο. Κι όμως κινείται αιώνες τώρα. Όσοι δεν αγαπάνε τα βουνά, τα βλέπουν ακίνητα. Εγώ αγαπώ βουνά κι εσένα. Ακόμα μια νύχτα, δίχως την ανάσα σου στο μάγουλό μου. Καληνύχτα.

Εκείνος: Στο ίδιο ποτάμι δεν ξαναμπαίνεις, λέγανε οι σοφοί. Έτσι κι η αγάπη. Κάθε μέρα πλυμένη σε φρέσκα νερά. Καλή σου μέρα. Πόσες ώρες νάχει η μέρα της αγάπης; Αμέτρητες στην απουσία σου. Και τόσο λίγες, που δε φτάνουνε να σκάψουν θεμέλια βαθιά στην παρουσία σου. Να της χτίσουν κάστρο απάτητο.

Εκείνη: Όλα πατήθηκαν τα κάστρα. Τα πορθητά οι άνθρωποι , τ’ απόρθητα ο χρόνος. Ακουμπισμένη στο δώμα της σιωπής, αναρωτιέμαι. Πόσες νότες χρειάζεται για να σε τραγουδήσω; Όλα τα γνήσια τραγούδια δε θαφταναν για να σε πω. Όλα τα χρώματα, λίγα, τόσο λίγα. Και πώς να ζωντανέψουνε φιλί και χάδι; Να το κοιτούν τα μάτια και να χαίρονται. Να μη ξαναδακρύσουν.

Εκείνος: Ξαπλωμένος ανάσκελα , το στήθος γυμνό, συλλογιέμαι. Όσο πιο πολύ σε κοιτώ, τόσο βαθύτερα βλέπω μέσα μου. Όσο πιο πολύ με κοιτάς, τόσο βαθύτερα με διαπερνά η πολυμορφία του κόσμου. Κάθε μέρα σας μαθαίνω.

Εκείνη: Στο άγγιγμά σου σκιρτάει το κορμί. Φλόγες μας ζώσανε από παντού. Μεθύσαμε τον έρωτα κι έριξε μονομιάς τα βέλη. Μάτωσε η αγάπη. Μου λείπεις.

Εκείνος: Στέρεψε το τραγούδι. Μετρώ τη νοσταλγία. Σωπαίνω. Μετρώ τον πόνο. Δεν τον απομέτρησα. Τα μάτια κόκκινα απ’ την αγρύπνια. Παγωμένα τα χέρια, μόνα τους. Με κοιτάζουν ακίνητα. Στη χούφτα τους αποκοιμήθηκε η ζωή, σε ύπνο δίχως όνειρα. Μια νύχτα μόνο.

Εκείνη: Πόσες μέρες μας χωρίζουν; Πόσα χιλιόμετρα χωρίζουνε τα χέρια μας; Πόσοι ήπειροι την αγάπη μας; Πόσα χρόνια φωτός την αγάπη;

Εκείνος κι εκείνη: Μετράμε



................
* Η Αλίκη Παπαδομιχελάκη γεννήθηκε από γονείς νησιωτικής καταγωγής (πατέρας κρητικός, μητέρα ζακυνθινιά) στα Τρίκαλα το 1944. Σπούδασε για δυό χρόνια στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Οικονομολόγος το επάγγελμα, σπούδασε, δούλεψε κα έζησε στην Αθήνα, στην Πράγα, στο Αλγέρι και Παρίσι (μετεκπαίδευση στην γεωπολιτική και στις Διεθνείς Σχέσεις). Στα θέματα αυτά δημοσίευε άρθρα στον ελληνικό και ξένο τύπο.
Κατά καιρούς ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με την συγγραφή μικρών διηγημάτων και ποιημάτων, που δημοσιεύθηκαν σε καλλιτεχνικές στήλες εφημερίδων και περιοδικών, σε ελληνικά και γαλλικά.

Η αγάπη της για τα νιάτα και την ζωή την έσπρωξαν να ασχοληθεί και με την λογοτεχνική συγγραφή. Δημοσίευσε συλλογή παραμυθιών με τίτλο «Παραμυθιάσματα» (Ταξιδευτής, Αθήνα 2017). Σήμερα σας παρουσιάζει ένα ανέκδοτο μικρό διήγημα-διάλογο, με τίτλο «Νοσταλγία σε Σόλ Μαζόρ». Η πρόσφατη περίοδος εγκλεισμού, σε πολλές χώρες του κόσμου, την ενέπνευσαν στην συγγραφή αυτού του ιδιότυπου πονήματος.


Ο πίνακας είναι του Αλέκου Φασιανού     


Το κείμενο είναι από τη σελίδα των εκδόσεων "Άπαρσις"

0 comments :

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *